Gallery

Ολυμπιακοί Αγώνες, από τον Πέλοπα στο Λονδίνο, 3o μέρος

Προηγούμενο: Ολυμπιακοί Αγώνες, από τον Πέλοπα στο Λονδίνο, 2o μέρος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ, Η ΔΟΕ ΚΑΙ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Από το Βαρασδάτη στο Σπύρο Λούη, η απόσταση είναι τεράστια χρονικά, αλλά πριν απ’ όλα, ποιοτικά. Γιατί οι αγώνες του 1896 είχαν σημαντικές διαφορές, αλλά και εξίσου σημαντικές, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιότητες με τις αρχαίες Ολυμπιάδες, την εποχή της ακμής τους. Δεν τελούνταν κατά τη διάρκεια ιερής εκεχειρίας ως κορυφαία εθνική και θρησκευτική πανήγυρις του έθνους των Ελλήνων. Διεξάγοντο όμως ως γιορτή συνάντησης και συναδέλφωσης των νέων όλου του κόσμου με γνήσιο αθλητικό πνεύμα και ήθος, παίρνοντας ένα διαφορετικό ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία, αλλά τον μόνο ίσως εφικτό και ρεαλιστικό χαρακτήρα που θα μπορούσαν να έχουν οι Ολυμπιακοί αγώνες στον 20ο μ.Χ. αιώνα.

Πρωταγωνιστής της αναβίωσής τους υπήρξε, αναμφισβήτητα, ο Γάλλος βαρώνος Πιέρ Ντε Κουμπερτέν. Οι προσπάθειες, βέβαια, ξεκίνησαν νωρίτερα από άλλους, όπως ο εθνικός μας ευεργέτης Ευάγγελος Ζάππας, που ήδη από το 1859 τελούσε τις Ζάππειες Ολυμπιάδες ή Ολύμπια ή ο Αγγλος Γουίλιαμ Μπρουκς που διοργάνωνε στο Γουένλοκ τοπικούς »Ολυμπιακούς Αγώνες». Αυτός όμως που συνένωσε τις προσπάθειες αυτές, τους έδωσε συγκεκριμένη μορφή και τις οδήγησε σε αποτέλεσμα ήταν ο Κουμπερτέν, που μετά από σειρά ταξιδιών και επαφών, διοργάνωσε το 1894 στη Σορβόνη το Διεθνές Συνέδριο που απεφάσισε την αναβίωση των αγώνων και ανέθεσε, αποδεχόμενο την πρόταση του Δημητρίου Βικέλα, τη διεξαγωγή των πρώτων αγώνων στην Αθήνα. Ο Πιέρ Ντε Κουμπερτέν κυριάρχησε στο »Ολυμπιακό κίνημα» μέχρι το 1925, συντελώντας τα μέγιστα όχι μόνο στην αναβίωση των αγώνων, αλλά και στο χαρακτήρα και τη μορφή που αυτοί προσέλαβαν.

Αξιος συμπαραστάτης του Γάλλου υπήρξε ο Δημήτριος Βικέλας, πρώτος Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και ψυχή των αγώνων του 1896. Ο Δημήτριος Βικέλας εισηγήθηκε την Αθήνα ως τόπο τέλεσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια γιά την αρτιότερη δυνατή οργάνωσή τους και το κυριότερο, συνέβαλε ώστε το ήθος και το πνεύμα των αγώνων να προσιδιάζουν σε Ολυμπιάδα.

Η διεξαγωγή, πάντως, των αγώνων του 1896 κατέστη εφικτή μόνο χάρη στην προσπάθεια σύσσωμου του Ελληνικού έθνους που ήθελε να αποδείξει και να κατακτήσει, ως γνήσιος κληρονόμος της μεγάλης αρχαίας παράδοσης, τη θέση του στον σύγχρονο πολιτισμένο Ευρωπαϊκό κόσμο. Ξεπεράστηκαν έτσι προβλήματα, όπως το τεράστιο κόστος των αγώνων με τις εισφορές Ελλήνων από όλα τα μέρη του κόσμου (με κορυφαία αυτή του Γεωργίου Αβέρωφ), της απουσίας εμπειρίας σε μεγάλες διοργανώσεις, του ελάχιστου χρόνου που απέμενε και της έλλειψης σταδίων και καταλυμμάτων, ώστε την 25η Μαρτίου 1896 που ξεκίνησαν οι αγώνες, όλα λειτούργησαν τέλεια και οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες διεξήχθησαν με λαμπρότητα έως την 3η Απριλίου, στεφόμενοι με απόλυτη επιτυχία.

Η πορεία των Ολυμπιακών αγώνων στη συνέχεια υπήρξε ανάλογη της πορείας του κόσμου και των αξιών που κυριάρχησαν σ’ αυτόν. Το φίλαθλο πνεύμα και η ευγενής άμιλλα των αθλητών άντεξαν, αν και δεν έλλειψαν τα παρατράγουδα ως τη δεκαετία του ’50, γιά να υποχωρήσουν στη συνέχεια προς δόξαν της πολιτικής, της σκοπιμότητας, του επαγγελματισμού και του χρήματος.

Επιχειρώντας μια συνοπτική »ακτινογράφηση» των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, μπορούν να καταγραφούν:

 α. Η »μεσοΟλυμπιάδα» του 1906

Διοργανώθηκε στην Αθήνα, με τη συμμετοχή 20 κρατών, 900 αθλητών και μεγάλη επιτυχία, γιά να εορτασθεί η αναβίωση των αγώνων. Παρ’ ότι έδωσε νέα πνοή στους αγώνες και το Ολυμπιακό πνεύμα, μετά τις υποβαθμισμένες και απογοητευτικές κακόγουστες παραστάσεις του Παρισιού (1900) και κυρίως του Σαιν Λούις (1904) και απετέλεσε προπομπό των επιτυχημένων Ολυμπιάδων του 1908 (Λονδίνο) και του 1912 (Στοκχόλμη), δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ από τη ΔΟΕ, εξαιτίας της αντιθέσεως του Κουμπερτέν. Ηταν η έμπρακτη απόδειξη ότι η ιερή κληρονομιά μας είχε, οριστικά, περάσει σε ξένα χέρια.

β. Η πολιτική εισβάλλει στους αγώνες

Ηδη από το 1920 (Αμβέρσα) και τη μη πρόσκληση στους αγώνες των ηττημένων του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Βουλγαρία), η πολιτική έκανε την εμφάνισή της. Σταθμό όμως απετέλεσαν οι αγώνες του 1936 (Βερολίνο), όταν οι Γερμανοί χρησιμοποιούν τον Ολυμπισμό ως εργαλείο ναζιστικής προπαγάνδας. Ακολούθησαν οι αγώνες του 1948 (Λονδίνο) με την εκ νέου απουσία των ηττημένων του πολέμου), οι αγώνες του 1968 (Μεξικό) με τη διαμαρτυρία των μαύρων αμερικανών Ολυμπιονικών, το Μόναχο (1972) με τη δολοφονία των Ισραηλινών από Παλαιστινίους, οι αγώνες του 1976 (Μόντρεαλ), 1980 (Μόσχα) και 1984 (Λος Αντζελες) με την απουσία αφρικανικών, »ανατολικών» και »δυτικών» χωρών αντίστοιχα, αλλά και η προσπάθεια των διοργανωτών να αποδείξουν την υπεροχή του συστήματός τους (Μόσχα 1980, Λος Αντζελες 1984) ή να βελτιώσουν τη διεθνή τους εικόνα και να επιτύχουν εσωτερική νομιμοποίηση, όπως στη Σεούλ το 1988.

γ. Γιγαντισμός, πολυτέλεια και έλλειψη μέτρου

Η μετατροπή των αγώνων σε θέαμα επηρέασε, φυσικά, και την αισθητική τους. Ηδη από το 1960 (Ρώμη) και το 1964 (Τόκυο), η πολυτέλεια άρχισε να επικρατεί του μέτρου και της απλότητας. Από τότε, οι αγώνες αντανακλούν πιστά την αισθητική (ή την απουσία τους) της πόλης και του λαού που αναλαμβάνει τη διοργάνωσή τους, γιά να φθάσουμε από την απλότητα των πρώτων Ολυμπιάδων στο σύγχρονο τηλεοπτικό show.

δ. Οι αγώνες συχνά΄δεν είναι επιθυμητοί

Γιά πρώτη φορά το 1968 (Μεξικό), οι πολίτες διαδήλωσαν (260 νεκροί από την επέμβαση του στρατού) την αντίθεσή τους στη διοργάνωση Ολυμπιακών αγώνων, θεωρώντας κοινωνική πρόκληση τις τεράστιες δαπάνες που απαιτούνταν. Η ιστορία επαναλήφθηκε το 1988 (Σεούλ), όταν απειλήθηκε η ομαλή διεξαγωγή τους από τις συνεχείς αντιδικτατορικές διαδηλώσεις και επεισόδια. Το γεγονός είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες, η διοργάνωση μιας Ολυμπιάδας έπαψε να είναι όραμα και υπόθεση όλων  ή της πλειοψηφίας  των κατοίκων ενός κράτους ή, τουλάχιστον, της πόλης που τους αναλαμβάνει και αφορούν μια μειοψηφία »οργανωτών» και »επιτροπών». Αποτέλεσμα της απροθυμίας αυτής, υπήρξε η αντικατάσταση της συμμετοχής των πολιτών στη μυσταγωγία του σύγχρονου, έστω, Ολυμπισμού από λογιστικές καταστάσεις εξόδων, εσόδων και ελλειμάτων, με συνέπεια πριν την κερδοφόρα γιά τους διοργανωτές Ολυμπιάδα του Λος Αντζελες (1984) και υπό το βάρος των χρεών του Μόντρεαλ (1976), να μην επιθυμεί καμμία, σχεδόν, πόλη την τιμή της διοργάνωσης των αγώνων.

ε. Ο »επιστημονικός αθλητισμός»  ο επαγγελματικός »αθλητισμός»

Στις πρώτες Ολυμπιάδες, οι αθλητές αγωνίζονταν χωρίς ιδιαίτερες απολαβές, προπονούνταν στον ελεύθερο χρόνο τους και συμμετείχαν στους αγώνες, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τον εαυτό τους και τους ανταγωνιστές τους, αλλά και να τιμήσουν με τη συμμετοχή τους το φίλαθλο πνεύμα. Η κατάσταση αυτή άρχισε να μεταβάλλεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν έγινε φανερό ότι ο αθλητισμός και η κορυφαία στιγμή του, οι Ολυμπιακοί αγώνες μπορούσαν με την κατάλληλη »επένδυση» να αποδώσουν πολλά οφέλη, στην αρχή προπαγανδιστικά και αργότερα και οικονομικά. Ετσι, οι Σοβιετικοί και οι υπόλοιποι »ανατολικοευρωπαίοι» παρουσίασαν ήδη από τη δεκαετία του ’50, το μοντέλο του »επιστημονικού αθλητισμού». Του »αθλητισμού», δηλαδή που στόχο έχει να κατασκευάσει πρωταθλητές χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, επιστημονικά επιτεύγματα, μηχανήματα και φυσικά, ιατρούς, ψυχολόγους, διαιτολόγους κλπ., από την παιδική ηλικία του αθλητή. Ο αθλητής από την πλευρά του κατευθύνεται από μικρός στο κατάλληλο γιά το σώμα του άθλημα στο οποίο εξειδικεύεται και προετοιμάζεται σκληρά γιά να στηρίξει με τις επιτυχίες του το »μύθο» του συστήματος που τον παρήγαγε. Το φαινόμενο γενικεύθηκε στη συνέχεια, μετατρέποντας στις πιό πολλές χώρες του κόσμου τους αθλητές σε ημιεπαγγελματίες, καθώς η φροντίδα που απολάμβαναν από την πολιτεία και την επιστήμη, οι πολλές ώρες άσκησης, η εξειδίκευση και οι »αργομισθίες» ως πρώτο οικονομικό όφελος οδήγησαν στην οριστική »ρήξη» του αθλητισμού με τον πρωταθλητισμό και στην »αποπομπή», πλέον, των ερασιτεχνών από τους αγώνες.

Μοιραία κατάληξη αυτής της πορείας, και κυρίως της εισόδου του χρήματος στον αθλητισμό, υπήρξε ο επίσημος επαγγελματισμός, που ήδη έχει επιβληθεί στα πλέον λαοφιλή αθλήματα. Οι αθλητές, πλέον, εργάζονται προπονούμενοι και αγωνίζονται γιά το μισθό και τα οικονομικά κέρδη, γιά την οικονομική και κοινωνική άνοδο. Πίσω από την προετοιμασία και τις επιτυχίες τους βρίσκονται επιτελεία επιστημόνων και managers, ενώ η δόξα και η καταξίωση συνεχίζουν να κάνουν υπερήφανους τους συμπολίτες τους, αλλά πολύ περισσότερο τις εταιρείες των οποίων τα προϊόντα διαφημίζουν.

στ. Η μάστιγα των αναβολικών

Ο σημερινός (πρωτ)αθλητής αγωνίζεται υπό το βάρος τεράστιας πίεσης από τη χώρα του, από τους ανταγωνιστές του, από τα οικονομικά, τεράστια συχνά, συμφέροντα που επενδύθηκαν πάνω του ή απ’όλα τα ανωτέρω μαζί. Ο συνδυασμός αυτής της πίεσης με το ήθος (ή την έλλειψή του) της κοινωνίας, στα πλαίσια της οποίας πρωταγωνιστεί και την απουσία, στις περισσότερες περιπτώσεις, πνευματικής καλλιέργειας, αντίστοιχης της σωματικής, έχουν περιορίσει ή εξαφανίσει κάθε ανάσχεση ως προς τα μέσα τα οποία θα μετέλθει γιά να αγωνισθεί »ταχύτερα, ψηλότερα, δυνατότερα», όπως ορίζει το περίφημο Ολυμπιακό slogan. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο όταν η απόσταση του θριάμβου (και της επιβίωσης) από την τραγωδία απέχουν μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου ή κάποια εκατοστά του μέτρου, ότι όλο και περισσότεροι »αθλητές» καταφεύγουν, προκειμένου να »κτίσουν» το απαραίτητο, (δύσμορφα) μυώδες, σώμα στα αναβολικά. Χάρη σε αυτά, ο σύγχρονος πρωταθλητής έχει καταφέρει, παρά τις εφήμερες επιτυχίες, να διαλύει  κυριολεκτικά  το σώμα του, ώστε να μην πληρεί, πλέον, κανέναν από τους στόχους του »κλασσικού» ορισμού: νους ακαλλιέργητος σε σώμα άρρωστο.

Η μάστιγα των αναβολικών είναι »εύκολο» να χτυπηθεί με αυστηρούς ελέγχους των αθλητών. Οι διεθνείς, όμως, ομοσπονδίες με πρώτη τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή προτιμούν να θησαυρίζουν από τους sponsors των αγώνων, οι οποίοι με τη σειρά τους, όπως και πολλά κράτη, επενδύουν στα επιτεύγματα των ντοπαρισμένων υπερ»αθλητών». Χαρακτηριστική είναι η καταγγελία ότι το 1983 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου του Ελσίνκι, βρέθηκαν 38 αθλητές (οι 17 Αμερικανοί) ντοπαρισμένοι, αλλά δεν ανακοινώθηκε τίποτα, προκειμένου, όπως επισημαίνουν οι Simson & Jennings, που κάνουν και την αποκάλυψη, να μην πληγεί το κύρος τους και το κύρος της χρυσής αγελάδας που αρμέγουν: των αγώνων με τα τηλεοπτικά δικαιώματα και τις εταιρείες χορηγούς. Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το »σεμινάριο» γιά τη λειτουργία των μηχανημάτων και των μεθόδων ελέγχου του ντοπαρίσματος, που οργάνωσαν οι Αμερικανοί γιά τους αθλητές τους πριν την Ολυμπιάδα του Λος Αντζελες (1984). Τώρα, πλέον, μόνον οι απρόσεκτοι ή οι απληροφόρητοι »αθλητές» συλλαμβάνονται να έχουν κάνει χρήση αναβολικών.

ζ. Ο ρόλος της τηλεόρασης και των χορηγών εταιρειών

Η τηλεόραση αποτελεί, αναμφισβήτητα, την ευλογία και την κατάρα του σύγχρονου αθλητισμού. Χάρη σε αυτή, οι αγώνες εισέβαλαν σε όλα τα σπίτια, δίνοντας την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να »συμμετάσχει» παρακολουθώντας τις μεγάλες στιγμές του αθλητισμού και »ωθώντας» όλο και περισσότερους, νέους κυρίως, να σπεύσουν στους αγωνιστικούς χώρους, προκειμένου να αθληθούν. Ανέδειξε όμως τους αγώνες και σε ισχυρό διαφημιστικό όπλο, δίνοντας την ευκαιρία στις εταιρείες να το αξιοποιήσουν, με άμεση συνέπεια την αύξηση των ποσών που εισρέουν στον οργανωμένο αθλητισμό (διεθνείς και εθνικές ομοσπονδίες, σύλλογοι, αθλητές) σε δυσθεώρατα ύψη δισεκατομμυρίων δολλαρίων.

Πέραν, βέβαια, αυτών, υψηλά είναι και τα ποσά που η ίδια η τηλεόραση καταβάλλει στους διοργανωτές των αγώνων γιά να επιτύχει το αποκλειστικό δικαίωμα μετάδοσής τους. Ετσι, από το 1 εκατομμύριο δολλάρια της Ρώμης (1960), τα 10 του Μεξικού (1968), τα 17,8 του Μονάχου (1972) και τα 34,8 του Μόντρεαλ (1976), περάσαμε στα 225 του Λος Αντζελες (1984), τα πλέον των 300 της Σεούλ (1988) και τα 630 της Βαρκελώνης (1992).

Χάρη σ’αυτά, η τηλεόραση απέκτησε το δικαίωμα να επηρεάζει πολύπλευρα τον αθλητισμό. Από την αλλαγή του προγράμματος των αγώνων, ανάλογα με τις τηλεοπτικές και διαφημιστικές ζώνες που την εξυπηρετούν, μέχρι την αλλαγή των κανονισμών των αθλημάτων από τις οικείες ομοσπονδίες, προκειμένου να τα καταστήσουν »πιό τηλεοπτικά», ως και την ουσιαστική εξαφάνιση αθλημάτων, καθώς αυτά πλέον κατανέμονται σε δυο μόνο κατηγορίες: στα τηλεοπτικά, αυτά που μπορούν να αποτελέσουν θέαμα, καθώς έχουν τα χαρακτηριστικά που απαιτεί η σύγχρονη τηλεόραση (ταχύτητα, ρυθμό, ένταση, »αίμα» και αρκετά διαλείμματα γιά διαφημίσεις) και τα μη τηλεοπτικά που είναι καταδικασμένα να βρίσκονται στο περιθώριο, καθώς δεν προβάλλονται με άμεση συνέπεια να μην προσελκύουν νέους αθλητές, θεατές και χρηματοδότες.

Ακόμη σπουδαιότερη είναι η επιρροή των εταιρειώνχορηγιών, καθώς από αυτές θησαυρίζουν οι διεθνείς ομοσπονδίες, οι σύλλογοι και οι αθλητές, αλλά παράλληλα, χάρη στα χρήματά τους συντηρείται κατά ένα μεγάλο μέρος το γιγαντιαίο οικοδόμημα του σύγχρονου παγκόσμιου αθλητισμού. Τα ποσά τα οποία εισρέουν από τις μεγάλες εταιρείες στον παγκόσμιο αθλητισμό είναι πλέον τεράστια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ολυμπιάδας του 1992 που διεξήχθη στη Βαρκελώνη: οι δώδεκα βασικοί χορηγοί (Coca Cola, Visa, Mars κλπ.) πλήρωσαν από 30 εκ. δολ., δέκα ακόμη εταιρείες (Seiko, Asics κλπ.) πλήρωσαν από 5 εκ. δολ. γιά να βάλουν το σήμα των αγώνων στις διαφημίσεις τους, οκτώ εταιρείες (Rank Xerox, IBM κλπ.) πλήρωσαν 23 εκ. δολ. γιά να γίνουν δεκτές ως συνεργάτες των αγώνων, ενώ 18 εταιρείες πλήρωσαν από 2, τουλάχιστον, εκ. δολ. γιά να κατακλύσουν την αγορά ως επίσημοι προμηθευτές των αγώνων.

Σε αυτά, φυσικά, θα πρέπει να προστεθούν και οι επί μέρους συμφωνίες των εθνικών Ολυμπιακών Επιτροπών με τις εταιρείες που προμήθευσαν τους αθλητές τους με αθλητικό υλικό και τις εταιρείες που πλήρωσαν αρκετά χρήματα, προκειμένου να προβληθούν ως χορηγοί των αθλητών αυτών σε εθνικό επίπεδο.

Τα χρήματα αυτά διέφθειραν τον παγκόσμιο αθλητισμό. Απετέλεσαν τον μοχλό ανάδειξης μιας νέας γενιάς παραγόντων, με απεριόριστες φιλοδοξίες κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης, χωρίς αθλητικό ήθος και ηθικούς φραγμούς. Δημιούργησαν, στηρίχθηκαν και στήριξαν το νέο πρότυπο αθλητή, αυτό του υπερεπαγγελματία με τις εξωπραγματικές επιδόσεις και τις τεράστιες απολαβές. Αντικατέστησαν τον φίλαθλο με τον θεατήπελάτη που ικανοποιείται με το άγριο, το σκληρό, το εξωφρενικό. Μετέτρεψαν, τέλος, τους αγώνες σε show, αποτιμώντας την επιτυχία τους με οικονομικά μεγέθη και αριθμούς. Χαρακτηριστική είναι η έκσταση του Προέδρου της ΔΟΕ, Σάμαρανκ, μπροστά στα αναμενόμενα ρεκόρ κερδών, τηλεθεατών και χωρών που θα συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ατλάντα.

Ο παγκόσμιος αθλητισμός δεν επωφελήθηκε, κατά συνέπεια, από τα τεράστια έσοδα που μέσα σε δυο δεκαετίες απέκτησε. Από τα χρήματα αυτά, ελάχιστα κατευθύνονται στον γνήσιο αθλητισμό. Το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό τους δαπανάται γιά να γίνει ο αθλητισμός (κακόγουστα) πολυτελής, να γιγαντωθεί ως προς τους αριθμούς και να πλουτίσει τους πρωταγωνιστές΄του θιάσου: διοικούντες και »αθλητές».

η. Το φίλαθλο πνεύμα, το Ολυμπιακό πνεύμα

Φαντάζει κωμική, πλέον, κάθε αναφορά σε φίλαθλο ή Ολυμπιακό πνεύμα. Η αναφορά γίνεται όμως γιά λόγους πληρότητος της καταγραφής που, ούτως ή άλλως, αφορά και παλαιότερες εποχές. Γιατί υπήρξαν, αν και σήμερα είναι σπάνιες, στιγμές έξοχες γιά τον αθλητισμό, όπως αυτή των Ολυμπιακών αγώνων του Ελσίνκι (1952), όταν φίλαθλοι και αθλητές επέδειξαν ήθος αντάξιο της Ολυμπιακής παράδοσης. Το αθλητικό ήθος αρχίζει, ήδη, από τη δεκαετία του ’60 να γνωρίζει κάμψη γιά να παρασυρθεί μαζί με το φίλαθλο πνεύμα από τα νέα ήθη που επεκράτησαν τις τελευταίες δεκαετίες.

Στις ιερές στιγμές του Ολυμπισμού θα πρέπει όμως να καταχωρηθεί, ακόμη και σήμερα, η τελετή αφής της φλόγας στην Ολυμπία, καθώς και ο ύμνος των αγώνων που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε ο Σπυρίδων Σαμάρας.

Οι αλλαγές που συγκλόνισαν τον αθλητισμό τις τελευταίες δεκαετίες, εξοβελίζοντας το παλαιότερο ήθος, δεν μπορούσαν φυσικά να μην επηρεάσουν την κορυφαία εκδήλωσή του, τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ακριβέστερο είναι ότι ξεκίνησαν από τις Ολυμπιάδες, οι οποίες, ούτως ή άλλως, δίνουν το στίγμα του παγκόσμιου αθλητισμού. Καταλύτης αυτών των αλλαγών υπήρξε αναμφισβήτητα ο Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, ισόβιος, ουσιαστικά, Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

Ο Σάμαρανκ, άνθρωπος του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο, ευέλικτος διπλωμάτης, ευπροσάρμοστος σε κάθε μεταβολή, αυταρχικός, φιλόδοξος, υποκατέστησε την πολιτική σταδιοδρομία που του »αρνήθηκαν» οι Ισπανοί, με την ηγεσία από το 1980, της ΔΟΕ και του παγκόσμιου αθλητισμού. Δεν μπορεί, βέβαια, να αποδώσει κάποιος την πλήρη ευθύνη γιά τις εξελίξεις, σε παγκόσμια μάλιστα κλίμακα, σε ένα μόνον άνθρωπο. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι με τον Σάμαρανκ η απομάκρυνση του αθλητισμού από το γνήσιο αθλητικό ήθος, όχι μόνο δεν συνάντησε δυσκολίες, αλλά αντίθετα επιδιώχθηκε, διευκολύνθηκε και επιταχύνθηκε.

Ο Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ προηγήθηκε χρονικά μιας ομάδας παραγόντων που, μετά το 1980, ανεδείχθησαν στην ηγεσία του παγκόσμιου αθλητισμού με κοινά στοιχεία την απεριόριστη φιλοδοξία, την έλλειψη ηθικών φραγμών, την απουσία φιλάθλου πνεύματος και την ακόρεστη δίψα γιά πολυτέλεια, δύναμη, προσωπική ισχύ και εξουσία. Γιά να κερδίσουν τις απαραίτητες γιά την εκλογή (και επανεκλογή τους) ψήφους, στηρίχθηκαν στα χρήματα των εταιρειών που ήθελαν να αξιοποιήσουν διαφημιστικά τον αθλητισμό και παραμέρισαν από τις διοικήσεις των διεθνών ομοσπονδιών τους παράγοντες του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Χαρακτηριστική της ποιότητας αυτών των παραγόντων είναι η επισήμανση του Τομ Κέλερ, τότε Προέδρου της Διεθνούς Κωπηλατικής Ομοσπονδίας: »Η σταδιοδρομία  στη διοίκηση του αθλητισμού είναι συχνά υποκατάστατο φιλοδοξιών που δεν κατάφεραν να πραγματοποιηθούν σε άλλους τομείς, όπως γιά παράδειγμα στο εμπόριο, τη στρατιωτική υπηρεσία ή την πολιτική… Σκοπός του αθλητισμού είναι να διδάξει τους νέους να υποτάσσονται στους κανόνες της ανθρώπινης κοινωνίας, όχι να εξυπηρετούν τα συμφέρονται των παραγόντων που έχουν αποτύχει στην επαγγελματική ή την πολιτική ζωή τους».

Κορυφαίοι, μαζί με τον Σάμαρανκ, εκπρόσωποι αυτής της «γενιάς», ο Πρίμο Νεμπιόλο (Πρόεδρος της IAAF, Παγκόσμια Ομοσπονδία Στίβου) και ο Ζοάο Χαβελάνζε (Πρόεδρος FIFA, Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου), που δεν διστάζει να ομολογήσει κυνικά ότι »ο αθλητισμός αποτελεί ένα από τα πιό σημαντικά μέσα του σύγχρονου κόσμου γιά την αναμφισβήτητη άσκηση καθαρής, απόλυτης, εμφανούς, σαφέστατης δύναμης».

Με αυτούς τους ανθρώπους στη διοίκηση, ο παγκόσμιος αθλητισμός άλλαξε ριζικά στόχους, προσανατολισμούς και δομή. Πρωταγωνιστής και εδώ ο Σάμαρανκ, ο οποίος, προκειμένου να ελέγξει το γιγαντιαίο, πλέον, οικοδόμημα, βοήθησε στην ανάδειξη των νέων παραγόντων (με την οικονομική και εκλογική βοήθεια επιχειρηματιών, όπως ο Χόρστ Ντάσλερ, ιδιοκτήτης της Adidas) και στη συνέχεια τους απορρόφησε στην, υπό την αυταρχική προεδρία του ΔΟΕ, με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν ουσιαστικά τα υπόλοιπα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου αθλητισμού προς όφελος μιας πανίσχυρης ΔΟΕ. Οι νέοι διοικούντες τις διεθνείς ομοσπονδίες στηρίζονται, πλέον, σε μια εκλογική βάση (εθνικές ομοσπονδίες) που ανέδειξαν οι ίδιοι, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η απόλυτη (και) οικονομική, καθώς προέρχεται κατά πλειοψηφία από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, εξάρτηση. Επιβιώνουν, έτσι, στην κορυφή, χάρη στα πολύτιμα κεφάλαια, που τους εξασφαλίζει η εκχώρηση του αθλητισμού στις μεγάλες εταιρείες, οι οποίες με την σειρά τους, καθώς δεν μπορεί κανείς να απαιτήσει από αυτές να σεβασθούν τον αθλητισμό περισσότερο από τους θεματοφύλακές του της ΔΟΕ, τον μετέτρεψαν σε show, προκειμένου να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό κέρδος.

Στην Ολυμπιάδα της Μελβούρνης (1956) ένας επιχειρηματίας πρότεινε να χαρίσει σε όλους τους νικητές από ένα ρολόι. Η ΔΟΕ αρνήθηκε γιατί »δεν ήθελε να προδώσει το πνεύμα του ερασιτεχνισμού και να επιτρέψει την εμπορευματοποίηση των αγώνων». Στην Ολυμπιάδα του Λος Αντζελες (1984) επωλήθη μέχρι και η ιερή Ολυμπιακή φλόγα, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το οικονομικό όφελος. Στους παλαιότερους Ολυμπιακούς αγώνες, μέχρι και τη δεκαετία του ’50, η αποτίμησή τους ως επιτυχημένων γινόταν με βάση αγωνιστικά κριτήρια και την προσήλωση στο φίλαθλο πνεύμα και τα Ολυμπιακά ιδανικά. Σήμερα, η αποτίμηση γίνεται με βάση αριθμητικά και οικονομικά δεδομένα. Η πορεία και το ήθος του παγκόσμιου αθλητισμού διαμορφώνεται, σε τελική ανάλυση, από το ήθος αυτών που τον διοικούν, καθώς η εξουσία που ασκούν είναι απόλυτη. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Πρόεδρος της οποίας Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, επεδίωξε και την »απόκτηση» του Νόμπελ ειρήνης, αναγκάζοντας τον ειδικό επί θεμάτων ειρήνης και υποψηφιοτήτων του Οσλο, Ινγκε Αϊιτβαγκ να ξεκαθαρίσει ότι το Ινστιτούτο φρονεί πως ο Διεθνής Αθλητικός Οργανισμός δεν έχει καμμία πιθανότητα γιά το βραβείο »αφού πρόκειται γιά μια πλούσια, μη δημοκρατική ελίτ».

Επόμενο: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ »ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑ»

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s