Gallery

Στο τέλος του 2016 το χρέος θα φθάνει το 185% με έλλειμμα πάνω από 3% του ΑΕΠ

Το δρόμο για ένα ακόμα μνημόνιο, το έτος 2017, ανοίγει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα που κατήρτισαν κυβέρνηση και τρόικα, αφού, ακόμη κι αν εφαρμοστεί με απόλυτη επιτυχία, η Ελλάδα στο τέλος του 2016 θα έχει χρέος στο 185% του ΑΕΠ, έλλειμμα πάνω από το 3% του ΑΕΠ, υψηλή ανεργία, ισχνές αναπτυξιακές επιδόσεις και το ύψος του ΑΕΠ θα είναι στην καλύτερη περίπτωση στα επίπεδα του έτους 2005.

Οι προοπτικές της οικονομίας θα είναι πολύ χειρότερες, αν εκτραπεί έστω και ελάχιστα το πρόγραμμα από τις εννέα αβεβαιότητες, την ύπαρξη των οποίων αποδέχεται και το υπουργείο Οικονομικών.

Με τις προβλεπόμενες «ιδανικές» επιδόσεις του Μεσοπρόθεσμου, η Ελλάδα, το 2017, θα είναι ξανά εκτός αγορών, βασικά λόγω του υψηλού χρέους, και θα έχει ανάγκη από ένα νέο μηχανισμό στήριξης και ένα νέο μνημόνιο, που θα παρατείνει την περιοριστική πολιτική, συνολικά για μια δεκαετία.

Θα πρόκειται για την τρίτη αποτυχημένη εκτίμηση κυβέρνησης και τρόικας για το χρόνο εξόδου της Ελλάδας στις αγορές. Η πρώτη ήταν για τις αρχές του 2012, που δεν επιβεβαιώθηκε, και η δεύτερη για το 2015, που δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και γι’ αυτό αναζητούνται στο παρασκήνιο παράλληλες λύσεις, με κυριότερη το νέο «κούρεμα» του χρέους με οποιαδήποτε διαδικασία.

Παρά το PSI, που υλοποιήθηκε τον περασμένο Μάρτιο – Απρίλιο, με τη διαγραφή χρέους ύψους 106 δισ. ευρώ, το δημόσιο χρέος μειώθηκε μόνο κατά 15 δισ. ευρώ, αφού μεγάλο μέρος της μείωσης αναπληρώθηκε από δάνεια που έλαβε (και θα λάβει) η χώρα από το μηχανισμό στήριξης.

Λόγω της ύφεσης και των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης (προβλεπόμενοι), από το 2014, το χρέος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Το 2013, θα φτάσει το 189,1% του ΑΕΠ, το 2014 στο 191,6% του ΑΕΠ, το 2015 στο 190,5% του ΑΕΠ και το 2016 θα υποχωρήσει στο 184,9% του ΑΕΠ.

Είναι προφανές ότι, με τόσο υψηλό χρέος, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να βγει και να δανειστεί από τις αγορές στις αρχές του 2017.

Οι αβεβαιότητες

Παρά το γεγονός ότι το πρόγραμμα κινείται στην «κόψη του ξυραφιού», το υπουργείο Οικονομικών εντοπίζει και εννέα αβεβαιότητες, που δυνητικά μπορούν να επιδεινώσουν ακόμα περισσότερο τις συνθήκες για την ελληνική οικονομία.

Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγει και την πολιτική αβεβαιότητα, αλλά και τον εκτροχιασμό του προϋπολογισμού και του ίδιου του προγράμματος οικονομικής πολιτικής. Αναλυτικότερα, οι κίνδυνοι που εντοπίζει το ΥΠΟΙΚ, είναι οι ακόλουθοι:

1. Η αβεβαιότητα είναι ένας καθοριστικός παράγοντας, που εμπειρικά σχετίζεται με αρνητική ανάπτυξη. Ενας αυξημένος βαθμός πολιτικής αβεβαιότητας ή αβεβαιότητας ως προς τη συνεπή εκτέλεση του προγράμματος θα επηρέαζε αρνητικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αναβάλλοντας τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Επιπλέον, θα τροφοδοτούσε τη μακροοικονομική αβεβαιότητα με αρνητικές συνέπειες στην παραγωγή, μέσω της μείωσης της ζήτησης για επενδύσεις, καθώς και στην προθυμία εφαρμογής της όποιας πολιτικής προσλήψεων από τις επιχειρήσεις, με σκοπό τον εξορθολογισμό του μισθολογικού τους κόστους. Οσο μεγάλη κι αν είναι η δημοσιονομική προσπάθεια, η ύπαρξη υψηλού βαθμού αβεβαιότητας και η χαμηλή εμπιστοσύνη, σε συνδυασμό με ένα εύθραυστο χρηματοοικονομικό σύστημα, έχουν ως αποτέλεσμα πολύ μικρή ανάπτυξη ή βαθύτερη ύφεση.

2. Μια περαιτέρω επιδείνωση της κρίσης στην Ευρωζώνη, εξαιτίας της έλλειψης ή καθυστερημένης προσέγγισης με δυναμικό τρόπο, της κρίσης χρέους. Αυτό θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σχετικά με τη δέσμευση για ισχυρότερη ενοποίηση και αναδιάρθρωση της Ευρωζώνης και θα δημιουργούσε το περιβάλλον για σοβαρούς κινδύνους στις χώρες του Νότου ως προς πιθανές κοινωνικές αναταραχές ή την προθυμία να ανεχθούν παρατεταμένη δημοσιονομική εξυγίανση.

3. Η χειροτέρευση του μακροοικονομικού σεναρίου που έχει υιοθετήσει το ΜΠΔΣ. Αν και το συγκεκριμένο σενάριο περιλαμβάνει για πρώτη φορά τόσο τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές όσο και την εισοδηματική ελαστικότητα (δευτερογενή επίδραση της μείωσης του ΑΕΠ πάνω στο έλλειμμα), βρίσκεται σε εξέλιξη μια διεθνής συζήτηση σχετικά με το μέγεθος των πολλαπλασιαστών, δεδομένου ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η δημοσιονομική προσαρμογή, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν ήταν ικανοποιητική, αφού οι δημοσιονομικές περικοπές οδήγησαν σε μεγαλύτερα ελλείμματα από αυτά που είχαν αρχικά υπολογιστεί. Η μέχρι τώρα ανάλυση από ακαδημαϊκές έρευνες και μελέτες του ΔΝΤ υπέθεταν δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές πολύ κοντά στο 0,5, τουλάχιστον στις προηγμένες οικονομίες, κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες μέχρι το 2009. Νεώτερες μελέτες δείχνουν μια σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών στη μετά την κρίση περίοδο, σε ένα επίπεδο από 0,9 μέχρι και 1,7. Αν όντως αυτό αληθεύει, υπάρχει περίπτωση να υπάρξει απόκλιση της πραγματικής μακροοικονομικής επίδοσης της οικονομίας για την περίοδο 2013-2016 σε σχέση με το μακροοικονομικό σενάριο.

4. Οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι σχετίζονται με τις υποθέσεις που υιοθετήθηκαν για την προβολή των εσόδων και δαπανών. Η προβολή των εσόδων έχει στηριχθεί στο εκτιμώμενο αποτέλεσμα του 2012, με περαιτέρω διαμόρφωση στην περίοδο 2013-2016, σύμφωνα με την ονομαστική μεταβολή των μακροοικονομικών μεταβλητών, όπως το ΑΕΠ, η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, το κόστος εργασίας κ.λπ. Επιπρόσθετα, έχει γίνει η υπόθεση της μοναδιαίας ελαστικότητας των εσόδων, που μπορεί να μην ισχύει, λόγω των πολύπλοκων υπολογισμών που απαιτούνται και του γεγονότος ότι η κυκλική επίδραση της περιόδου της κρίσης είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς περιλαμβάνει το βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης των πολιτών, το αποτέλεσμα της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, την επίδραση των δομικών αλλαγών στον εισπρακτικό μηχανισμό, καθώς και την πολιτική πάταξης της φοροδιαφυγής. Με τις υποθέσεις αυτές, μια αλλαγή στις μακροοικονομικές μεταβλητές ή στο βηματισμό των διαρθρωτικών αλλαγών θα επηρέαζε σημαντικά τη ροή εσόδων σε όλη την περίοδο.

5. Οι προβολές για τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού δεν εμπεριέχουν μεγάλους κινδύνους, ιδίως μετά την επιβολή του από πάνω προς τα κάτω καθορισμού της οροφής δαπανών στα υπουργεία και την υποχρέωση τήρησης μητρώου δεσμεύσεων για τις υποχρεώσεις τους. Υψηλότερος κίνδυνος υφίσταται για τους υπόλοιπους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, παρά τους αυστηρούς μηχανισμούς παρακολούθησης της εκτέλεσης του προϋπολογισμού τους που προβλέπεται να υιοθετηθούν στο τέλος του 2012, και κυρίως για τους ΟΤΑ, καθώς και τα ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ.

Αρνητική μεταβολή

Οι δυσμενείς προοπτικές επιβαρύνονται και από τις προβλέψεις για τη μεταβολή του ΑΕΠ, που επίσης είναι αρνητικές. Μετά από μια εξαετία ύφεσης (2008-2013), ούτε και με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις η οικονομία δεν θα καταφέρει να πραγματοποιήσει άλμα ανάπτυξης, όπως συμβαίνει σε οικονομίες που εφαρμόζουν προγράμματα σταθεροποίησης. Το 2013, το ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 4,5%, σύμφωνα με την εκτίμηση του ΥΠΟΙΚ και της τρόικας (από -6,5% φέτος) και, το 2014, το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,2%. Η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί στο 2,5% το 2015 και στο 3,5% το 2016.

Ακόμη και να επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές, που σκιάζονται από απειλές, το ΑΕΠ του έτους 2016 θα είναι στα επίπεδα λίγο πάνω εκείνα του 2005, δηλαδή θα γυρίσει 11 χρόνια πίσω.

Η παροχή ρευστότητας θα έχει θετικές επιπτώσεις

Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι η σχεδιαζόμενη και αναμενόμενη παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω της πληρωμής των ανεξόφλητων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τρίτους και της επανέναρξης χορήγησης δανείων από τις τράπεζες μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους, αναμένεται να έχει ένα θετικό αποτέλεσμα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στην παραγωγή και στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την εξέλιξη του χρέους Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και με το κόστος εξυπηρέτησής του, έχουν να κάνουν με α) την ευαισθησία της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου, β) τις συνθήκες στις αγορές κεφαλαίου και χρήματος, γ) τη συνολική δημοσιονομική προσπάθεια και δ) την εκτέλεση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

Η ολοκλήρωση του PSI είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του χαρτοφυλακίου των ομολόγων με βραχυπρόθεσμη δυνατότητα λήξης, αυξάνοντας τη μέση διάρκεια ζωής του χαρτοφυλακίου χρέους από 6,3 σε 12,1 χρόνια. Η τρέχουσα σύνθεση του χαρτοφυλακίου περιλαμβάνει 55% χρέος με κυμαινόμενο επιτόκιο (αφού τα δάνεια από το Μηχανισμό Στήριξης (ΕΤΧΣ/ΕΚΤ) έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο), με αποτέλεσμα την αύξηση της ευαισθησίας σε κινήσεις της αγοράς. Μια μικρότερη ευαισθησία υφίσταται σε σχέση με το συναλλαγματικό κίνδυνο σε σχέση με τα δάνεια του ΔΝΤ σε SDR και άλλα νομίσματα. Ο ΟΔΔΗΧ μέσω της ενεργής διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, επιδιώκει μια ιδανική σχέση διάρκειας και επιτοκιακού κινδύνου, σύμφωνα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, ώστε να ελαχιστοποιήσει τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό από αιφνίδιες κινήσεις της αγοράς.

Τέλος, η εξέλιξη του χρέους συναρτάται και με την εκτέλεση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ΜΠΔΣ.

Συνεχίζεται η αύξηση

Σύμφωνα με προβλέψεις, διαπιστώνεται ότι το χρέος θα εξακολουθήσει να αυξάνεται από το 2013 και μέχρι το 2016. Ειδικότερα, το 2013, το χρέος Γενικής Κυβέρνησης θα διαμορφωθεί σε 350,1 δισ. ευρώ, από 346,2 δισ. ευρώ φέτος, το 2014 θα αυξηθεί περαιτέρω σε 357,7 δισ. ευρώ και το 2016 θα διαμορφωθεί σε 363,4 δισ. ευρώ.

Πάνος Κακούρης – pkak@naftemporiki.gr

Πηγή: naftemporiki.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s