Gallery

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ

german_embassy

Ο στρατηγός Τσολάκογλου οδηγείται στη βίλλα Σωσσίδη για την τελική υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου οδηγείται στη βίλλα Σωσσίδη για την τελική υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Ιταλός και Γερμανός φρουρός στην Ακρόπολη (σπάνια έγχρωμη φωτογραφία).

Ιταλός και Γερμανός φρουρός στην Ακρόπολη (σπάνια έγχρωμη φωτογραφία).

Ο στρατηγός Τσολάκογλου υπογράφει τη συνθηκολόγηση.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου υπογράφει τη συνθηκολόγηση.

Ο στρατηγός Χρ. Καβράκος, στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, παραδίδει την πόλη στους Γερμανούς.

Ο στρατηγός Χρ. Καβράκος, στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, παραδίδει την πόλη στους Γερμανούς.

Ο Τσολάκογλου στο στούντιο της ελληνικής ραδιοφωνίας για να διαβάσει διάγγελμά του.

Ο Τσολάκογλου στο στούντιο της ελληνικής ραδιοφωνίας για να διαβάσει διάγγελμά του.

Σημαιοστολισμένη η γερμανική πρεσβεία στη λεωφ. Βασ. Σοφίας 4 (27.4.1941).

Σημαιοστολισμένη η γερμανική πρεσβεία στη λεωφ. Βασ. Σοφίας 4 (27.4.1941).

Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου (1)

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Πολλές συζητήσεις έχει προκαλέσει κατά το παρελθόν το πώς έπρεπε να κυβερνηθεί η Ελλάδα αφότου περιήλθε υπό κατοχικό καθεστώς. Τι θα ήταν ωφελιμότερο, προτεκτοράτο ή διευθυντήριο από ανώτερους υπαλλήλους; Ή μήπως μία αναβίωση του παλαιού θεσμού της δημογεροντίας;

Οποιοσδήποτε προβληματισμός είναι συζητήσιμος, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι τον κυρίαρχο λόγο είχε ο νεοαφιχθείς κατακτητής, ο οποίος βεβαίως είχε δικές του αντιλήψεις, κάπως ασαφείς στην αρχή. Και αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τις αγκυλώσεις και να δούμε σε πραγματική ιστορική βάση τα γεγονότα, θα πρέπει να αποφύγουμε προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και εμμονές. Και μάλλον αστόχαστο είναι κάποιοι να επιμένουν να βλέπουν ιστορικά ζητήματα τέτοιου μεγέθους, όπως εν προκειμένω η Κατοχή, σε τόσο περιορισμένους ορίζοντες.

Όσο τα γεγονότα που με συμπεπυκνωμένη ταχύτητα διαδραματίζονται τον Απρίλιο του 1941 είναι καθοριστικά, άλλο τόσο και τα αντίστοιχα του Μαΐου 1941 έχουν ανάλογη σπουδαιότητα. Για μερικές μέρες έχουμε σε παράλληλους δρόμους δύο ελληνικές κυβερνήσεις, που θα ήταν υπεραπλούστευση να χαρακτηρίσουμε ελαφρά τη καρδία τη μία ως πατριωτική και την άλλη ως προδοτική.

Επιχειρείται να υπάρξει ένα ελληνικό νησιωτικό κράτος με έδρα την Κρήτη, ενώ παράλληλα υπάρχει και το άλλο υπό Κατοχή κράτος με έδρα την Αθήνα. Στην αρχική φάση της Κατοχής, ο Τσουδερός, μόλις εγκαθίσταται στην Κρήτη, παρέχει κάποια στήριξη στον νεοδιορισμένο υπουργό του επί των νήσων Αιγαίου Περικλή Αλ. Αργυρόπουλο για να στήσει το ελληνικό νησιωτικό κράτος υπό την αίρεση ότι οι Γερμανοί δεν θα προχωρούσαν στην κατάληψη της Κρήτης ή σ’ αυτή την περίπτωση ότι η άμυνα θα ήταν αποτελεσματική, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι οι Βρετανοί θα διέθεταν τις δυνάμεις που αναγκαιούσαν. Στην ίδια αυτή πρώιμη εποχή, ο Τσολάκογλου αναλαμβάνει την ηγεσία της κατοχικής κυβέρνησης με συγκεκριμένους στόχους, ευελπιστώντας ότι οι Ιταλοί θα ικανοποιηθούν και θα αρκεσθούν με τις απαιτήσεις τους περί Επτανήσου και Θεσπρωτίας, χωρίς να καταφέρουν να καταστήσουν ιταλικό προτεκτοράτο όλη την απολειπόμενη Ελλάδα, οι δε Γερμανοί θα συνεχίσουν να έχουν την πρωτοκαθεδρία στην κατοχή της Ελλάδος.

Υπήρχαν, σ’ αυτή τη σύντομη αρχική περίοδο, στο ελληνικό έδαφος, που είχε πλέον κολοβωθεί με τη βουλγαρική κατοχή στην Ανατ. Μακεδονία και τη Δυτ. Θράκη, δύο ελάσσονες (και κατά κάποιο τρόπο ανταγωνιστικές) κυβερνήσεις, που έτρεφαν δύο διαφορετικά μεγαλόπνοα σχέδια, ένα η καθεμιά για λογαριασμό της. Η κυβέρνηση Τσουδερού είχε την πεποίθηση, έστω και πρόσκαιρα, ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει το νησιωτικό κράτος, που θα περιελάμβανε την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, υπό την προστασία της βρετανικής συμμαχίας, και ακόμη ότι θα μπορούσε να το διατηρήσει ενόσω συνεχιζόταν ο παγκόσμιος πόλεμος, χάρη στο ναυτικό και την αεροπορία των Άγγλων. Επρόκειτο για μια έωλη σκέψη, η οποία άλλωστε πολύ σύντομα διαψεύστηκε από την πορεία των γεγονότων, όταν αποκαλύφθηκε ότι η Αγγλία δεν ήταν σε θέση να διαθέσει τις απαραίτητες δυνάμεις για να συντηρηθεί ο κυματισμός της ελληνικής σημαίας στο Αιγαίο, πολύ δε περισσότερο δεν επαρκούσε για να εξασφαλίσει την κρητική άμυνα.

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός, άνθρωπος έμπειρος και πρακτικός, συνειδητοποίησε ευθύς από τις πρώτες μέρες που έφθασε στην Κρήτη, ότι δεν είχε γίνει προετοιμασία της άμυνάς της, παρά το γεγονός ότι η Βρετανία είχε αναλάβει αυτή την ευθύνη και δη εν λευκώ από πολλών μηνών. Η ρομαντική σκέψη της δημιουργίας νησιωτικού κράτους, που αφέθηκε στον Περ. Α. Αργυρόπουλο να την πρεσβεύει για μερικές ακόμη μέρες, κατέρρευσε, λόγω της βρετανικής αδυναμίας ή αδιαφορίας. Και, βεβαίως, εγκαταλείφθηκε, μέχρι να ανασυρθεί υπό άλλο σχήμα το φθινόπωρο του 1943, όταν είχε καταρρεύσει η Ιταλία, για να διαπιστωθεί και πάλι ανεφάρμοστη.

Το άλλο ρομαντικό σχέδιο, που είναι εξαιρετικά άγνωστο πόσο καλά το είχε συνειδητοποιήσει ως εφικτό ο ίδιος ο στρατηγός Τσολάκογλου, αφορούσε τη μετατροπή της κατεχόμενης Ελλάδος σε δορυφόρο κράτος του Άξονα, το οποίο όμως θα επιχειρούσε να δικαιωθεί όταν τελείωνε ο πόλεμος με εδαφικές ανακατατάξεις, ακόμη και με την ελληνική επάνοδο στη Μικρά Ασία[1]. Από τα γερμανικά αρχεία, αλλά ακόμη και από τα βρετανικά, προκύπτει ότι το «σενάριο» αυτό, όχι μόνον ήταν υπαρκτό, αλλά ότι για κάποιο διάστημα θεωρήθηκε πολύ πιθανό να εφαρμοσθεί. Ήταν ένα σενάριο, που κάποιους βόλευε και κάποιους άλλους όχι. Σ’ αυτή την πρώτη φάση της πιθανολόγησής του, που οριοθετείται από τη γερμανική εισβολή μέχρι την ιταλική είσοδο στην Αθήνα, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του ήταν ο νεοδιορισμένος Γερμανός πληρεξούσιος του Ράιχ για την Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ[2], ο οποίος και κατέβαλε μέχρι τέλους πολλές προσπάθειες για να το κάνει πράξη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το ενδεχόμενο προκαλούσε την αποστροφή της Ιταλίας, η οποία ήθελε να είναι σαφής και αδιαπραγμάτευτη η κυριαρχία της επί της Ελλάδος, επικαλούμενη δημοσίως τα περί ζωτικού χώρου της στη Μεσόγειο.

Μετά την αποτυχία της εαρινής επίθεσης του Μαρτίου, η Ιταλία έμεινε να παρακολουθεί τις στρατιωτικές εξελίξεις σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα. Συνεχίζοντας την ίδια στάση αμέτοχου παρατηρητή, είδε να διαμορφώνονται τα γεγονότα της συνθηκολόγησης, επιχειρώντας μέσω των υπουργείων Εξωτερικών Ρώμης-Βερολίνου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της σ’ αυτά με χρονικές υστερήσεις. Ο Τσιάνο, ο οποίος χειριζόταν πλέον από ιταλικής πλευράς τις εξελίξεις μετά την ελληνική συνθηκολόγηση, σύρθηκε στην αποδοχή του σχηματισμού κατοχικής κυβέρνησης υπό τον Τσολάκογλου. Πιο ευέλικτη η γερμανική πλευρά διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις που χρειάστηκαν, χωρίς να την προλαβαίνει η ιταλική. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι απεστάλη έμπιστο υψηλόβαθμο στέλεχος του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών για να πάρει μέρος στις διαπραγματεύσεις, ο Φίλιππο Ανφούζο, χωρίς να κατορθώσει να έχει επαφή, αφού το ραντεβού στη Λάρισα και τη Θεσσαλονίκη δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί.

Δύο μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, έφθασαν στην κατεχόμενη πλέον ελληνική πρωτεύουσα στις 29 Απριλίου για το νέο ραντεβού ο Γερμανός διπλωμάτης Φέλιξ Μπέντσλερ[3], στον οποίον είχε ανατεθεί αυτή η ειδική αποστολή, καθώς και (χωριστά) ο στρατηγός Τσολάκογλου με τον στρατηγό Μπάκο, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις επαφές τους για τον σχηματισμό ελληνικής κυβέρνησης. Ο Ανφούζο και οι συνεργάτες του εξακολουθούσαν να είναι απόντες και ακριβώς υπό το άγχος να ολοκληρωθούν εγκαίρως, πριν προλάβουν να φθάσουν οι Ιταλοί, έγιναν εκείνη την ημέρα οι συζητήσεις στη γερμανική πρεσβεία.

Μέχρι τότε ο Τσολάκογλου και ο Μπάκος ήταν μόνοι τους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να διαβουλευθούν με εμπειρότερους πολιτικούς και διπλωμάτες, ενώ τουλάχιστον από τριημέρου, δηλαδή από τις 26 Απριλίου, είχε διαμορφωθεί το πλαίσιο της κατοχικής κυβέρνησης στις γενικές γραμμές του. Στις σελ. 110-111 δημοσιεύεται το έγγραφο του Άλφρεντ Γιοντλ, που μεταδίδει στο υπουργείο Εξωτερικών τη δήλωση του Τσολάκογλου, όταν υπέγραφε στις 23 Απριλίου 1941 την τελική συνθηκολόγηση, ότι είναι πρόθυμος να σχηματίσει κυβέρνηση στην Αθήνα. Τρεις μέρες αργότερα δίνεται από το Βερολίνο το «πράσινο φως» για να συζητηθεί το θέμα, σε συνέχεια της πρότασης του Τσολάκογλου.

Ένας συνωμοσιολόγος θα μπορούσε να αντλήσει αφορμή για την προώθηση στην πρωθυπουργία του Τσολάκογλου από μια όντως μυστηριώδη προγενέστερη επαφή, που είχε μαζί του στις πρώτες γραμμές του Μετώπου ο περίφημος Αμερικανός Γουίλιαμ Ντόνοβαν λίγες εβδομάδες πριν από την ούτως ή άλλως αναμενόμενη γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου. Είχε φθάσει ως προσωπικός απεσταλμένος του Προέδρου Ρούσβελτ και είχε διάφορες επαφές στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, η οποία ακόμη δεν είχε προσχωρήσει στον Άξονα. Ο ίδιος ο στρατηγός Τσολάκογλου δεν δίνει πληροφορίες γι’ αυτή τη συνάντηση, όπως άλλωστε πράττει και για πολλά άλλα ζητήματα, λιγότερο ή περισσότερο κρίσιμα. Το ερώτημα είναι αν ο Ντόνοβαν είχε συναντήσει κατά το ταξίδι του στη γειτονική μας Γιουγκοσλαβία και τον στρατηγό Νέντιτς, τον ομόλογο του Έλληνα κατοχικού πρωθυπουργού.

Είδαμε σε άλλο σημείο, τις ζωηρές προσδοκίες που έτρεφαν στη Γερμανία, αλλά και στην Ιταλία, ως προς τη χρησιμοποίηση του Κώστα Κοτζιά, η οποία οπωσδήποτε απετράπη από την έγκαιρη αναχώρησή του μέσω Τουρκίας προς Αμερική. Βεβαιωμένα θα ήθελαν πολύ στο Βερολίνο, όπως και στη Ρώμη, κατοχικός πρωθυπουργός να γινόταν ο Κοτζιάς, ο οποίος δεν ήταν άγνωστος στη διεθνή κοινή γνώμη. Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από την αντίληψη που υπήρχε στις πρωτεύουσες των δύο βασικών χωρών του Άξονα, ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να κυβερνηθεί από ελληνική πολιτική κυβέρνηση, η οποία θα καθιστούσε την Ελλάδα δορυφόρο κράτος χωρίς πλήρη στρατιωτική κατοχή.

Αλλά η υποψηφιότητα Κοτζιά[4] είχε σβήσει εκ των πραγμάτων, αφού ήδη ο πολυσυζητημένος Έλληνας πολιτικός είχε διαφύγει, συνταξιδεύοντας ή ίσως προστατευτικά συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Διάκο[5] και τον Ανδρέα Αποστολίδη[6].

Αφότου ο Τσολάκογλου δέχθηκε τελικά να είναι κατοχικός πρωθυπουργός, ήταν εύλογο να γίνει στόχος και να του αποδίδεται η μομφή ότι και κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων στο Μέτωπο ήταν επηρεασμένος από γερμανοφιλία και γερμανοφοβία. Δεν είναι ακριβές. Η στάση του σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού και των πρώτων ημερών του ελληνογερμανικού πολέμου δεν έχει κάτι το επιλήψιμο. Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι εκείνος είναι που εκδήλωσε με την προαναφερθείσα δήλωσή του, που διαβίβασε ο Γιοντλ, την προθυμία να γίνει κατοχικός πρωθυπουργός. Πάντως, θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στις 23 Απριλίου, που το διατύπωσε, έμενε με την εντύπωση ότι δεν είχε κατορθωθεί ακόμη να σχηματισθεί σταθερή κυβέρνηση στην Αθήνα και ότι τη συνθηκολόγηση την συναρτούσε με μια νέα κυβέρνηση, αποδεσμευμένη από υποχρεώσεις έναντι των Βρετανών. Αυτή ήταν και η αρχική θέση του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου[7], ο οποίος είχε ενδιαφερθεί ο ίδιος να καλύψει το κυβερνητικό κενό που προέκυπτε με την αυτοκτονία του Κοριζή, πιστεύοντας ότι έτσι θα διευκολυνθεί η απεμπλοκή και η σωτηρία των Ελλήνων στρατιωτών του καταρρεύσαντος Μετώπου. Η μη αποδοχή της πρότασης του Μητροπολίτη Σπυρίδωνος εκ μέρους του Τσολάκογλου, ως προς το σκέλος του σχηματισμού επαναστατικής κυβέρνησης πριν από τη σύναψη συνθηκολόγησης, υπήρξε η αιτία της μεταξύ τους εν συνεχεία ψυχρότητας. Η άποψη του Τσολάκογλου ήταν ότι ήταν ορθότερος ο σχηματισμός όχι πριν, αλλά μετά τη συνθηκολόγηση.

Μέχρι ποίου βαθμού επηρεάστηκε στην άποψή του αυτή από προσωπικά ελατήρια φιλαρχίας δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Θα ήταν παράλογο, όμως, να μην δούμε καλοπροαίρετα το πνεύμα προσφοράς που τον συνεπήρε, πιστεύοντας ότι με τις κινήσεις του θα εξασφάλιζε να μη συλληφθούν αιχμάλωτοι οι Έλληνες στρατιώτες, γεγονός που θεώρησε ότι τον δικαίωσε στις επιλογές του όταν έγινε γνωστή η απόφαση του Χίτλερ να απελευθερωθούν όλοι οι Έλληνες αιχμάλωτοι. Αυτό είναι το ένα σκέλος. Το δεύτερο, που αναφέρεται στην απόφασή του να δεχθεί να γίνει κατοχικός πρωθυπουργός, έχει άλλες παραμέτρους.

Κατά καιρούς γίνεται λόγος για την εν γένει συμβολή της Ελλάδος στην εξέλιξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ή αποδίδεται καθοριστική σημασία στα κύρια στρατιωτικά επεισόδια ενός τέτοιου μεγάλου πολέμου, στα οποία πρωταγωνίστησε η Ελλάδα: στον νικηφόρο ελληνοϊταλικό πόλεμο, στην αντίσταση των οχυρών και στη Μάχη της Κρήτης. Οι Έλληνες ιστορικοί και συγγραφείς αγωνιούν χωμένοι μέσα σε ογκωδέστατα ξένα ιστορικά συγγράμματα ή σε μαρτυρίες μεγάλων πρωταγωνιστών για να βρουν κάποια αναφορά στην αξία της ελληνικής συμβολής σ’ αυτόν τον πόλεμο που επέφερε τεράστιες ανακατατάξεις στην Ευρώπη – και όχι μόνο. Πολλές φορές, με τη χρήση ενός υπερμεγεθυντικού φακού, προσωποποιούνται ορισμένες ενέργειες για να υπογραμμισθεί «πόσο διαφορετική θα ήταν η έκβαση του πολέμου».

Σημαίνουσες πολιτικοστρατιωτικές προσωπικότητες έχουν ερμηνεύσει την ελληνική συμμετοχή (και συνεπώς τη στρατιωτική άμυνα της Ελλάδος) στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κατά την περίοδο 1940-41, ότι καθόρισε την εξέλιξη του πολέμου, διότι καθυστέρησε την έναρξη της γερμανικής εκστρατείας κατά της Ρωσίας με όλα τα συνεπακόλουθα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι και από τις δύο παρατάξεις των εμπολέμων, τον Άξονα και τους Συμμάχους, διαπράχθηκαν μεγάλα στρατηγικά και πολιτικά λάθη. Και αυτός ακόμη ο Χίτλερ έχει αναγνωρίσει μερικά από τα μεγάλα λάθη του, που οδήγησαν στην ήττα του, μην παραλείποντας να κάνει υπαινιγμό για την ενόχληση που του προκάλεσε η Ελλάδα.

Θα προτιμούσε άραγε, αν ήταν στο χέρι του, να έχει μια Ελλάδα δορυφόρο του Άξονα; Οφέλη της Γερμανίας από την κατάληψη της χώρας τον Απρίλιο 1941 δεν υπήρξαν άμεσα, αλλά αντίθετα είχε την ευκαιρία να ικανοποιήσει άλλα αξονικά κράτη, αφήνοντάς τα να ορέγονται εδαφικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδος. Φυσικά, το ίδιο ίσχυε και έναντι της Ιταλίας, η οποία είχε την πρωτοκαθεδρία σε διεκδικήσεις από την Ελλάδα, αφού την θεωρούσε ως ζωτικό χώρο.

Η Γερμανία, ωστόσο, είχε ενδιαφερθεί να καταστήσει την κατεχόμενη Ελλάδα ως δορυφορικό κράτος, κηδεμονευόμενο μεν, αλλά πολιτικά ανεξάρτητο και χωρίς ξένη στρατιωτική παρουσία. Ο Γερμανός διπλωμάτης Γκύντερ Άλτενμπουργκ, που ήλθε στην Ελλάδα ουσιαστικά ως «πολιτικός διοικητής», κατέβαλε κάθε προσπάθεια να κάνει πράξη αυτή την ιδέα. Στηριζόμενος στον Τσολάκογλου και τους λοιπούς κατοχικούς υπουργούς, που τους θεωρούσε ικανούς να ασκήσουν την πολιτική εξουσία, πίστευε ότι θα μπορούσαν να απεμπλακούν από τη χώρα όλες οι στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις για να διατεθούν στο προετοιμαζόμενο Ρωσικό και στα άλλα πολεμικά μέτωπα.

Η αντίληψη ότι η ελληνική κατοχική κυβέρνηση θα κατάφερνε μόνη της να ασκήσει τα καθήκοντά της επιτυχώς, επικρατούσε εντονότατα για ένα και πλέον μήνα αφότου άρχισε η Κατοχή. Πλην του Άλτενμπουργκ, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτό το ενδεχόμενο, κυρίως μέσα στην ανωτάτη διοίκηση της Βέρμαχτ – πάντα με το σκεπτικό της απόσυρσης των στρατιωτικών δυνάμεων. Την ίδια εκτίμηση έκαναν και οι αρμόδιοι του Φόρεϊν Όφις, οι οποίοι – ιδίως μετά τη λήξη της Μάχης της Κρήτης – διακατέχονταν από τον φόβο μήπως η κυβέρνηση Τσολάκογλου «προικοδοτηθεί» με το έδαφος της Κύπρου, είτε πραγματικά με την κατάληψη της μεγαλονήσου από τους Γερμανούς και την εν συνεχεία απόδοσή της στο κράτος των Αθηνών, είτε απλώς με μια δημόσια υπόσχεση. Είχαν πιεσθεί πολύ τότε οι Άγγλοι από το ενδεχόμενο αυτό, φθάνοντας πολύ κοντά στην ιδέα να δεσμευθούν οι ίδιοι ανοιχτά και εκ των προτέρων για τη μεταπολεμική τύχη της Κύπρου.

Η επιμονή του Άλτενμπουργκ για τη μετατροπή της ήδη κατεχόμενης Ελλάδος σε δορυφόρο κράτος (πιθανώς με πρότυπο την Κροατία, όπως διαφαίνεται σε ορισμένα έγγραφά του), στηριζόταν στην ευμενή διάθεση του Χίτλερ. Πιστευόταν τότε ότι σε συνδυασμό με την αρχαιολατρεία και ελληνοφιλία του ο Χίτλερ, που από το Ράιχσταγκ είχε δημοσίως εκθειάσει τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών και που είχε διατάξει να μην συλληφθούν ως αιχμάλωτοι πολέμου, συναινούσε. Ίσως σ’ αυτό οφειλόταν η σημαντική καθυστέρηση στη λήψη των τελικών αποφάσεων ως προς τη μελλοντική διοίκηση της Ελλάδος, παρά τις συνεχείς πιεστικές οχλήσεις των Ιταλών.

Αλλά αν η Ελλάδα γινόταν ανεξάρτητο κράτος εντεταγμένο στο Σύμφωνο του Άξονα, θα ήταν διαφορετική η μοίρα της. Σύμφωνα με μια μεταπολεμική εκτίμηση του ίδιου του πρωταγωνιστή της ιδέας, του Άλτενμπουργκ, θα είχε καταλήξει – μετά την τελική ήττα του Άξονα το 1945 – στο κομμουνιστικό στρατόπεδο και θα είχε ακολουθήσει την τύχη των άλλων γειτονικών χωρών.

Ωστόσο, θα είχε μια διαφορετική εξέλιξη η καθημερινότητα των κατοίκων της. Και εδώ θα πρέπει να επιχειρηθεί κάποτε μια κοινωνιολογική προσέγγιση, έστω και υπό εναλλακτική μορφή, για να διαπιστώσουμε τι δεν θα είχε συμβεί. Ως ανεξάρτητο (έστω και εντός εισαγωγικών) κράτος, η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει καλύτερο επισιτισμό, διότι οι σιτοβολώνες της στη Θράκη δεν θα ελέγχονταν από την κατέχουσα Βουλγαρία (αν βεβαίως δεν θα της δινόταν το δικαίωμα της προσωρινής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης), θα μπορούσε να διαπραγματεύεται σε άλλη βάση προμήθειες τροφίμων από τις γειτονικές χώρες, ενώ και ο συμμαχικός αποκλεισμός είναι αβέβαιο αν και πόσο θα εφαρμοζόταν. Το σημαντικότερο και πρακτικότερο απ’ όλα τα ωφελήματα θα ήταν η αποφυγή καταβολής των «εξόδων κατοχής», που εξάρθρωσε την ελληνική οικονομία, αλλά και η απόδοση στον ελληνικό λαό των μεγάλων τμημάτων της ελληνικής παραγωγής που δεσμεύονταν από τους κατακτητές. Τέλος, χωρίς το φάσμα της πείνας και την προκλητική παρουσία ξένων στρατών κατοχής, θα μπορούσε να επανεκτιμηθεί αν και σε ποιο βαθμό θα σημειώνονταν εμφύλιες συγκρούσεις.

Με τις σκέψεις αυτές, δεν θα έπρεπε εκ προοιμίου να αντιμετωπισθεί αρνητικά αυτή η προσπάθεια δημιουργίας δορυφόρου αξονικού κράτους, αφού θα ήταν οπωσδήποτε βελτιωμένη η καθημερινότητα των κατοίκων της, το δε ρίσκο της μεταπολεμικής ένταξής του στο κομμουνιστικό μπλοκ υπήρξε, ως γνωστόν, εξίσου πιθανό κατά την Απελευθέρωση και τους πρώτους μήνες μετά απ’ αυτήν.

Η ιδέα για τη μετατροπή της Ελλάδος σε κράτος φιλικό προς τον Άξονα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον Τσολάκογλου. Την είχε εκφράσει λίγους μήνες νωρίτερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου ήταν εγκατεστημένος. Και ακόμη, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις του Κώστα Κοτζιά, λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε υπάρξει μια ανάλογη ατμόσφαιρα με τη συνωμοσία των γερμανοφίλων και με την αντίστοιχη κινητικότητα που είχε παρατηρηθεί στα παρασκήνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ η Ιταλία ήταν εκείνη που είχε θέσει στόχο την Ελλάδα, δεν υπήρχαν ιταλόφιλοι για να στοιχισθούν το καλοκαίρι του 1940 και να επιχειρήσουν ανατροπή της κυβέρνησης. Εκείνοι που εμφανίσθηκαν και το επεδίωξαν ήταν γερμανόφιλοι, στο μυαλό των οποίων επικρατούσε η άποψη ότι ανατρέποντας τη δικτατορία Μεταξά, θα δημιουργούσαν μια νέα κατάσταση που με τη συμπαράσταση της Γερμανίας θα απομάκρυναν την ιταλική επιβουλή.

Ούτως ή άλλως, επιδιωκόταν ώστε η Ελλάδα να αλλάξει εξωτερικούς προσανατολισμούς και να οδηγηθεί εκουσίως στον Άξονα. Παράλληλα προς όσους κινήθηκαν με τέτοια σχέδια κυβερνητικών μεταβολών, ο Μακεδόνας πολιτικός Σωτήριος Γκοτζαμάνης απέστειλε προς τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄ υπομνήματα που τον παρότρυναν σε αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσε μέχρι τότε η Ελλάδα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αν δεχθούμε ότι η έμπνευση όσων ήθελαν τότε να χειραγωγηθεί η ελληνική πολιτική στο πλευρό του Άξονα, είτε με μνημόνια προς τον ανώτατο άρχοντα ή την κυβέρνηση, είτε με παρασκηνιακές συνωμοτικές ενέργειες, ξεκινούσε από το να αποφευχθεί η ιταλική επιθετικότητα, εκτιμάται κάθε άλλο παρά σαν οιωνεί προδοσία. Μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κακή ή υποκειμενική γνώμη, όχι όμως ως προδοσία.

Με το ίδιο πρίσμα ας κριθεί και ο Νικόλαος Πλαστήρας, που βεβαιωμένα είχε ανάλογες απόψεις και μάλιστα είναι ένας από εκείνους που ενδιαφέρθηκε για να αντικατασταθεί η υπάρχουσα κυβέρνηση από άλλη, που ως κύρια αποστολή θα είχε να οδηγήσει τη χώρα σε νέα εξωτερική πολιτική, αποδεσμευμένη από την Αγγλία και, αντίθετα, εξαρτημένη από τον Άξονα. Η διαφορά των γερμανοφίλων, που ενεργούσαν συνωμοτικά τον Ιούλιο του 1940, με τον στρατηγό Πλαστήρα, που εξέθετε σε Γερμανούς παράγοντες παρόμοιες απόψεις τον Δεκέμβριο του 1940[8], έγκειται στο ότι οι μεν εν καιρώ ειρήνης ενδιαφέρονταν για να μην εμπλακεί η χώρα σε πόλεμο, ο δε διαρκούντος του πολέμου ενδιαφερόταν για να τον σταματήσει, χωρίς όμως να συνυπολογίζει τις συνέπειες.

Στη συνέχεια, ό,τι ήταν εκείνο που επιχείρησε ή επεδίωξε ο Πλαστήρας, το ίδιο πρυτάνευσε στη σκέψη των άλλων γερμανοφίλων του Απριλίου 1941, στους οποίους έχουμε ήδη αναφερθεί[9]. Επομένως στην αλυσίδα των αποπειρών, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικών, που γίνονται από το καλοκαίρι του 1940 για να εντάξουν την Ελλάδα στο στρατόπεδο του Άξονα, η νεώτερη – και τελευταία – είναι εκείνη του στρατηγού Τσολάκογλου κατά την πρώιμη φάση της Κατοχής. Έχει τη βούληση να οδηγήσει την Ελλάδα ολόκληρη σε πολιτική συνεργασία με τον κατακτητή, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφαλισθούν πλεονεκτήματα.

Το περίεργο, πλην όμως όχι και δυσεξήγητο, είναι ότι το να συρθεί η χώρα προς την πλευρά των μέχρι τώρα εχθρών της, ήταν κάτι που συστηματικά απέτρεψε η Ιταλία. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως προς τα πραγματικά ιδεολογικά κίνητρα που είχαν οι χώρες του Άξονα. Στόχος τους δεν ήταν να πείσουν άλλα κράτη να ταυτισθούν με τις ιδεολογικές διακηρύξεις τους, αλλά να εξυπηρετήσουν τα στενότερα συμφέροντά τους, όπως ειδικά για την Ελλάδα η Ιταλία αποσκοπούσε στη διεκδίκηση του περιλάλητου ζωτικού χώρου της.

Από την άλλη μεριά, ένας επιφανής σύγχρονος νομικός, ο Γιώργος Κ. Στεφανάκης[10], ερμηνεύει τολμηρά, αλλά πολύ δίκαια, το ιστορικό πλαίσιο με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των κατοχικών κυβερνητών και ιδιαίτερα του στρατηγού Τσολάκογλου, ως αναγκαιότητα της συγκυρίας – και μάλιστα ως «σωστική» αναγκαιότητα. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Ι. Η πάροδος έξι και πλέον δεκαετιών από την λήξη της Κατοχής, αλλά και η συνακόλουθη ψυχραιμία που ο χρόνος επιφυλάσσει στην ιστορική έρευνα, επιβάλλουν εκκαθάριση των γεγονότων της περιόδου εκείνης.

Ετερογονία επιδιώξεων, συχνά καλοπροαίρετων (ή και απλώς θεμιτών), που απέληγε σε συμπτωματική ταυτότητα στόχων, έχει μέχρι σήμερα θέσει στο περιθώριο τις εθνικής σκηνής πρωτοβουλίες προσώπων που την εποχή κατά την οποία έδρασαν προσέφεραν υπηρεσίες σωστικές υπέρ του ελληνικού λαού. Η – ευτυχώς – ακολουθήσασα συμμαχική νίκη και εθνική απελευθέρωση δημιούργησε εντονώτατη ψυχική πόλωση ενισχυόμενη από τις ανθρωπίνως κατανοητές φιλοδοξίες των υφ’ οιονδήποτε τίτλο εκπροσώπων των νικητών. Έτσι επεκράτησε κατά τρόπον απόλυτον ο κανόνας ότι… «…ο μη μεθ’ ημών – έτσω και καθ’ υπόνοιαν – καθ’ ημών εστί…»… Χωρίς δηλαδή ιδιαίτερη προσοχή και εξατομικευμένες διακρίσεις καταλήξαμε (κατά την παγιωμένη κοινωνική μεταπολεμική αντίληψη) στο στερεότυπο: Να περιβάλλεται με τον φωτοστέφανο της εθνικής αξιότητας οιοσδήποτε μετέσχε στον ένοπλο μαζικό κατά του κατακτητή αγώνα. Όλοι δε οι λοιποί συλλήβδην να κατατάσσονται στην χορεία των εθνικών μειοδοτών ή, εν πάση περιπτώσει, υπόπτων μειοδοσίας. Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα. Επιβάλλεται με πολύ σεβασμό, βέβαια, προς όλους που πατριωτικά πέρασαν στην αντίσταση των βουνών να γίνει δίκαιη και η αποτίμηση της προσφοράς και εκείνων που δεν πίστεψαν στην ωφελιμότητα του μαζικού ενόπλου αγώνα. Ακόμη περισσότερο όμως εκείνων που ετόλμησαν να επωμισθούν και κυβερνητικές ευθύνες χάριν του δοκιμαζομένου, υπό κατοχή λαού.

ΙΙ. Η κατάληψη της Ελλάδας από τις αξονικές δυνάμεις ανέδειξε διαδοχικά δύο μείζονα ζητήματα καθοριστικά της μοίρας του τόπου. Το πρώτο συνίστατο στο πώς θα κυβερνηθεί η υπόδουλη χώρα. Το δεύτερο στο πώς θα επεδιώκετο αποκατάσταση ομαλού πολιτικού βίου, μετά την προσδοκώμενη απελευθέρωση.

Η επίσημη κυβέρνηση συνοδεύουσα τον βασιλέα έκρινε – και άριστα έπραξε – επιβεβλημένη την συνέχιση του πολέμου, στο πλευρό των συμμάχων από την αλλοδαπή πλέον. Έτσι με κάθε δόξα και τιμή απεδήμησε του ελληνικού χώρου στην Μ. Ανατολή και στο Λονδίνο. Έφυγε όμως η σφραγίδα του Κράτους. Όχι ο λαός. Και ο λαός αυτός ήταν ανάγκη να διοικηθεί για να εξασφαλισθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις συνέχισης της ζωής, κατά τρόπο πολιτισμένο.

Αδυναμία ανάδειξης σχήματος κυβερνητικού εκ των κόλπων του κράτους μας δεν δημιουργούσε δυσχέρεια, οιαδήποτε, στον κατακτητή. Ο τελευταίος είχε την πλήρη άνεση να διαχειρισθεί και την υπόδουλη ελληνική πατρίδα υπό το σύστημα των γενικών διοικήσεων, όπως κατά κανόνα έπραξε στην νικημένη Ευρώπη. Άλλωστε ουδείς μέχρι σήμερα υποστήριξε ότι η ελληνική επικράτεια έπρεπε να μείνει τόπος ακυβέρνητος, ή ότι έπρεπε να παραδοθεί στην αποκλειστική προαίρεση των κατακτητών. Μεμονωμένως υποστηριχθείσες τέτοιες απόψεις, είναι άνευ αξίας ως στερούμενες ερείσματος στην πραγματικότητα.

Υπό το άνω δεδομένο είναι προφανές ότι λογικά αντεπιχειρήματα για την ανάδειξη ελληνικού κυβερνητικού σχήματος προς διοίκηση της νικημένης χώρας μας δεν υπάρχουν. Και είναι ευτύχημα που βρέθηκε ο Αντιστράτηγος Γ. Τσολάκογλου. Πρέπει να τονισθεί ότι ο τελευταίος υπήρξε άξιος μαχητής του ιταλικού μετώπου, ο οποίος μάλιστα και μετά την εισβολή των γερμανικών δυνάμεων επέτυχε διά των ελληνικών όπλων τις τελευταίες νίκες του πολέμου κατά των ιταλικών στρατευμάτων. Η ραγδαία, εν τούτοις, προέλαση των ναζιστικών μηχανοκίνητων μονάδων, μετά την διάρρηξη της γιουγκοσλαβικής αντίστασης, είχε μηδενίσει κάθε πιθανότητα αποτελεσματικής άμυνας της Χώρας. Έτι πλέον ανεδείκνυε άμεσο τον κίνδυνο αιχμαλωσίας των ελληνικών στρατευμάτων. Με ρεαλισμό και αίσθημα ευθύνης, ο νικητής Στρατηγός επωμιζόμενος ευθύνες ιστορικές υπερέβη οιαδήποτε εμπόδια τυπικής νομιμότητας. Επικοινώνησε με τις επιτιθέμενες δυνάμεις, κατόρθωσε να συνάψει την ενδοξότερη ανακωχή του πολέμου. Κατοχύρωσε την τιμή των ελληνικών όπλων και – κυρίως – έσωσε την ελληνική νεότητα από την αιχμαλωσία, επιτυγχάνοντας (και εντεύθεν) μοναδική προσφορά ουσιαστικής υπηρεσίας στην πατρίδα.

Οι άνδρες των λοιπών νικηθέντων στρατών αιχμαλωτίσθηκαν. Στην συνέχεια υποχρεώθηκαν, ως επί τω πολύ, σε παροχή εργασίας στην γερμανική βιομηχανία, υπό εξαιρετικά σκληρούς όρους διαβίωσης. Πλείστοι δε εξ αυτών, όσοι, δηλαδή, επιβίωσαν των κακουχιών της αιχμαλωσίας, εφονεύθηκαν κατά τους ανηλεείς συμμαχικούς βομβαρδισμούς των γερμανικών, βιομηχανικών ιδίως, εγκαταστάσεων.

Απόψεις ότι θα έπρεπε το οιοδήποτε, τότε, ελληνικό κυβερνητικό σχήμα να τεθεί υπό την σκέπη της Εκκλησίας, ή να συγκροτηθεί αποκλειστικά από στελέχη της διοίκησης, ελέγχονται άνευ αξίας ιδιαίτερης, αφού και έτσι ελληνική κυβέρνηση θα ανεδεικνύετο, μάλιστα δε από πρόσωπα, είτε χωρίς γνώση κυβερνητικών ζητημάτων, είτε χωρίς ιδιαίτερο κοινωνικό βάρος.

Ό,τι κυρίως είχε ν’ αντιπαλαίσει, ο Τσολάκογλου, όπως και οι ακολουθήσαντες κατοχικοί πρωθυπουργοί υπήρξε και είναι το κοινό αίσθημα. Η ελληνική κοινή γνώμη υπήρξε εξ αρχής αντιαξονική στην συντριπτική της πλειοψηφία. Έτσι αντιμετώπισε με συναισθηματική αποστροφή κάθε προσέγγιση προς τον κατακτητή, ακόμη και λογικά δηλαδή πρακτικά επιβεβλημένη. Και το αίσθημα αυτό ενισχύετο και ετονούτο από την προπαγάνδα των συμμάχων, κυρίως διά των ραδιοφωνικών, τότε, μεταδόσεων. Η δραστηριότητα αυτή υπήρξε προφανώς εξυπηρετική των στρατιωτικών αντιπάλων του Άξονα και εγίνετο διαρκώς πειστικώτερη, όσο η πορεία του πολέμου έδειχνε συμμαχική νίκη. Η ήττα των αξονικών δυνάμεων, η αποκάλυψη της θηριωδίας του ναζισμού, αλλά και ο εξωραϊσμός της όλης προσπάθειας των συμμάχων, οδήγησαν σε τέτοιες ψυχολογικές συνθήκες που ουσιαστικά απέκλεισαν μέχρι σήμερα μια συνολική και ψύχραιμη αποτίμηση του έργου των κατοχικών κυβερνητών.

Από την άλλη πάλι πλευρά, στοιχείο κύριο του αληθινού ηγέτη είναι το σθένος να αντιτίθεται στο ρεύμα, όταν πιστεύει ότι το συμφέρον της χώρας του το επιβάλλει, με την ελπίδα, απλώς, ότι η Ιστορία, ίσως, τον δικαιώσει. Επί τέλους salus populi suprema lex esto.

Ο Γεώργιος Τσολάκογλου, εξ αποτελέσματος, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας δεν φαίνεται ν’ απέδωσε. Σχημάτισε κυβέρνηση κυρίως αποτελουμένη από στρατηγούς – γενναίους μαχητές του αλβανικού μετώπου. Εν τούτοις η έλλειψη πολιτικής πείρας οδήγησε σε υπερβολικά εγκώμια προς τον A. Hitler, και γενικώτερα σε πομπώδεις μεγαλοστομίες που θα μπορούσαν να λείπουν, ενώ ο λαός των Αθηνών υπέφερε από τον φοβερό λιμό του πρώτου κατοχικού χειμώνα».

Για τα εγκώμια του Τσολάκογλου προς τον Χίτλερ, τα οποία επισημαίνει ο Γ. Στεφανάκης, υπάρχει η ερμηνεία πώς και γιατί θεωρήθηκαν επιβεβλημένα να γίνουν, όπως αναλύεται σε άλλο σημείο του παρόντος. Είναι αναντίρρητη όμως η καλή προαίρεση του Έλληνα στρατηγού, ο οποίος χρησιμοποιώντας τέτοιες εκφράσεις άλλωστε βρισκόταν, αν μη τι άλλο, στη γραμμή που του είχε υποδειχθεί τότε από εμπειρότερους πολιτικούς ηγέτες, όπως π.χ. ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος του συνιστούσε «να λέει και κανένα καλό λόγο στους κατακτητές».

2. Συζητήσεις και διαπραγματεύσεις

Οι Γερμανοί λοιπόν δεν είχαν προβλέψει με ποιο τρόπο θα διοικούσαν τη χώρα όταν θα την κατελάμβαναν, σε αντίθεση με τους Ιταλούς, οι οποίοι είχαν επιμελώς σχεδιάσει τι θα έκαναν και είχαν επιλέξει τον Πιέρο Παρίνι και τον Φαρινάτσι για να διοικήσουν την Ελλάδα, έχοντας ως έδρα τη Θεσσαλονίκη. Τα σχέδια αυτά τα εκπονούσαν οι Ιταλοί προ της 28ης Οκτωβρίου 1940 και όταν, έξι μήνες αργότερα, τελικά κατελήφθη η Ελλάδα, με την έναρξη της Κατοχής τον πρώτο λόγο είχαν οι Γερμανοί – και τα δεδομένα βέβαια είχαν αλλάξει.

Οι συνομιλίες του Γερμανού διπλωμάτη Μπέντσλερ για τη συγκρότηση της κατοχικής κυβέρνησης συνεχίσθηκαν στην Αθήνα δύο ημέρες αφότου πραγματοποιήθηκε η κατάληψή της. Στον Τσολάκογλου, που συνοδευόταν από τον στρατηγό Γεώργιο Μπάκο και έναν αξιωματικό της εμπιστοσύνης του, τον αντισυνταγματάρχη Λαδά, παραχωρήθηκε ένα γραφείο της γερμανικής πρεσβείας για να διεξαγάγει τις απαραίτητες συνεννοήσεις με τα πρόσωπα που είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει.

Ο πρώτος, που κλήθηκε τηλεφωνικά να προσέλθει, ήταν ο Αντώνιος Λιβιεράτος. Διηγείται σχετικά:

«Σε ζητεί εις το τηλέφωνον ο στρατηγός Τσολάκογλου μού έλεγε κάποιος των οικείων μου την πρωίαν της ημέρας αυτής. Και η έκπληξίς μου υπήρξε μεγάλη!

Είχε φθάσει και μέχρις εμού η πληροφορία της συνθηκολογήσεως του στρατού μας του Αλβανικού μετώπου, αλλά πέραν της πληροφορίας αυτής, ουδέν άλλο εγγνώριζα περί της εν τω μετώπω εξελίξεως των γεγονότων. Και είχα την εντύπωσιν ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου ήτο εκεί εις το μέτωπον. Και όμως με εζήτει εις το τηλέφωνον και με εκάλει να τον συναντήσω αμέσως. “Ήλθαμε χθες το βράδυ – μου είπε – εγώ και ο Μπάκος από το μέτωπον και είναι ανάγκη να σας ιδούμε τώρα αμέσως”.

Και έσπευσα να τους συναντήσω και να τους σφίξω με θέρμην το χέρι. Ήσαν δύο στρατηγοί, ήρωες του Ιταλοελληνικού πολέμου, δύο εκ των συντελεστών της νεωτέρας πολεμικής εποποιίας της Ελλάδος, ο στρατηγός Τσολάκογλου, ο νικητής της Μόροβας και του Ιβάν, ο ελευθερωτής της Κορυτσάς, και ο στρατηγός Μπάκος, ο νικητής του Τεπελενίου και της Κλεισούρας, ο εκπορθητής της Τρεμπεσίνας!

Και είναι ευνόητος η συγκίνησις με την οποίαν τους αντίκρυσα και ήτο φυσική η αγωνία με την οποίαν ανέμενα τας ανακοινώσεις των.

“Είσθε ο πρώτος, τον οποίον καλούμε”, μου είπε ο στρατηγός Τσολάκογλου. “Θέλομεν την συνδρομήν σου”, μου προσέθεσεν ο στρατηγός Μπάκος».

Ακολούθησε μια συζήτηση ανάμεσα στους τρεις άνδρες, η οποία ξεκίνησε – όπως ήταν επόμενο – από τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συνθηκολόγηση. Συνεχίζοντάς την εξιστόρησή του, αναφέρει ο Λιβιεράτος:

«…Μου εξέθεσαν παραστατικώτατα την εικόνα της όλης καταστάσεως του μετώπου και μου εξήγησαν πώς αφ’ ης στιγμής αι Γερμανικαί μηχανοκίνητοι φάλαγγες υπερεκέρασαν τον Ελληνικόν στρατόν και η Γερμανική πολεμική αεροπορία, κυρίαρχος του Ελληνικού ουρανού, υπερίπτατο των πολεμικών πεδίων και των Ελλήνων πολεμιστών, η συνθηκολόγησις είχε καταστή μοιραία και αναπόφευκτος.

Εις το σημείον αυτό τους απηύθυνα το ερώτημα: Διατί τότε δεν υπέγραψε το πρωτόκολλον της συνθηκολογήσεως ο στρατηγός Πιτσίκας; Και μου απήντησαν και οι δύο: Ήτο σύμφωνος και ο Πιτσίκας. Είχε συντάξει μάλιστα μαζί με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και σχέδιον πρωτοκόλλου συνθηκολογήσεως. Δεν το υπέγραψεν όμως διότι δεν ανελάμβανε την ευθύνην της υπογραφής τούτου άνευ ρητής προς τούτο διαταγής του Αρχιστρατήγου. Εμείς όμως εκρίναμεν, ως στρατιωτικοί ηγήτορες, έχοντες πλήρη συναίσθησιν της κρισιμότητος της εν τω μετώπω δημιουργηθείσης καταστάσεως και βαθείαν συνείδησιν της ιστορικής μας ευθύνης απέναντι των συμπολεμιστών μας και της Πατρίδος μας, ότι δεν είχαμεν το δικαίωμα να θυσιάσωμεν ασκόπως τους συμπολεμιστάς μας και να αφήσωμεν να μεταβληθή η ένδοξος κατά των Ιταλών νίκη μας εις επονείδιστον ήτταν. Και μου προσέθεσεν ο στρατηγός Τσολάκογλου: Είχα, άλλως τε, εις χείρας μου κρυπτογραφικόν τηλεγράφημα του Αρχιστρατήγου, το οποίον μας υπεδείκνυε να αναλάβωμεν ημείς οι στρατηγοί του μετώπου την πρωτοβουλίαν και την ευθύνην της συνθηκολογήσεως. Και τας ανελάβαμεν. Και με μίαν φωνήν οι δύο στρατηγοί μού είπαν: Εάν δεν ανελαμβάναμεν εμείς την πρωτοβουλίαν και την ευθύνην της συνθηκολογήσεως, η Γερμανική αεροπορία και αι Γερμανικαί μηχανοκίνητοι φάλαγγες θα εθέριζαν τον στρατόν μας και θα κατέστρεφαν όλας τας πόλεις της Ελλάδος και οι Ιταλοί από ηττημένοι θα εγίνοντο νικηταί. Και ο ηρωικός και ένδοξος στρατός μας, ο στρατός που έκαμε θαύματα, θα έφθανεν εις το κατάντημα να γίνη αιχμάλωτος των Ιταλών!

Ήσαν λόγοι ούτοι με τετραγωνικήν λογικήν, μη επιδεχόμενοι καμμίαν συζήτησιν. Έκρινα ότι οι δύο αυτοί Έλληνες στρατηγοί είχαν επιτελέσει ολόκληρον το καθήκον των απέναντι της Πατρίδος των, του Ελληνικού στρατού και του Ελληνικού λαού».

Η συζήτηση του Αντ. Λιβιεράτου με τον Γ. Τσολάκογλου και τον Γ. Μπάκο συνεχίστηκε για το ζήτημα της κατοχικής κυβέρνησης:

«…Μου αφηγήθησαν πώς κατά τας μετά των Γερμανών διαπραγματεύσεις της συνθηκολογήσεως είχαν διαπιστώσει εξ εμπιστευτικών ανακοινώσεων του Γερμανού διπλωματικού απεσταλμένου και εξ ακριτομυθιών ή εθελημένων της γλώσσης ελευθεριοτήτων Γερμανών αξιωματικών, την υφισταμένην μεταξύ Γερμανών και Ιταλών οξείαν αντίθεσιν και την ζωηράν των Γερμανών επιθυμίαν, όπως αποφευχθή η εγκαθίδρυσις Ιταλικού προτεκτοράτου εις την Ελλάδα. Και ότι γενική υπήρξε του στρατού του μετώπου η αντίληψις, ότι έπρεπε να επωφεληθώμεν οι Έλληνες προς το συμφέρον της χώρας και του λαού της ευκαιρίας αυτής. Ούτω η περί σχηματισμού Ελληνικής κυβερνήσεως απόφασις ελήφθη εκεί εις το μέτωπον, καταρτισθέντος και ενός καταλόγου Υπουργών. Την προεδρίαν της Κυβερνήσεως, είχεν αποφασισθή να αναλάβη ο στρατηγός Τσολάκογλου, ως εκπροσωπών τον εν τω μετώπω στρατόν. Και εις την Κυβέρνησιν αυτήν με εκάλεσαν να μετάσχω.

Διά να αποφασίσω όμως να μετάσχω εις την Κυβέρνησιν ταύτην, εζήτησα την διευκρίνισιν ωρισμένων θεμάτων. Και προς τούτο, απηύθυνα εις τους δύο στρατηγούς ταύτα τα ερωτήματα:

Θα ήτο Κυβέρνησις ανεξάρτητος από του κατακτητού; Ποίαι θα ήσαν αι εξουσίαι της; Τα Ιταλικά στρατεύματα θα κατήρχοντο εις την Ελλάδα; Ποία θα ήτο εις την περίπτωσιν της καθόδου των η εν τη κατεχομένη χώρα μας θέσις των; Και ποία θα ήτο η θέσις της σχηματισθησομένης Κυβερνήσεως έναντι των Βουλγάρων, των κατεχόντων ήδη την Αν. Μακεδονίαν και Θράκην; Έθετα ως απαράβατον αρχήν την εν ουδεμιά περιπτώσει επαφήν και επικοινωνίαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως προς τους Βουλγάρους, οι οποίοι είχαν καταλάβει τας δύο αυτάς Ελληνικάς περιοχάς ουχί δικαιώματι πολέμου, αλλ’ ως επιδρομείς μισθοφόροι των Γερμανών.

Εις τα δύο, πρώτον και δεύτερον, ερωτήματά μου, η απάντησις των στρατηγών Τσολάκογλου και Μπάκου υπήρξεν άμεσος και κατηγορηματική. Η Κυβέρνησις – μου είπαν – θα είναι ανεξάρτητος από του κατακτητού και θα έχη όλας τας εξουσίας προς άσκησιν της πολιτικής της και με απόλυτον ελευθερίαν θα λαμβάνη όλα τα κατά την κρίσιν της πρόσφορα μέτρα προς αντιμετώπισιν των προβλημάτων της χώρας.

Επί των άλλων όμως ερωτημάτων μου ευρέθησαν οι δύο στρατηγοί εν αδυναμία να μου δώσουν άμεσον απάντησιν. Δεν είχαν επί των θεμάτων τούτων συζητήσει μετά των Γερμανών. Και ούτω προέκυψεν η ανάγκη περαιτέρω συνεννοήσεως μετά του Γερμανού διπλωματικού απεσταλμένου.

Εις το μέγαρον της εν Αθήναις Γερμανικής Πρεσβείας ήσαν από της εσπέρας της προηγουμένης ημέρας εγκατεστημένοι ο διπλωματικός απεσταλμένος του Χίτλερ Πρεσβευτής Μπαίσλερ και εις αντισυνταγματάρχης, αντιπρόσωπος του Γερμανού στρατάρχου Λιστ.

Προς αυτούς οι στρατηγοί Τσολάκογλου και Μπάκος απηυθύνθησαν προς διευκρίνισιν των γερμανικών απόψεων επί των ανακυψάντων αυτών ζητημάτων.

Και ως προς μεν τους Ιταλούς, σαφώς εδήλωσεν ο Γερμανός διπλωματικός απεσταλμένος ότι δεν ήτο δυνατόν να αποτραπή η κάθοδός των εις την Ελλάδα, εφ’ όσον η Ιταλία ήτο σύμμαχος της Γερμανίας, παρείχεν όμως ρητήν διαβεβαίωσιν ότι εις περίπτωσιν σχηματισμού της Ελληνικής Κυβερνήσεως, δεν θα είχαν ούτοι ανάμιξιν εις τα της διακυβερνήσεως της χώρας μας. Θα επρόκειτο απλώς περί στρατιωτικής κατοχής. Ως προς τους Βουλγάρους όμως ο Γερμανός Πρεσβευτής ήτο πολύ επιφυλακτικός. Ήτο φανερόν ότι δεν ημπορούσε να αναλάβη διά λογαριασμόν της Κυβερνήσεώς του ρητήν έναντι της σχηματισθησομένης Ελληνικής Κυβερνήσεως υποχρέωσιν προς επέμβασιν εις πάσαν σημειουμένην βουλγαρικήν αυθαιρεσίαν ή βαρβαρότητα κατά των υπό βουλγαρικήν κατοχήν Ελληνικών πληθυσμών. Δεν είχεν επί του θέματος τούτου τας αντιλήψεις της Κυβερνήσεώς του. Και η μεταξύ τούτου και των δύο Ελλήνων στρατηγών συζήτησις παρετείνετο. Εις κάποιαν όμως στιγμήν, η συζήτησις διεκόπη.

Εφιστάτο η προσοχή των Ελλήνων στρατηγών επί της ανάγκης της επισπεύσεως του σχηματισμού της Ελληνικής Κυβερνήσεως, καθ’ όσον είχε παρασχεθή εις τους Γερμανούς η πληροφορία ότι από ώρας εις ώραν θα έφθανεν εις Αθήνας Ιταλός απεσταλμένος του Μουσσολίνι. Και έπρεπε να ευρεθή ούτος προ γεγονότος τετελεσμένου».

Ο Λιβιεράτος άκουγε τις απόψεις των δύο στρατηγών και ενημερωνόταν για τις προθέσεις τους. Πλην του ιδίου, είχε κληθεί και ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρις για τον ίδιο λόγο, ενώ ο Τσολάκογλου είχε στα χέρια του ένα φύλλο χαρτί με τη σύνθεση, στην οποία είχε καταλήξει και η οποία είχε ήδη από τη Θεσσαλονίκη τεθεί υπ’ όψη των Γερμανών. Η αρχική σκέψη ήταν να χρησιμοποιηθούν ως υπουργοί μόνο στρατηγοί του Μετώπου, ώστε να υπογραμμισθεί αφενός μεν το συμπαγές της προσπάθειας, αφετέρου δε ότι κυριαρχεί η εθνικιστική αντίληψη περί «εθνικής σωτηρίας».

Ο Λιβιεράτος διαφώνησε προς αυτή τη σκέψη, όπως αφηγείται:

«…Τόσον εγώ, όσον και ο Καθηγητής κ. Ν. Λούβαρις εκηρύχθημεν εναντίον της στρατοκρατικής αυτής μορφής της Κυβερνήσεως και υπεστηρίξαμεν την ανάγκην της συμμετοχής εις την Κυβέρνησιν περισσοτέρων εκτός του στρατεύματος προσώπων. Και την άποψίν μας αυτήν τελικώς την απεδέχθησαν οι δύο στρατηγοί.

Ο Καθηγητής κ. Ν. Λούβαρις προέτεινε τον κ. Κ. Λογοθετόπουλον διά το Υπουργείον της Εθνικής Προνοίας και Υγιεινής, τον κ. Ιάσ. Παπαδόπουλον διά το Υπουργείον Εμπορικής Ναυτιλίας, τον κ. Πλ. Χατζημιχάλην διά το Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, τον Διοικητήν της Αγροτικής Τραπέζης κ. Ανδρ. Λαμπρόπουλον και τον Γεν. Διευθυντήν της Γεν. Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού Π. Εξαρχάκην διά το Υπουργείον των Οικονομικών και ίσως και άλλους, των οποίων τα ονοματεπώνυμα δεν συγκρατώ πλέον εις την μνήμην μου.

Αλλά και άλλοι παρά των δύο στρατηγών εκλήθησαν τηλεφωνικώς. Δεν ηθέλησαν όμως ούτοι να μετάσχουν εις την Κυβέρνησιν, έκαστος δι’ ους εδήλωσε λόγους. Και ενθυμούμαι τρεις εξ αυτών: τον Καθηγητήν κ. Ν. Λ., τότε ιατρόν και νυν Καθηγητήν της φυματιολογίας κ. Ν. Οικονομόπουλον και τον τότε Αντιπρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ευάγγ. Αλεξανδρόπουλον. Αλλά και ο υπό του Καθηγητού κ. Λούβαρι προταθείς κ. Ανδρ. Λαμπρόπουλος επίσης δεν ηθέλησε να μετάσχη της Κυβερνήσεως.

Το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων θα το ανελάμβανεν ο κ. Ν. Λούβαρις. Τα Υπουργεία Δικαιοσύνης και προσωρινώς της Αγορανομίας θα ανετίθεντο εις εμέ. Και το Υπουργείον των Οικονομικών θα διηύθυνε προσωρινώς ο κ. Πλ. Χατζημιχάλης. Τον οριστικόν Υπουργόν των Οικονομικών επεφυλάχθη ο στρατηγός Τσολάκογλου να αναζητήση μετά τον οριστικόν σχηματισμόν της Κυβερνήσεώς του. Ούτως η Κυβέρνησις θα κατηρτίζετο».

Αλλά δεν ήταν μόνο το τεχνικό ζήτημα για τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Υπήρχε ένα πολύ σημαντικότερο: ποια ήταν τα γεωγραφικά όρια, τα οποία αναφέρονταν ως επικράτεια και ως τομέας ευθύνης της νέας κυβέρνησης; Θα είχε η νέα κυβέρνηση λόγο και επί των βουλγαροκρατουμένων εδαφών;

Στη σύσκεψη συμμετείχαν τώρα, πλην των δύο στρατηγών και του Λιβιεράτου, οι Λούβαρις, Λογοθετόπουλος και Χατζημιχάλης, οι οποίοι είχαν δεχθεί να γίνουν υπουργοί. Όλοι μαζί συζητούσαν πλέον με τον Γερμανό διπλωμάτη Μπέντσλερ, ο οποίος επειγόταν να ολοκληρώσει τις συζητήσεις και να ορκισθεί η κατοχική κυβέρνηση πριν εμφανισθούν εκπρόσωποι της Ιταλίας. Όταν του τέθηκε το ζήτημα αν η Γερμανία θα αναλάμβανε την υποχρέωση να παρεμβαίνει στα ζητήματα διοίκησης των βουλγαρικών κατοχικών αρχών, αφού η υπό σχηματισμό ελληνική κυβέρνηση δεν επρόκειτο να έχει καμιά επικοινωνία μαζί της, ο Μπέντσλερ διέκοψε τη συζήτηση και δήλωσε ότι θα επανέλθει μετά το μεσημέρι. Προφανώς ήθελε να πάρει οδηγίες από το Βερολίνο επ’ αυτού.

Ο Λιβιεράτος, συνεχίζοντας την αφήγησή του αναφέρει:

«…Τας μεσημβρινάς αυτάς ώρας έσπευσα να επικοινωνήσω με μερικούς φίλους μου, των οποίων ήθελα να έχω τας απόψεις τόσον ως προς τον σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως υπό εχθρικήν κατοχήν, όσον και ως προς την συμμετοχήν μου εις την σχηματισθησομένην Κυβέρνησιν.

Οι περισσότεροι τούτων εθεώρησαν τον υπό τας περιστάσεις εκείνας σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως ως εξυπηρετικόν του Ελληνικού λαού. Και όλοι αυτοί με πολλήν ανακούφισιν προσέβλεπαν εις την λύσιν ταύτην, είτε βραχυχρόνιος, είτε μακροχρόνιος ήτο η εχθρική κατοχή, είτε ηττώντο είτε ενίκων τελικώς οι Γερμανοί. Εις πάσαν περίπτωσιν έκριναν ούτοι την λύσιν ταύτην εξυπηρετικήν του Ελληνικού λαού. Έπρεπε να επιβιώση ο Ελληνικός λαός. Και διά την επιβίωσιν τούτου πολύτιμος εκρίνετο η συμβολή μιας Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμπαραστάτιδος αυτού. Μόνον ως προς την συμμετοχήν μου εις την Κυβέρνησιν αυτήν, τινές των φίλων μου τούτων διετύπωσαν άλλοι επιφυλάξεις και άλλοι αντιρρήσεις, οι πρώτοι, έχοντες την αντίληψιν ότι ήτο μοιραία η πολιτική μου φθορά εν τη αντιμετωπίσει των κολοσσιαίων προβλημάτων, τα οποία από των πρώτων στιγμών του σχηματισμού της Κυβερνήσεως θα ανέκυπταν ενώπιον αυτής και των οποίων η λύσις παρά μιας Κυβερνήσεως, η οποία δεν θα διέθετε προς αντιμετώπισιν αυτών τα ανάλογα, προς τας περιστάσεις και τας μεγάλας του λαού ανάγκας, μέσα, προ παντός τα οικονομικά, οι δεύτεροι, εκφράζοντες τον φόβον μη εις την περίπτωσιν της νίκης των Συμμάχων οι μέλλοντες να μετάσχουν εις μίαν υπό την εχθρικήν κατοχήν Κυβέρνησιν, παρ’ όσας και αν ήθελαν προσφέρει υπηρεσίας εις τον Ελληνικόν λαόν, εξετίθεντο μεταπελευθερωτικώς εις διώξεις.

Άλλοι όμως των φίλων μου τούτων ετάχθησαν ανεπιφυλάκτως υπέρ της συμμετοχής μου εις την σχηματισθησομένην Κυβέρνησιν, της οποίας το έργον έκριναν πολύτιμον διά τον Ελληνικόν λαόν. Και τινες μάλιστα τούτων μου εζήτησαν να εισηγηθώ εις τους έχοντας την πρωτοβουλίαν του σχηματισμού της Κυβερνήσεως δύο στρατηγούς και την ιδικήν των εις την Κυβέρνησιν συμμετοχήν. Και οι μεθ’ ων επεκοινώνησα φίλοι μου ούτοι, ήσαν όλοι μέλη του πολιτικού κόσμου της χώρας μας. Και κανείς, μα κανείς, δεν έσχε τότε την έμπνευσιν να διατυπώση την …σώτειραν ιδέαν “της υπό εχθρικήν κατοχήν διακυβερνήσεως της χώρας υπό των δημοσίων υπαλλήλων”, την οποίαν μεταπελευθερωτικώς τόσοι και τόσοι πολιτικοί και πνευματικοί της χώρας μας άνδρες προέβαλαν ως την μοναδικήν διά τας περιστάσεις εκείνας λύσιν!

Δεν αναφέρω εδώ τους μεθ’ ων επεκοινώνησα τότε φίλους μου, διότι άλλοι εξ αυτών δεν ευρίσκονται πλέον εις την ζωήν και άλλοι δεν έδωσαν σημεία ζωής κατά τον κρίσιμον δι’ εμέ χρόνον της δίκης»[11].

ΜΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ

Στο ενδιάμεσο των συζητήσεων, ένας άλλος Γερμανός διπλωμάτης, ο Κουρτ φον Γκραίβενιτς[12], ο οποίος ήταν διαπιστευμένος από το 1938 στην Αθήνα, προσπάθησε σ’ εκείνη τη φάση να είναι ευεργετικός στην ελληνική πλευρά με κίνδυνο της σταδιοδρομίας του. Πήρε ιδιαιτέρως τον Λούβαρι (ίσως και τον Λογοθετόπουλο) και τους σύστησε να επιμείνουν, κατά τις διαπραγματεύσεις με τον Μπέντσλερ, να θέσουν όρους ως προς τις ιταλικές και βουλγαρικές αξιώσεις, οι οποίες ήταν ακόμη απολύτως ασαφείς. Ο ίδιος έχει γράψει στις αναμνήσεις του[13]: «Στην περίπτωση αυτή το θεώρησα χρήσιμο να τους πω: “Με τις κατάλληλες ερωτήσεις διευκρινίστε τη θέση της Γερμανίας όσον αφορά την ιταλική κατοχή και επίσης τις βουλγαρικές αξιώσεις, ώστε να μην αισθάνεσθε προδομένοι”».

Ο Γκραίβενιτς θέλησε να είναι έντιμος απέναντι στους Έλληνες, οι οποίοι του ήταν ήδη γνώριμοι και οι οποίοι υπό καθεστώς πίεσης και ίσως σύγχυσης, οπωσδήποτε όμως πλήρους έλλειψης πληροφοριών και προετοιμασίας, διαπραγματεύονταν τόσο σοβαρά ζητήματα. Εκείνος έκανε ό,τι του υπαγόρευσε η συνείδησή του στην ώρα αυτή, προφανώς δε ανεξάρτητα από το υπηρεσιακό καθήκον του, αλλά φαίνεται ότι δεν έγινε αντιληπτός, όπως προκύπτει από τη συνέχεια των αναμνήσεών του: «Φυσικά δεν έλαβαν ικανοποιητικές απαντήσεις, κάτι όμως που δεν τους εμπόδισε να αναλάβουν με ικανοποίηση τα αξιώματά τους»[14].

Ο εν προκειμένω καλοπροαίρετος Γερμανός διπλωμάτης δεν ονοματίζει ποιους αφορούσε ο υπαινιγμός του. Ούτως ή άλλως θα πρέπει να εξαιρεθεί ο καθηγητής Λούβαρις, διότι εκείνος αρνήθηκε τελικά να ορκισθεί υπουργός στην κυβέρνηση Τσολάκογλου[15], όπως άλλωστε αναλυτικά εξηγεί στα απομνημονεύματά του. Ασφαλώς, ο καθένας από όσους αποφάσιζε εκείνη την ώρα να εμπλακεί σε μια προσωπική περιπέτεια είχε τα προσωπικά του κριτήρια και τι έπρεπε πρώτο να σταθμίσει. Ως προς δε τους δύο στρατηγούς, τους προερχόμενους από το Μέτωπο, εκείνοι αντιμετώπιζαν πιο προσωποποιημένο τον κίνδυνο ότι «έρχονται οι Ιταλοί εκπρόσωποι» και πρέπει να βιαστούν να αποφασίσουν για την κατοχική κυβέρνηση, ναι ή όχι.

Η ΕΚΔΟΧΗ ΛΟΥΒΑΡΙ

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον Λούβαρι δίνει τις αυθεντικές λεπτομέρειες για τις κρίσιμες εκείνες ώρες. Στα απομνημονεύματά του δίνει την πληροφορία ότι το πρωινό της 29ης Απριλίου 1941 τον ζήτησε στο τηλέφωνο ο συνταγματάρχης Καραπατέας, με τον οποίο συναντήθηκε στο Πανεπιστήμιο, προφανώς στο γραφείο του καθηγητή. Η συνάντηση Λούβαρι-Καραπατέα δεν θα πρέπει να είναι τυχαία, αν γνωρίζουμε ότι ο συνταγματάρχης είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο μη εκδηλωθέν κίνημα των γερμανοφίλων που ανακάλυψε ο Μανιαδάκης το καλοκαίρι του 1940[16], ο δε Λούβαρις είχε αναμιχθεί στο επίσης μη εκδηλωθέν κίνημα του Απριλίου 1941. Ούτως οι άλλως οι δύο συνωμοσίες ήταν «συγκοινωνούντα δοχεία» και ο κύκλος των συνωμοτούντων γερμανοφίλων ήταν ευρύς όπως έχει αναλυθεί. Στον κύκλο αυτόν περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων και ο στρατηγός Γεώργιος Μπάκος.

Ευρισκόμενος ο Λούβαρις με τον Καραπατέα στο γραφείο του, χτύπησε το τηλέφωνο και μίλησε με τον στρατηγό Μπάκο, τον οποίο δεν γνώριζε μέχρι τότε προσωπικά. Τον κάλεσε να τον επισκεφθεί επειγόντως στα γραφεία της γερμανικής πρεσβείας, όπου βρισκόταν με τον Τσολάκογλου. Αφηγείται παραστατικά ο Λούβαρις στη συνέχεια:

«Εις το γραφείον του συμβούλου της πρεσβείας ευρίσκοντο, πλην του Μπάκου, ο στρατηγός Τσολάκογλου, ο αντισυνταγματάρχης Λαδάς και ο κ. Αντ. Λιβιεράτος, ο οποίος είχε κληθή και αυτός κατά τον αυτόν τρόπον. Ο Μπάκος έφερε καταφανή τα ίχνη του εκνευρισμού, του μεγάλου πόνου και της ψυχικής πάλης, ενώ τουναντίον ο Τσολάκογλου έκρυπτε το ηφαίστειον του στήθους του υπό την μορφήν εκείνην της ψυχραιμίας, η οποία τον διέκρινε καθ’ όλον του τον βίον. Μετά τας τυπικάς συστάσεις ο Μπάκος με παρεκάλεσε να λάβω μέρος εις την υπό σχηματισμόν κυβέρνησιν, τονίσας ότι έπρεπεν αύτη να συγκροτηθή εντός ημισείας ώρας. Διαφορετικά, προσέθεσεν, ολόκληρον το σώμα των Ελλήνων αξιωματικών, ολόκληρος ο ελληνικός στρατός, κινδυνεύει να παραμείνη αιχμάλωτος των κατακτητών και να μεταφερθή πιθανώς εκτός της Ελλάδος. Τα μάτια του ωραίου αυτού πατριώτου εξέπεμπον υγράς εκ της συγκινήσεως λαμπηδόνας και ο τόνος της φωνής του ωμοίαζε προς κραυγήν αγωνίας. Μόλις κατώρθωσα να γίνω κύριος του εαυτού μου και να συγκρατήσω την συγκίνησίν μου.

Παρ’ όλον το πένθος το οποίον εσκίαζε την ψυχήν μου και παρά την αηδίαν την οποίαν μού εγέννα η σκέψις ότι θα ήμην υποχρεωμένος να τελώ εις επαφήν με τους αντιπροσώπους του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, προς ανάνδρους υποδουλωτάς ενός μικρού και γενναίου λαού, ομολογώ ότι δεν μού ήτο δυνατόν να ακούσω με συναισθήματα αποστροφής την πρότασιν στρατηγών, των οποίων το μέτωπον εστόλιζαν τόσον πρόσφατοι δάφναι. Η εθνική ιστορία είναι άλλωστε γεμάτη από παραδείγματα ηρωικών ανδρών, οι οποίοι εις αναλόγους περιστάσεις εθυσίασαν τον εαυτόν των χάριν της ανακουφίσεως του λαού. Το δίλημμα, το οποίον ωρθώθη από την πρώτην στιγμήν μέσα μου, έχανε ολίγον κατ’ ολίγον την οξύτητά του και από την φρικτήν σύγκρουσιν των καθηκόντων προέβαλλεν η απόφασις, ασθενής και διστακτική ακόμη, να προτιμήσω την οδόν εκείνην η οποία ωδήγει εις τον Γολγοθάν. Παρ’ όλα ταύτα έμεινα αναποφάσιστος. Ενέδωκα όμως εις την παράκλησιν του Τσολάκογλου, όπως φροντίσω περί συμπληρώσεως της κυβερνήσεως διά μελών μη στρατιωτικών. Διότι ο πρόχειρος κατάλογος των υπουργησίμων απετελείτο κατά το μέγιστον μέρος από ονόματα στρατιωτικά. Τούτο υπέδειξα εις τον στρατηγόν, χωρίς να συναντήσω αντίρρησιν.

Ο Τσολάκογλου ενδιεφέρετο να σχηματισθή κυβέρνησις, και δη με πρόσωπα όσον το δυνατόν αξιολογώτερα. Ήτο πεπεισμένος περί της ανάγκης. Και την ανάγκην αυτήν την ησθάνετο ως μοίραν, η οποία ως πρώτον θύμα της είχεν εκλέξει αυτόν τον ίδιον. Την θέλησιν αυτής της μοίρας την αντίκρυζε με την αυτήν αποφασιστικήν ψυχραιμίαν, με την οποίαν αντίκρυζε τον εχθρόν εις τα πεδία των μαχών, και με την άφοβον εκείνην ανάληψιν ευθυνών, γνωρίσματα, που εθαυμάσαμεν όλοι κατά την διεξαγωγήν της δίκης βραδύτερον.

Έσπευσα λοιπόν να καλέσω τους κ.κ. Λογοθετόπουλον, Ιάσονα Παπαδόπουλον και Πλάτωνα Χατζημιχάλην, οι οποίοι εδέχθησαν κατ’ αρχήν να συζητήσουν την συμμετοχήν των εις την κυβέρνησιν. Περί άλλων τινών οι οποίοι εκλήθησαν μεταγενεστέρως, δεν υπάρχει λόγος να ομιλήσω. Αυτοί ηρνήθησαν ευθύς εξ αρχής. Ο φόβος και η αγωνία ήσαν ζωγραφισμένα εις την έκφρασιν του προσώπου των.

Έπειτα παρετήρησα εις τον στρατηγόν Τσολάκογλου ότι το διάγγελμα της κυβερνήσεως, το οποίον είχε τεθή υπ’ όψει μου, ήτο υπερβαλλόντως δριμύ ως προς το μέρος εκείνο, το οποίον ανεφέρετο εις τον Βασιλέα. Κατά την γνώμην μου έπρεπε να μεταβληθή, διότι δεν ήτο ορθόν να θιγή ο Βασιλεύς, ο οποίος εσυμβόλιζε την ιδέαν της ελευθέρας Ελλάδος. Εις τούτο συνεφώνησε και ο κ. Λιβιεράτος, μόνος εκ των λαϊκών μελών παρών κατά την στιγμήν εκείνην. Ο στρατηγός εδέχθη προθύμως την γνώμην μου περί της ανάγκης της τροποποιήσεως του διαγγέλματος, το οποίον είχεν εμπνευσθή υπό τρίτων και είχε συνταχθή προ της ενταύθα αφίξεως των στρατηγών. Οι τρίτοι ούτοι είχον προφανώς την αντίληψιν ότι η αποκήρυξις του Βασιλέως και της πολιτικής του θα εμαλάκωνε τους κατακτητάς, θα περιώριζε τας υποψίας των και θα συνέβαλλεν ούτω εις την διευκόλυνσιν του έργου της κυβερνήσεως προς ανακούφισιν του λαού από τα δεινά της κατοχής.

Την άμβλυνσιν όμως της δριμύτητος του διαγγέλματος αυτού έδει να εγκρίνη κατ’ αρχήν ο έκτακτος απεσταλμένος του Χίτλερ προς σχηματισμόν της κυβερνήσεως πρεσβευτής Μπαίσλερ. Διότι είχε λάβει ήδη γνώσιν αυτού. Ανέλαβα λοιπόν εγώ να τον συναντήσω. Είχεν εγκατασταθή εις κάποιαν αίθουσαν της πρεσβείας και ούτε αυτός ούτε άλλος τις από το διπλωματικόν προσωπικόν αυτής είχεν οιανδήποτε ανάμιξιν εις τας συζητήσεις μας. Έπρεπεν όμως να αναγγελθώ εις αυτόν παρά των αρμοδίων».

Για να έλθει σε επαφή με τον Μπέντσλερ, ο Λούβαρις αναζήτησε τον Γκραίβενιτς προκειμένου να μεσολαβήσει. Ο Φέλιξ Μπέντσλερ, ο οποίος είχε άμεσες οδηγίες από το Βερολίνο, χειριζόταν μόνος του το ζήτημα του σχηματισμού ελληνικής κυβέρνησης, αγνοώντας τους συναδέλφους του που υπηρετούσαν από την προπολεμική περίοδο στην πρεσβεία. Άλλωστε ο Έρμπαχ ήταν ωσεί απών, έχοντας περιπέσει για αδιευκρίνιστους λόγους υπό δυσμένεια, ενώ ο στρατιωτικός και ο ναυτικός ακόλουθος (Χόχενμπεργκ και Λάντιχ) δεν υπήρχε λόγος να αναμιχθούν σε θέμα κατ’ εξοχήν πολιτικό. Κατά την αφήγηση του Λούβαρι, στο σημείο αυτό βρήκε τον Γκραίβενιτς, ο οποίος πριν τον οδηγήσει στον Μπέντσλερ, τον πήγε στις τουαλέτες της πρεσβείας για να του μιλήσει εμπιστευτικά. «Μου συνέστησε με θέρμην να μη μετάσχω της κυβερνήσεως», λέει ο Λούβαρις, επικαλούμενος τη φιλία τους. «Σκεφθήτε», του είπε, «το μέλλον σας, την θέσιν σας, την θλίψιν που θα σας στοιχίση η τυχόν απόφασίς σας να μετάσχητε της κυβερνήσεως». Τα ίδια του είπαν ο Κλεμ φον Χόχενμπεργκ, ο Λάντιχ και κατηγορηματικά ο Έρμπαχ[17].

Χωρίς κανείς να μπορεί με βεβαιότητα να υποστηρίξει πώς ήταν τόσο επίμονος στην άποψή του ο Γκραίβενιτς, αν δηλαδή πρυτάνευε στη σκέψη του εκείνη την ώρα φιλική διάθεση έναντι των Ελλήνων ή επαγγελματικός ανταγωνισμός έναντι του απροσδόκητα επελθόντος συναδέλφου ως προϊσταμένου, πριν οδηγήσει τον Έλληνα καθηγητή στο γραφείο που χρησιμοποιούσε ο Μπέντσλερ, του είπε να επιμείνει στα εξής σημεία: α) Αν στην αρμοδιότητα της ελληνικής κυβέρνησης θα περιλαμβανόταν και η Ανατολική Μακεδονία, β) αν η Γερμανία αναλάμβανε την ευθύνη για το τι θα γινόταν η Ελλάδα μεταπολεμικά, και γ) αν η Ελλάδα θα παραδινόταν στην Ιταλία ή όχι.

Το πρώτο θέμα, που συζήτησε ο Λούβαρις με τον Μπέντσλερ, μόλις τον συνάντησε, ήταν το θέμα της απάλειψης των αντιβασιλικών αναφορών στο κείμενο του διαγγέλματος της νέας κυβέρνησης, το οποίο μεν δεν είχε δημοσιοποιηθεί ακόμη, αλλά ήδη κυκλοφορούσε[18]. «Ο κύριος αυτός», γράφει ο Λούβαρις, «δεν εφάνη ότι συνεκινήθη από την απόφασίν μας όπως τροποποιήσωμεν το διάγγελμα ως είχε δεχθή ο Τσολάκογλου, μαρτυρών ούτω κατανόησιν του προσώπου του Βασιλέως, εν αντιθέσει προς ωρισμένους πολιτικούς ηγέτας, οι οποίοι ησχολούντο ολίγον αργότερα, και δη κατά τας τραγικωτέρας στιγμάς της ιστορίας του Έθνους εις σύνταξιν πρωτοκόλλων περί αποκηρύξεως του Βασιλέως». Για το διαδικαστικό θέμα της αναβολής της ορκωμοσίας, ο Μπέντσλερ φάνηκε ανένδοτος και δέχθηκε μόνο να καθυστερήσει για έξι ώρες. Συνεχίζει ο Λούβαρις:

«Ως προς την αναβολήν του σχηματισμού κυβερνήσεως ο Μπαίσλερ εδείχθη ανένδοτος. Εδέχθη μόνον εξάωρον επιβράδυνσιν της συγκροτήσεώς της. Την επιβράδυνσιν αυτήν παρεχώρησε κατόπιν της διατυπώσεως των δύο εκείνων ερωτημάτων, κατά την οποίαν παρήσαν και οι λοιποί υποψήφιοι υπουργοί.

Είναι πιθανόν ότι προ της απειλής των παρόντων και της απειλής της αποχωρήσεως ηθέλησε να συνεννοηθή με το Βερολίνον και προς τούτο εχρειάζετο τον απαιτούμενον χρόνον.

Εις την πρεσβείαν επεστρέψαμεν την τετάρτην απογευματινήν. Εις τους διαδρόμους ανέμενον μερικοί ιδικοί μας. Μεταξύ αυτών και κάποιος εις τον οποίον είχεν επιδαψιλεύσει αφθόνως η Πολιτεία τιμάς και αξιώματα κατά την διαρρεύσασαν τετραετίαν[19]. Προβάλλων γερμανικά παράσημα και σχέσεις φιλίας προς την Γερμανίαν του Χίτλερ μού εξέφρασε την ελπίδα ότι θα θεωρηθούν ταύτα αρκετά διά την περαιτέρω σταδιοδρομίαν του. Τι ημπορούσα να απαντήσω εις άνθρωπον, ο οποίος εβεβήλωνε την τραγικότητα των στιγμών με την ατομιστικήν και ιδιοτελή παρουσίαν του;»

Στην απογευματινή συζήτηση, ο Μπέντσλερ, προφανώς αναπτερωμένος από το νέο στοιχείο που γνώριζε πλέον, δηλαδή τον διαγκωνισμό κάποιων Ελλήνων να συμμετάσχουν στην υπό συγκρότηση κυβέρνηση, ήταν περισσότερο βιαστικός, ενδιαφερόμενος να ολοκληρώσει την αποστολή του πριν από την άφιξη των Ιταλών διπλωματών. Ο Λούβαρις καταθέτει ότι, παρά τη γριφώδη διπλωματική γλώσσα του Γερμανού, κατάλαβαν κατά τη συζήτηση ότι η Ανατολική Μακεδονία είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους. Δείχνοντάς του σ’ έναν χάρτη το σημείο αυτό, τον ρώτησε αν θα ανήκε στη δικαιοδοσία της νέας κυβέρνησης. Ο Γερμανός διπλωμάτης έγινε σαφέστερος, λέγοντας ότι γι’ αυτό θα έπρεπε να συνεννοηθούν οι συνομιλητές του με τους Βουλγάρους. Και στη συνέχεια έγινε ομιλητικότερος:

«Μας διεβεβαίωσεν ότι η παραχώρησις της Αν. Μακεδονίας είχεν υπαγορευθή υπό της ανάγκης πολιτικής σκοπιμότητος και ότι ήτο προσωρινή. Το τελευταίον τούτο επανελάμβανον εις πάσαν ευκαιρίαν και μετά ταύτα οι διπλωματικοί κύκλοι της Γερμανίας, ως και μερικοί ανώτατοι στρατιωτικοί. Αλλά προέβη και περαιτέρω. Προ του κινδύνου της ματαιώσεως του σχηματισμού κυβερνήσεως εδήλωσεν ότι η Γερμανία θα ανελάμβανε την μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας μεσολάβησιν δι’ όλα τα ζητήματα τα αφορώντα εις την Αν. Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην. Και προσέθεσε: “Χάριν της χώρας σας σας εξορκίζω να μη αποχωρήσετε”».

Η μόνη παραχώρηση που είχε επιτευχθεί από ελληνικής πλευράς δεν ήταν παρά η υπόσχεση ότι η Γερμανία θα …μεσολαβούσε για θέματα των βουλγαροκρατουμένων περιοχών. Στη συνέχεια αφηγείται ο καθηγητής Λούβαρις:

«Αι δηλώσεις αύται του Γερμανού διπλωμάτου επέφεραν κάποιον κατευνασμόν εις τας ψυχάς των παρευρισκομένων εις την συζήτησιν, η οποία συνεχίσθη, δαπανηθείσα εις την διευκρίνησιν των λεπτομερειών ως προς τα ζωτικώτερα προβλήματα, τα οποία θα προέκυπτον ασφαλώς εκ της βουλγαρικής κατοχής. Μόνον εις το δεύτερον ζήτημα απέφυγε να απαντήση ο Μπαίσλερ.

Όταν προέβαλα εις αυτόν το ερώτημα: “Αναλαμβάνει η Γερμανία την ευθύνην διά την μέλλουσαν τύχην της Ελλάδος;”, απεκρίθη: “Δεν δύναμαι να απαντήσω”. Πράγματι ήτο δύσκολον να απαντήση, προδιαγράφων διά της απαντήσεώς του την στάσιν της Γερμανίας έναντι του Ιταλού συμμάχου της κατά την επιδίωξιν των σκοπών του εν τη ελληνική χερσονήσω.

Αλλ’ η παράκαμψις απαντήσεως εκ μέρους του προεκάλεσε νέαν ταραχήν. Η σιωπή είναι πολλάκις σημαντικωτέρα πάσης απαντήσεως. Αφίνει να φαντασθή κανείς πολλά και κατά την περίπτωσιν αυτήν μάλλον κακά παρά καλά. Η σιωπή εν τούτοις του Μπαίσλερ ήτο απλώς διπλωματική. Πώς ήτο δυνατόν να αποκαλύψη την στιγμήν εκείνην την πολιτικήν, την οποίαν ηκολούθησεν η Γερμανία έναντι των ιταλικών επιδιώξεων καθ’ όλον το διάστημα της κατοχής;

Η σιωπή του Γερμανού διπλωμάτου καθίστα οπωσδήποτε πιθανήν την υπόνοιαν ότι οι ηττημένοι Ιταλοί θα κατήρχοντο εις την Ελλάδα ως συγκατακτηταί των Γερμανών. Τούτο άλλωστε είχε σκοπόν να διευκρινήση η ερώτησίς μου και ο Γκραίβενιτς, ο οποίος μου συνέστησε να την διατυπώσω, υπό γριφώδη πάντως μορφήν, είχε πληροφορηθή την ενδεχομένην κάθοδον των Ιταλών. Οι κατακτηταί λοιπόν θα ήσαν αντί ενός δύο και τα δεινά του ελληνικού λαού μεγαλύτερα. Έπρεπε να λησμονήση κανείς τον πόνον του, να λησμονήση το νέον πλήγμα κατά του συναισθήματος της εθνικής αξιοπρεπείας, της οποίας σύμβολον και έκφρασις χρησιμεύει έκαστος, και ο μάλλον ασήμαντος, όταν ο ξένος εισέρχεται ως κατακτητής εις το ιερόν έδαφος της πατρίδος του, και να αντικρύση τα πράγματα ως ανάγκην, η οποία απαιτεί αυτοθυσίαν.

Οι άλλοι εδέχθησαν να προβούν εις την θυσίαν αυτήν και ανήλθον πολύ προ εμού εις τον Κρανίου τόπον, συνοδεύοντες τον λαόν κατά την οδυνηράν άνοδόν του εις τον Γολγοθάν. Εγώ επροτίμησα να δραπετεύσω. Αλλ’ όταν ηγέρθην όπως αποχωρήσω ο στρατηγός Μπάκος, ο οποίος εφοβείτο προ πάντων την υπό των Ιταλών αιχμαλωσίαν του στρατού και η ψυχή του ήτο ανάστατος από την σκέψιν του εξευτελισμού των νικητών από τους ηττημένους, προέβη με αγωνιώδη φωνήν εις μίαν τελευταίαν έκκλησιν: “Κύριε καθηγητά, εν ονόματι του τιμίου ελληνικού αίματος, που εχύθη εις τα αλβανικά βουνά, μη μας εγκαταλείψετε”.

Ο αγνός πατριώτης επίστευεν ίσως ότι το κύρος, το οποίον απελάμβανον μεταξύ των πνευματικών κύκλων της Γερμανίας, με καθίστα πολύτιμον παράγοντα προς σωτηρίαν του λαού και προς επίλυσιν των δυσχερών προβλημάτων, τα οποία έπρεπε να διευθετώνται εκάστοτε. Δεν εγνώριζε προφανώς ούτε τον Χίτλερ, ούτε το περιβάλλον του, αλλ’ ούτε την περιφρόνησιν του εθνικοσοσιαλισμού προς το πνεύμα και προς τους εκπροσώπους του. Διά τούτο παρά την συγκλονιστικήν επίδρασιν, την οποίαν ήσκησεν επάνω μου η έκκλησις του στρατηγού, η απόφασίς μου όπως αποχωρήσω παρέμεινε σταθερά. Η σύγκρουσις των αντιτιθεμένων εις άλληλα καθηκόντων, η οποία ελυμαίνετο την ψυχήν μου, με είχε κουράσει μέχρι βαθμού απιστεύτου. Αλλά ποίος άραγε θα είχε την δύναμιν να περιγράψη την εναλλαγήν των ψυχικών καταστάσεων και την τραγικότητα του διλήμματος, των οποίων είμεθα όλοι έρμαια κατά την διάρκειαν των ωρών αυτών, αι οποίαι μας εφαίνοντο ατελεύτητοι; Έφυγα προ της συντάξεως του πρακτικού, το οποίον περιείχε την απόφασιν περί σχηματισμού της κυβερνήσεως».

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Ο Λούβαρις κάνει λόγο περί συντάξεως ειδικού πρακτικού, βάσει της οποίας αποφασίστηκε η ανάληψη της (περιορισμένης) εξουσίας από τους κατοχικούς υπουργούς. Παρά την κρισιμότητα ενός τέτοιου καθοριστικού εγγράφου, ακόμη και ως προς τη νομική αν όχι ιστορική πλευρά του, το πρακτικό αυτό ποτέ δεν έχει παρουσιασθεί μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, ούτε έχει εντοπισθεί σε κάποιο αρχείο[20]. Επομένως, δεν έχουν γίνει γνωστοί οι ακριβείς δεσμευτικοί όροι, υπό τους οποίους σχηματίστηκε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου δεν κάνει καμιά σχετική μνεία στα απομνημονεύματά του. Κατά τον Λούβαρι, το πρακτικό αυτό δεν ήταν παρά μια τυπική πράξη, που θα είχε χρησιμότητα αποκλειστικά έναντι των Ιταλών για να τους παρουσιασθεί ως τετελεσμένο γεγονός η συγκρότηση ελληνικής κυβέρνησης. Το μόνο σχετικό έγγραφο που υπάρχει διασώθηκε στα γερμανικά αρχεία, χωρίς να είναι το τελικό και το πρωτότυπο. Οπωσδήποτε όμως έχει την αξία του, διότι είναι εκείνο που ετοίμασαν οι Γερμανοί και είχε τεθεί υπ’ όψη του Τσολάκογλου κατά τις πρώτες συζητήσεις στη Θεσσαλονίκη, ενώ δεν υπάρχει πληροφόρηση ότι υπήρξε κάποια αντίδραση από ελληνικής πλευράς, «πλην ασημάντων προσθηκών». Το περιεχόμενο εκείνου του πρωτοκόλλου, που θα πρέπει να είναι και το τελικό σχεδόν, είχε «προς το παρόν» τρία άρθρα και περιελάμβανε τους ακόλουθους όρους[21]:

α. Η νέα κυβέρνηση αναλάμβανε την «αποκατάσταση της ησυχίας, της τάξης και αποφυγή οποιασδήποτε εχθρικής ενεργείας εναντίον των στρατευμάτων του Άξονα».

β. Αναλάμβανε επίσης την πιστή τήρηση των όρων της συνθηκολόγησης. Ωστόσο, όπως θα δούμε σε άλλο σημείο, εκείνοι που δεν τήρησαν πιστά τους όρους ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι παραχώρησαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη στη Βουλγαρία, έστω και υπό προσωρινή μορφή, διότι δεν προβλεπόταν στα κείμενα της συνθηκολόγησης (ιδιαίτερα μάλιστα σ’ εκείνο, που είχε υπογράψει ο στρατηγός Κ. Μπακόπουλος, παραδίδοντας την επίμαχη ελληνική περιοχή).

γ. Το άρθρο 2 ανέφερε επί λέξει: «Η νέα κυβέρνηση θα ασκεί την πολιτική της σε στενότατη επαφή με τις Δυνάμεις του Άξονα. Υποχρεώνεται να καταργήσει το μέχρι τώρα ισχύον Σύνταγμα και να συντάξει νέο, σε τρόπο που να εξασφαλίζει τους προβλεπόμενους στο παρόν όρους. Θα συνεργασθεί πιστά για την εφαρμογή της νέας τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη που έχουν προγραμματίσει οι Δυνάμεις του Άξονα». Με την εφαρμογή του άρθρου αυτού, η κυβέρνηση Τσολάκογλου δεν θα ήταν «υπηρεσιακή» λόγω των εκτάκτων περιστάσεων ως κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας και περισυλλογής (για να χρησιμοποιήσουμε χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί από την πλευρά των πρωταγωνιστών της), αλλά ως πολιτική κυβέρνηση που θα «συνεργαζόταν πιστά» στο πλαίσιο της νέας τάξης πραγμάτων και του Άξονα.

Ως προς τα περί νέας τάξης, οι Γερμανοί υπανεχώρησαν αμέσως μετά, αφού ο Τσολάκογλου δεν δεχόταν ανέκκλητα, όπως του ζητήθηκε, την εγκατάλειψη των εδαφών της Ανατ. Μακεδονίας και της Δυτ. Θράκης. Στην αναφορά του Μπέντσλερ προς τον Ρίμπεντροπ (28 Απρ. 1941) γίνεται μνεία περί αυτού του θέματος:

«Οι δυσχέρειες για την υποχρέωση συνεργασίας, ως προς τη νέα τάξη στην Ευρώπη, θα αρθούν τότε μόνον, όταν η νέα τάξη θα μπορούσε να θεωρηθεί από τους Έλληνες ότι δημιουργεί σ’ αυτούς την υποχρέωση να εγκαταλείψουν μερικά τμήματα της χώρας τους. Από ιταλικής σκοπιάς αξιώθηκε να αναλάβουν ρητή υποχρέωση αναγνώρισης των συνοριακών μεταβολών που ζητούν οι Δυνάμεις του Άξονα. Υπό τις συνθήκες αυτές η φράση περί της νέας τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη θα απαλειφθεί από το διάγγελμα».

Η φράση τελικά δεν θα περιληφθεί στο διάγγελμα του Τσολάκογλου και αυτό θα τον απαλλάξει ίσως από μια επιπρόσθετη κατηγορία όταν μετά από τέσσερα χρόνια θα δικάζεται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων. Βεβαίως η υπόσταση της κατοχικής κυβέρνησης θα περάσει από διάφορες φάσεις στο επόμενο διάστημα, όπως και ο Τσολάκογλου ως κατοχικός πρωθυπουργός θα έχει διάφορες αμφιταλαντεύσεις, καθώς θα αναρωτιέται τι είναι συμφερότερο να πράξει. Δημοσίως ποτέ δεν αποδέχθηκε ως τετελεσμένες τις απόπειρες προσάρτησης εθνικών εδαφών από την Ιταλία και ιδίως από τη Βουλγαρία, ωστόσο όμως γνωρίζουμε ότι σε συζήτηση που είχε στις 16 Μαΐου 1941 με τον Έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Πολίτη[22] αποδέχεται την ιδέα κάποιας εξόδου των Βουλγάρων στο Αιγαίο, γεγονός που αυτομάτως αίρει την ακεραιότητα του εθνικού εδάφους. Σε επόμενη φάση, ο Τσολάκογλου, αντιλαμβανόμενος ότι σε περίπτωση νίκης του Άξονα οι εδαφικές διεκδικήσεις πρωτευόντως της Ιταλίας και δευτερευόντως της Βουλγαρίας επρόκειτο να ικανοποιηθούν, είχε στρέψει την προσοχή του στο ενδεχόμενο η Ελλάδα να διεκδικήσει τη Μικρά Ασία (!), όπως ήδη έχουμε αναφέρει.

Η μη ένταξη της υπό τον Τσολάκογλου κατεχόμενης Ελλάδος στη «νέα τάξη» δεν ανήκε σε δική του πρωτοβουλία, αφού ο ίδιος για το αντίθετο ενδιαφερόταν, πιστεύοντας ότι έτσι θα είχε δεδομένη τη γερμανική υποστήριξη. Άλλωστε τη μη ένταξη την απέτρεπαν συστηματικά οι Ιταλοί, προβάλλοντας «βέτο» σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα δε κατά τις πρώτες αυτές μέρες της Κατοχής. Οι οδηγίες του Ρίμπεντροπ προς τον Μπέντσλερ και τον Μάκενσεν στη Ρώμη διαπνέονταν με απόλυτη σαφήνεια απ’ αυτό το πνεύμα.

Επί τη βάσει αυτού του πρωτοκόλλου-φαντάσματος αντλούσε την οποία δύναμή της η κυβέρνηση Τσολάκογλου για να παραμένει στην εξουσία. Ως άμεση φυσική συνέχειά της, με τις ίδιες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, θα είναι και η επόμενη κατοχική κυβέρνηση υπό τον καθηγητή Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο. Μόνον η τρίτη κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη, ο οποίος άλλωστε ήταν νομικός (σε αντίθεση με τους δύο προκατόχους του), θα αγνοήσει την ύπαρξη ή μη δεσμεύσεων με τους κατακτητές και θα «καταλάβει» την εξουσία επαναστατικώ δικαίω.

Η ΕΚΔΟΧΗ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ

Το γεγονός είναι ότι η αποδοχή των γερμανικών όρων δεν ήταν τυφλή από ελληνικής πλευράς, όταν σχηματιζόταν η κατοχική κυβέρνηση. Έστω και με την παρότρυνση Γερμανών ή όχι, διατυπώθηκαν ενστάσεις και – όπερ το κυριότερο – δεν έγιναν δεκτές οι εν λευκώ παραχωρήσεις που θα ήθελαν οι κατακτητές. Ακόμη, φαίνεται να παραμερίστηκαν οι όποιοι ρευστής συνείδησης Έλληνες είχαν επιδιώξει να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση.

Από όλες τις μεριές επισημαίνεται ότι η ατμόσφαιρα ήταν θλιβερή και δεν υπήρχε αισιοδοξία, όπως όταν σχηματίζονται υπό οιεσδήποτε περιστάσεις νέες κυβερνήσεις. Φυσικά, αυτή η αισιοδοξία ισχύει για νέες κυβερνήσεις, που όμως είναι ελεύθερες.

Ο Λούβαρις δεν ήταν ο μόνος «σκεπτικιστής». Σύμφωνα με την αφήγηση του Λιβιεράτου και ο ίδιος, πλην του καθηγητή, ήταν μεταξύ εκείνων που πήραν προς στιγμήν την απόφαση να αποχωρήσουν, αφήνοντας τον Τσολάκογλου μόνο του με τον Μπάκο. Ο τελευταίος, έκδηλα συγκινημένος και μάλιστα «δακρύων», τους σταμάτησε, εκλιπαρώντας τους να μην φύγουν.

Συνεχίζοντας λοιπόν την αφήγησή του ο Αντ. Λιβιεράτος, αναφέρει τι ακολούθησε στην απογευματινή σύσκεψη των Ελλήνων με τον Μπέντσλερ:

«Την 4ην μεταμεσημβρινήν ώραν της ιδίας ημέρας αι μετά των Γερμανών συνεννοήσεις επανελήφθησαν. Ήτο τεθειμένον από της πρωίας το θέμα: Η Γερμανική Κυβέρνησις εκαλείτο να αναλάβη έναντι της Ελληνικής Κυβερνήσεως την υποχρέωσιν, όπως επεμβαίνη μετά πρόσκλησιν ταύτης και επιλύη τα εκάστοτε μέλλοντα να ανακύπτουν εκ της βουλγαρικής των ελληνικών εδαφών κατοχής ζητήματα, αφού αύτη είχεν επιτρέψει την βουλγαρικήν κατοχήν των ελληνικών αυτών εδαφών και αφού η Ελληνική Κυβέρνησις, μη αναγνωρίζουσα την βουλγαρικήν κατοχήν και διαμαρτυρομένη δι’ αυτήν, ουδεμίαν ήτο δυνατόν να έχη επαφήν και επικοινωνίαν μετά των Βουλγάρων.

Και κατά την συζήτησιν ανέκυψε και θέμα δεύτερον: Η Γερμανική Κυβέρνησις εκαλείτο να εγγυηθή διά την μελλοντικήν τύχην της Ελλάδος. Το δεύτερον τούτο θέμα το έθεσεν, αν δεν με απατά η μνήμη, ο κ. Ν. Λούβαρις.

Και η επί των θεμάτων τούτων συζήτησις παρετείνετο. Ο Γερμανός απεσταλμένος παρείχε διαβεβαιώσεις περί του προσωρινού της βουλγαρικής κατοχής, επιβληθείσης, ως έλεγεν, εκ της πολεμικής διά την Γερμανίαν ανάγκης, αλλά και δεν ανελάμβανε διά λογαριασμόν της Κυβερνήσεώς του την ην ημείς εζητούμεν να αναλάβη υποχρέωσιν. Και η νευρικότης όλων ήτο έκδηλος.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου, ο οποίος κάτω από την Ολυμπίαν αταραξίαν του έκρυπτε το ηφαίστειον της ψυχής του, ανέλαβε εις κάποιαν στιγμήν να θέση τέρμα εις την παρατεινομένην συζήτησιν. Εζήτησεν από τον Γερμανόν απεσταλμένον σαφή την απάντησιν επί της διατυπωθείσης απόψεώς μας. Αλλ’ η απάντησις τούτου υπήρξε διπλωματική!

Τότε πολλοί των εξ ημών εκεί παρισταμένων απεχωρήσαμεν του γραφείου του Γερμανού διπλωμάτου, αρνηθέντες εις τον στρατηγόν Τσολάκογλου την συνεργασίαν μας.

Είχαμεν φθάσει εις τον διάδρομον του μεγάρου της Γερμανικής Πρεσβείας, όταν επεφάνη εκεί ο αείμνηστος στρατηγός Μπάκος, ο αγνός εκείνος ιδεολόγος και ηρωικός πολεμιστής.

Ήτο καταφανής η βαθυτάτη συγκίνησις υπό της οποίας κατείχετο. Πελιδνός και δακρύων απηύθυνε προς όλους μας έκκλησιν και μας ετάνυσε την χορδήν της ψυχής μας διά τους ηρωικούς αιχμαλώτους πολεμιστάς μας, των οποίων η τύχη και η ζωή ήσαν αποτεθειμέναι εις χείρας μας. Μας εξώρκισεν εν ονόματι των νεκρών και των ζώντων ηρώων πολεμιστών να μη αποχωρήσωμεν. Και μας εσταμάτησεν εκεί εις τον διάδρομον. Μας υπεγράμμισε την ανάγκην του αμέσου σχηματισμού Κυβερνήσεως και μας υπέμνησε την από στιγμής εις στιγμήν αναμενομένην άφιξιν του διπλωματικού απεσταλμένου του Μουσσολίνι. Εάν – μας είπε – δεν σχηματίσωμεν τώρα αμέσως Κυβέρνησιν, η Ελλάς θα καταστή Ιταλικόν Προτεκτοράτον και οι ήρωες Έλληνες πολεμισταί θα καταστούν αιχμάλωτοι των ηττημένων Ιταλών.

Δεινόν ήτο το δίλημμα! Και δεινή κατέστη η θέσις μας. Και έκαστος εξ ημών εσκέπτετο τι έπρεπε να αποφασίση. Και ο στρατηγός Μπάκος μάς εξώρκιζε, μας ικέτευε, μας εξελιπάρει!…

Όσοι δεν έζησαν τας στιγμάς αυτάς και δεν είδαν τον στρατηγόν Μπάκον δακρύοντα και χειρονομούντα και δεν τον ήκουσαν ομιλούντα και εκλιπαρούντα, δεν ημπορούν να συλλάβουν το μέγεθος του ψυχικού μας συγκλονισμού.

Και εμείναμεν εκεί εις τον διάδρομον δι’ ολίγας στιγμάς. Και ο στρατηγός Μπάκος επανήλθεν εις τον γραφείον του Γερμανού διπλωματικού απεσταλμένου. Αντελήφθημεν όλοι μας ότι επέστρεφεν εκεί διά να καταβάλη μίαν υστάτην προσπάθειαν παρά τω Γερμανώ αυτώ απεσταλμένω.

Και, μετ’ ολίγον, επανήρχετο εις ημάς διά να μας ανακοινώση ότι ο Γερμανός απεσταλμένος παρείχε την κατηγορηματικήν διαβεβαίωσιν ότι η Κυβέρνησίς του θα επενέβαινε παρά τη Βουλγαρική Κυβερνήσει και ταις στρατιωτικαίς αρχαίς της βουλγαρικής κατοχής προς ρύθμισιν των εκ της κατοχής τούτων ανακυπτόντων ζητημάτων.

Ούτως αι μακραί και επίμοχθοι εκείνης της ημέρας συζητήσεις ετερματίσθησαν και η περί σχηματισμού Ελληνικής Κυβερνήσεως απόφασις ελήφθη κατά τας πρώτας εσπερινάς ώρας.

Την ιδίαν στιγμήν έφθανεν εις τας Αθήνας ο έκτακτος Ιταλός απεσταλμένος. ΗΤΟ ΟΜΩΣ ΠΛΕΟΝ ΑΡΓΑ. Είχεν ευρεθή προ γεγονότος τετελεσμένου…».

Μάλλον δεν είναι ακριβής ο πανηγυρισμός ότι οι Ιταλοί βρέθηκαν «προ τετελεσμένου». Οι Ιταλοί ήταν πλήρως ενήμεροι μέσω Βερολίνου και είχαν αποδεχθεί όσα σημεία ήθελαν, ενώ για άλλα υπέβαλλαν τις αντιρρήσεις τους αρμοδίως στον Ρίμπεντροπ. Απλώς δεν είχαν παρευρεθεί στις συζητήσεις που έγιναν στη γερμανική πρεσβεία Αθηνών.

3. Οι στρατηγοί του Μετώπου γίνονται υπουργοί

Το απόγευμα της 29ης Απριλίου 1941 ο στρατηγός Τσολάκογλου ανακοίνωνε από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, η οποία θα ορκιζόταν το επόμενο πρωί. Η σύνθεσή της είχε σχεδόν διαμορφωθεί, ύστερα από τις επαφές που είχε πραγματοποιήσει εκείνη την ημέρα.

Ωστόσο απείχε από την αρχική σύνθεση, η οποία είχε υποβληθεί στον Μπέντσλερ στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο θα συμμετείχαν, πλην του Τσολάκογλου που θα είχε την προεδρία, οι στρατηγοί Δεμέστιχας, Μπάκος, Μάρκου, Μουτούσης, Βραχνός και Κατσιμήτρος (ως υπουργοί Εσωτερικών, Εθνικής Αμύνης, Ασφαλείας, Παιδείας και Επισιτισμού αντίστοιχα), οι συνταγματάρχες Δημάρατος και Μπουλαλάς (Αγορανομίας και Γεωργίας αντίστοιχα) και ο στρατηγός Νικ. Ραγκαβής (ως υπουργός γενικός διοικητής Μακεδονίας).

Η προτίμηση στρατιωτικών δεν ήταν τυχαία. Σκοπός ήταν να προβληθεί χαρακτήρας «εθνικής σωτηρίας» στη νέα κυβέρνηση και ιδιαίτερα να υπάρχει απόλυτος συσχετισμός μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών που είχαν δράσει ένδοξα στο Μέτωπο και των νέων υπουργών. Αντικειμενικά άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μια χώρα ασυνήθιστη από στρατοκρατικές εμπειρίες. Από το 1922, επί συνόλου 17 πρωθυπουργών, οι 6 ήταν εν ενεργεία ή απόστρατοι αξιωματικοί – χωρίς να γίνει ειδική αναφορά στον αριθμό των στρατιωτικών κινημάτων που είχαν επιχειρήσει επιτυχώς ή ανεπιτυχώς να καταλάβουν την αρχή. Οπωσδήποτε το νέο στοιχείο θα ήταν ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης αποκλειστικά από εν ενεργεία ανώτατους και ανώτερους αξιωματικούς που μέχρι την προηγούμενη ημέρα διοικούσαν τον ελληνικό στρατό που πολεμούσε. Η εμμονή σ’ αυτόν τον στρατοκρατικό χαρακτήρα της κατοχικής κυβέρνησης οφειλόταν οπωσδήποτε στον Τσολάκογλου, τον στρατηγό που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση, και που με τη συνέχεια αυτή της πρωτοβουλίας του εκείνης ήθελε να προβάλει το ενιαίο στις απόψεις των στρατηγών του Μετώπου. Και βεβαίως να επιμερισθούν επικοινωνιακά οι ευθύνες της συνθηκολόγησης στους άλλους στρατηγούς.

Οποιοσδήποτε αντικειμενικός κριτής δεν μπορεί να αποφύγει τον πειρασμό να δει τη σκιά προσωπικής ματαιοδοξίας σ’ εκείνη την απόφαση. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι ο Τσολάκογλου μεταπολεμικά αναφέρθηκε με ανάλογο πνεύμα στην επίμονη επιδίωξη κάποιων στρατηγών, που αρχικά είχαν παραλειφθεί, να συμμετάσχουν και αυτοί στην κυβέρνηση.

Ήδη από τις συζητήσεις με τον Μπέντσλερ στη Θεσσαλονίκη είχε εγκαταλειφθεί η μονόπλευρη χρησιμοποίηση των στρατηγών και τουλάχιστον τρία υπουργεία (Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας) επρόκειτο να δοθούν σε ιδιώτες, ενώ το ζήτημα αν η θέση του υπουργού Εξωτερικών θα καλυπτόταν αφέθηκε εκκρεμές, καθώς δεν ήταν βέβαιο αν το υπουργείο θα διαλυόταν ή όχι. Εν τω μεταξύ, ύστερα από υπόδειξη του Ρίμπεντροπ, αποφασίσθηκε να είναι μεγαλύτερη η αναλογία των ιδιωτών σε σχέση με τους στρατηγούς.

Στην αναφορά, που έστειλε στο Βερολίνο ο Μπέντσλερ, αν και δεν γίνονται κρίσεις για τα συγκεκριμένα πρόσωπα που προτείνονται για να επανδρώσουν την κυβέρνηση Τσολάκογλου, προστέθηκε ότι ο «στρατηγός υποσχέθηκε να προσέξει να μην εισχωρήσουν “ελευθεροτέκτονες” ανάμεσα στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου». Ασφαλώς και δεν θα είναι φαντασίωση του Γερμανού διπλωμάτη, αλλά το θέμα είναι ότι στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον ίδιο στην αναφορά του, υπήρχαν ορισμένοι τέκτονες (Κατσιμήτρος, Δημάρατος), ενώ την ιδιότητα αυτή είχαν και οι Λογοθετόπουλος και Λούβαρις, ώστε φαίνεται ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε σοβαρό ή ανυπέρβλητο κώλυμμα, αφού άλλωστε και στις επόμενες κατοχικές κυβερνήσεις πήραν μέρος και άλλοι τέκτονες.

Η τελική σύνθεση της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης είχε ως εξής:

Πρωθυπουργός: στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου.

Υπουργός Παιδείας και προσωρινώς Προνοίας, λίγο αργότερα δε και αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως: Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος.

Υπουργός Εθνικής Αμύνης: στρατηγός Γεώργιος Μπάκος.

Υπουργός Δικαιοσύνης και προσωρινώς Αγορανομίας: Αντώνιος Λιβιεράτος.

Υπουργός Εσωτερικών: στρατηγός Παναγιώτης Δεμέστιχας.

Υπουργός Ασφαλείας: στρατηγός Νικόλαος Μάρκου.

Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινώς Οικονομικών: Πλάτων Χατζημιχάλης.

Υπουργός Συγκοινωνίας, Μεταφορών και ΤΤΤ: στρατηγός Σωτήριος Μουτούσης.

Υπουργός Γεωργίας: στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος.

Η ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Υπ’ αυτή τη σύνθεση ορκίστηκαν τα μέλη της νέας κυβέρνησης στις 30 Απριλίου 1941 το πρωί, ομνύοντας: «Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού και της Πατρίδος να εκτελώ τα καθήκοντά μου εντίμως και ευσυνειδήτως και να καταβάλλω απάσας τας δυνάμεις μου, όπως εξυπηρετώ τα συμφέροντα του Έθνους και του λαού»[23]. Η ορκωμοσία έγινε στο γραφείο που χρησιμοποιούσε στα Παλαιά Ανάκτορα μέχρι πριν λίγες ημέρες ο υπουργός διοικητής Πρωτευούσης Κώστας Κοτζιάς.

Έχουν γραφεί πολλά ως προς την ορκωμοσία τους, με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνήθηκε να την τελέσει. Πολλές από τις σχετικές αναφορές έχουν έντονο το στοιχείο της υπερβολής. Η αυθεντικότερη περιγραφή είναι εκείνη του αρχιμανδρίτη Γερβασίου Παρασκευόπουλου, που ήταν πρωτοσύγγελος του Αρχιεπισκόπου[24]:

«…Την μεθεπομένην, ήτοι μετά την εις Αθήνας άφιξιν του Τσολάκογλου δι’ αεροπλάνου και περί ώραν 9ην νυκτερινήν, επισκέπτεται τον Αρχιεπίσκοπον Χρύσανθον, ο μετ’ ολίγον υπουργός της Εθνικής Οικονομίας Χατζημιχάλης, συνδεόμενος προσωπικώς μετά του Αρχιεπισκόπου και αγγέλλει εις αυτόν ότι απεφασίσθη να γίνη Κυβέρνησις υπό τον Τσολάκογλου της οποίας θα μετάσχη και αυτός και παρακαλεί τον Αρχιεπίσκοπον να ορίση την ώραν της ορκωμοσίας. Ο αοίδιμος Χρύσανθος ερωτά τότε: “Επαναστατικώ δικαίω γίνεται η νέα Κυβέρνησις;” Και ο Χατζημιχάλης απαντά: “Όχι. Αλλ’ ένεκα των περιστάσεων και διά να μη παραλύση η χώρα”. Και ο Αρχιεπίσκοπος: “Εγώ γνωρίζω ότι μια νέα Κυβέρνησις ορκίζεται ή Συνταγματικώ Δικαίω ή επαναστατικώ τοιούτω. Ο Βασιλεύς και η Συνταγματική Κυβέρνησις πολεμούν εις την Κρήτην επί ελληνικού εδάφους. Πώς είναι δυνατόν εγώ να ορκίσω και ετέραν Κυβέρνησιν την στιγμήν που δεν εκρίθη ο αγών και η Ελλάς ακόμη ζει;” Και ο Χατζημιχάλης απεχώρησε».

Κατά τη συζήτηση εκείνη ίσως να αφέθηκε κάπως ασαφές αν όντως θα όρκιζε ή όχι την κυβέρνηση ο Χρύσανθος, διότι στις εφημερίδες διοχετεύθηκε η είδηση ότι η ορκωμοσία θα γινόταν στις 9 π.μ. ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου. Πιθανόν η κυβέρνηση να νόμισε ότι τελικά θα δεχόταν ο Αρχιεπίσκοπος και ίσως να τον περίμενε να εμφανισθεί. Και αφού πέρασε ο χρόνος, αποφάσισε να καλέσει τον προϊστάμενο κεντρικού ναού.

Ωστόσο, ο Αντώνιος Λιβιεράτος – χωρίς να αντικρούει την προηγούμενη στιχομυθία – σημειώνει:

«Δεν προσήλθεν ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος διά να ορκίση την Κυβέρνησιν Τσολάκογλου, αλλά και δεν απηγόρευσεν εις τους υφισταμένους του ιερείς και άλλους της Εκκλησίας τιτλούχους όπως προσέλθουν και την ορκίσουν. Και προσήλθε και την ώρκισε την ιδίαν εκείνην πρωίαν της 30ής Απριλίου 1941, ο Αρχιμανδρίτης του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση κ. [Νικόλαος] Παπαδόπουλος. Ούτω, είχε πληρωθή ο τύπος της ορκωμοσίας της Κυβερνήσεως.

Δεν ενθυμούμαι ατυχώς το ονοματεπώνυμον του ανωτέρου εκείνου αξιωματικού της Αστυνομίας των Πόλεων, ο οποίος έλαβε την πρωίαν εκείνην την εντολήν του Πρωθυπουργού στρατηγού Τσολάκογλου, όπως ειδοποιήση ένα οιονδήποτε κληρικόν και προσέλθη εις το Πρωθυπουργικόν γραφείον και ορκίση την Κυβέρνησιν…».

Η ορκωμοσία των κατοχικών υπουργών έγινε σε δύο κλιμάκια. Το πρώτο, που το αποτελούσαν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Λιβιεράτος, Χατζημιχάλης και Μπάκος, ορκίσθηκε στις 11 το πρωί. Το δεύτερο, αποτελούμενο από τους στρατηγούς Δεμέστιχα, Μουτούση, Κατσιμήτρο και Μάρκου, ορκίσθηκε στις 6.30 το απόγευμα από τον ίδιο αρχιμανδρίτη στην ίδια αίθουσα. Οι στρατηγοί δεν είχαν προλάβει να φθάσουν από τα Ιωάννινα, παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί διέθεσαν στρατιωτικό αεροπλάνο.

ΤΑ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Από το βράδυ της 29ης Απριλίου μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο της Αθήνας η προκήρυξη και οι «προγραμματικές δηλώσεις» της νέας κατοχικής κυβέρνησης. Οι τελευταίες αυτές ήταν εξαιρετικά λιγόλογες και κάπως αόριστες:

«Εν Αθήναις τη 29η Απριλίου 1941

Κύριον μέλημα της νέας Κυβερνήσεως θα είναι:

1) Η επίλυσις του ζητήματος της θέσεως των αξιωματικών και οπλιτών οίτινες παραμένουσιν νυν ως αιχμάλωτοι.

2) Η βοήθεια των αναπήρων και παθόντων εν πολέμω και γενικώς η παροχή κοινωνικής προνοίας.

3) Η επίλυσις του ζητήματος του επισιτισμού της χώρας. Ούτος θα ανατεθή εξ ολοκλήρου εις την Αγροτικήν Τράπεζαν.

4) Η αποκατάστασις της εθνικής και ιδιωτικής οικονομίας της χώρας.

5) Η παροχή εργασίας εις πάντας και η ενίσχυσις της γεωργίας και βιομηχανίας.

6) Η αποκατάστασις του συγκοινωνιακού ζητήματος και

7) Η απόλυτος τήρησις της τάξεως και ασφαλείας».

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες της επομένης, όπως και η «προκήρυξη» του στρατηγού Τσολάκογλου «προς τον στρατόν και τον λαόν», από την οποία είχαν αφαιρεθεί οι αντιβασιλικοί υπαινιγμοί, ύστερα από υπόδειξη του Λούβαρι:

«Έλληνες Μαχηταί, Ελληνικέ Λαέ,

Οι υπεύθυνοι της εθνικής συμφοράς έφυγαν από τας Αθήνας και εγκατέλειψαν το πάτριον έδαφος. Υπό την ασφαλή προστασίαν της θαλάσσης από τας επιθέσεις του αντιπάλου, απαιτούν από όλους μας να συνεχισθή ο αγών, το μάταιον του οποίου Σεις όλοι οι παραμείναντες επί του πατρίου εδάφους έχετε κατανοήσει.

Η σκληρά πραγματικότης είναι, ότι μετά την κατάληψιν των Αθηνών υπό του γερμανικού στρατού και μετά την φυγήν των Άγγλων, δεν δύναται να γίνη ουδείς πλέον λόγος περί συνεχίσεως του αγώνος.

Κυβέρνησις που ετράπη εις φυγήν ουδέν δικαίωμα έχει να απαιτή από τον ελληνικόν λαόν θυσίας αι οποίαι ισοδυναμούν με σφαγιασμόν και αυτοκτονίαν.

Έλληνες,

Πρέπει ν’ αναλάβωμεν την τύχην της χώρας σθεναρώς εις τα χέρια μας και ν’ ατενίζωμεν κατάματα την σκληράν πραγματικότητα. Διά ν’ ανταποκριθώμεν εις ταύτα απεφάσισα από κοινού μεθ’ όλων των στρατηγών και αξιωματικών του αγωνισθέντος ελληνικού στρατού να σχηματίσω υπό την προεδρίαν μου Κυβέρνησιν, ήτις θα εξασκή την εξουσίαν της ανεξάρτητα της μέχρι τούδε Κυβερνήσεως της Ελλάδος, εδραζομένην επί μόνης κυριάρχου θελήσεως του ελληνικού λαού.

Αυτή θα είναι η μόνη νόμιμος Κυβέρνησις εν Ελλάδι και θα έχη ως εντολήν και μοναδικόν προορισμόν, τη συγκαταθέσει των δυνάμεων κατοχής, ν’ αποκαταστήση την ησυχίαν και την τάξιν εις τον δυστυχισμένον αυτόν τόπον και να χαρίση εις τον ελληνικόν λαόν την ασφάλειαν διά μιάς υπευθύνου και δραστηρίας ενεργείας, ώστε κανείς να μη αισθάνεται τον εαυτόν του εις τας σημερινάς δυσκόλους και τραγικάς στιγμάς, ως απροστάτευτον.

Καθένας από Σας θα αισθάνεται ότι υφίσταται ελληνική Κυβέρνησις ήτις στοργικώς και με όλας τας δυνάμεις θα προσπαθή να σας ανακουφίζη από το βαρύ φορτίον που επεσώρευσεν ο πόλεμος.

Έλληνες,

Με γνωρίζετε ως διοικητήν στρατευμάτων και γνωρίζετε τους λοιπούς στρατηγούς ως διοικητάς στρατευμάτων, άτινα πάντα ημύνθησαν του πατρίου εδάφους εις ηρωικούς και αιματηρούς αγώνας. Διά των αγώνων τούτων επετύχατε να κρατήσητε υψηλά την τιμήν των ελληνικών όπλων και ν’ αναδειχθήτε άξιοι απόγονοι των ηρώων αγωνιστών του Μαραθώνος, των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνος και των Πλαταιών. Δι’ ον λόγον υπεχρεώθην τελικώς ως εναπομείνας εις το μέτωπον ανώτερος Διοικητής των στρατευμάτων να δώσω εις Σας την διαταγήν να καταθέσητε τα όπλα, διά τον ίδιον ακριβώς λόγον σας προσκαλώ σήμερον να με ακολουθήσητε, προς αναστήλωσιν της φιλτάτης Πατρίδος. Ο λόγος ούτος είναι ότι έπρεπε πλέον να σταματήση η άσκοπος αιματοχυσία.

Εφεξής δε μακράν παντός ξένου συμφέροντος και οδηγούμενοι απλώς και μόνον από το ακραιφνές ελληνικόν συμφέρον, ας προσπαθήσωμεν να ζήση η Ελλάς και να εξασφαλισθή εκ νέου εις τον λαόν της η ειρήνη και η εργασία.

Κανένας να μη διστάση.

Πάντες ας συμβάλωμεν με όλας μας τας δυνάμεις εις τούτο.

Βασίζομαι εις τον πατριωτισμόν κάθε ενός από Σας.

Στρατηγός Γεώργ. Τσολάκογλου

Πρόεδρος της Κυβερνήσεως».

Η κοινή γνώμη δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει ότι ο σχηματισμός της κατοχικής κυβέρνησης ανταποκρινόταν σε μια αναγκαιότητα, ούτε για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Τσολάκογλου. Μέσα από ένα μεγάλο σκοτάδι, όπως είναι η αρχή μιας Κατοχής, προέκυπτε ένα φως αμφίβολης έντασης. Αλλά, ήταν ένα φως.

ΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

Ένα μεγάλο ζητούμενο, που σήμερα δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε χωρίς κοπιώδη έρευνα, ύστερα από τόσες δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει, είναι ποια ήταν η εικόνα που είχε σχηματίσει η κοινή γνώμη για την κατοχική κυβέρνηση και όσους την στελέχωσαν. Η απήχηση εκείνης της ώρας έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από την όποια σημερινή δικαιότερη κρίση, διότι, εκτός από το στοιχείο του αυθορμητισμού, αποδίδει αυθεντικότερα τις αρνητικές ή θετικές πιέσεις που ασκήθηκαν στα πρόσωπα για να πάρουν επίμαχες αποφάσεις.

Καλώς ή κακώς, η έναρξη της Κατοχής δεν αντιμετωπίσθηκε καθολικά από την κοινή γνώμη ως το ύψιστο κακό που θα μπορούσε να συμβεί. Ήδη έχουμε αναφερθεί στην ανακούφιση που αισθάνθηκε ο εκδότης Δημήτριος Λαμπράκης, μπορώντας πλέον – κατά την απερίφραστη δήλωσή του – να μιλήσει ελεύθερα, όπως και σε πολλούς άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής, οι οποίοι προς στιγμήν νόμισαν ότι μετά την «κατάλυση της τυραννίας» ανοιγόταν μια νέα σελίδα «εθνικής αναγέννησης».

Η νέα κυβέρνηση, όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους πολιτικές μεταβολές, έλαβε πληθώρα συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων και επιστολών από επώνυμους και ανώνυμους πολίτες, σπεύδοντες αυθόρμητα ή απλώς για να φανούν αρεστοί. Η πληθωρική παρουσία στην κυβέρνηση στρατηγών, ήδη δοξασμένων στα μάτια της κοινής γνώμης από την εποχή των προελάσεων στο βορειοηπειρωτικό έδαφος, ευνοούσε πρωτοβουλίες για αποστολή παρομοίων συγχαρητηρίων. Με μια αντίστοιχη αντιμετώπιση έγιναν δεκτοί οι κατοχικοί υπουργοί και από τον Τύπο. Χωρίς αμφιβολία, το κολακευτικότερο κείμενο, που γράφηκε τότε για τον Τσολάκογλου, ήταν εκείνο του Σπύρου Μελά. Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», στη στήλη του χρονογραφήματος (30 Απριλίου 1941):

«Η φυσιογνωμία του στρατηγού Τσολάκογλου, που ανεδέχθη χθες το πρωθυπουργικό αξίωμα εμπνέει την πιο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην κοινή γνώμη της Ελλάδος. Η φήμη πήρε το όνομά του στα φτερά της από την αρχή του πολέμου. Μαχηταί, μετόπισθεν, λαός, τον εγνώρισαν κατά τα ευτυχέστερα γεγονότα του αγώνος, στα χιονισμένα Αλβανικά βουνά! Τον είδα, διοικητή Σώματος, επάνω στην ακμή της μάχης στη Χότιστε, στ’ αντερείσματα της Μόροβας με τα προκεχωρημένα κλιμάκια των Μονάδων του και δύο από τους μεράρχους του να διευθύνη την επίθεση. Ψηλός, μελαχροινός, λεβεντάνθρωπος, γενναίος, νηφάλιος, καρτερικός, ήθος απόλυτα στρατιωτικό, λακωνικότης στην έκφραση. Ενεργητικός, ταχύς και ακούραστος. Η επταήμερη μάχη της Μόροβας τον έφερε στην πρώτη γραμμή των στρατιωτικών αρχηγών μας. Ο αδιάκοπος πόλεμος ολοκλήρων μηνών, στις χιονισμένες κορυφογραμμές της αφιλόξενης οροσειράς της Κάμιας, εστερέωσε την εκτίμηση του Στρατού και Λαού στο πρόσωπό του. Η άψογη και ανώδυνη σύμπτυξις του δεξιού μας στο Αλβανικό μέτωπο, όταν οι περιστάσεις επέβαλαν την κίνηση αυτή αποτελεί ιδικό του τίτλο. Η ατυχής εξέλιξις των επιχειρήσεων, τις τελευταίες εβδομάδες, τον βρήκαν στας επάλξεις άγρυπνο φρουρό της τιμής του Ελληνικού στρατεύματος και των εθνικών συμφερόντων. Έθεσε τέρμα στον αγώνα με αξιοπρεπή συνθηκολόγηση. Απ’ τα βουνά της Αλβανίας έρχεται τώρα στην Κυβέρνηση του τόπου, για ν’ αναλάβη ένα άλλο αγώνα, πολύ σπουδαιότερο, που θ’ απαιτήση εξαιρετική δραστηριότητα. Τον αγώνα της ανασυγκροτήσεως της Ελλάδος και της προσαρμογής της στα δεδομένα της νέας καταστάσεως. Αυτό το έργο δεν είναι τυχαίο. Η χώρα μας αποτελεί σήμερα μέρος μιας πανευρωπαϊκής οργανώσεως που την διέπουν αρχαί σαφείς και αποκρυσταλλωμέναι, προς τας οποίας οι Έλληνες καλούμεθα να προσανατολίσωμεν τον ρυθμόν της ζωής μας. Και θα χρειασθή προσπάθεια σύντονος, ειλικρινής, γοργή και αποτελεσματική για να λυθούν όλα τα προβλήματα που θέτουν οι ανάγκες αυτού του νέου προσανατολισμού. Στους πλατείς ώμους του πρόκειται να σηκώση ο στρατηγός το βάρος του σοβαρού τούτου έργου. Οι Έλληνες όλοι ανεξαιρέτως, έχομεν καθήκον να τον συντρέξωμεν ο καθένας από της πλευράς του, να εκπληρώση την αποστολήν του. Ενωμένοι γύρω του, πειθαρχημένοι, ας εργασθούμε, στην κατεύθυνση που επιβάλλουν οι πραγματικές καταστάσεις, για να διευκολύνουμε, όσο μπορούμε, την προσπάθειάν του. Η καλή μας θέλησις, η αφοσίωσίς μας στο καθήκον και η εργατικότης μας, είναι απαραίτητα στοιχεία για την επιτυχία του, που θα είναι κι επιτυχία του συνόλου».

Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής για τον μεγάλο δημοσιογράφο και συγγραφέα. Αυτό αποδεικνύεται από τα επιπρόσθετα άλλα χρονογραφήματά του, τα οποία δημοσιεύθηκαν εκείνες τις ημέρες και τα οποία, όταν κάποτε η χώρα απελευθερώθηκε, αντιπροσώπευσαν μεγάλο ηθικό κόστος.

Πλην του Μελά και άλλοι δημοσιογράφοι απέδωσαν παρόμοια θετικά σχόλια, αλλά γνώση αρνητικών δημοσιευμάτων δεν μπορούμε να έχουμε, για τον απλούστατο λόγο ότι υπό καθεστώς λογοκρισίας κάτι τέτοιο θα ήταν έξαρση παράνοιας. Αλλά δεν υπήρχε και λόγος αρνητικών δημοσιευμάτων, αφού η κοινή γνώμη ήταν χωρισμένη σ’ εκείνους που συναινούσαν υπέρ των στρατηγών που έγιναν κατοχικοί κυβερνήτες και σ’ εκείνους που απλώς ήταν επιφυλακτικοί. Ακόμη δεν είχαν εμφανισθεί «αντιπολιτευόμενοι».

Το γεγονός ότι για πολλές μέρες ο Σπύρος Μελάς διέθετε τον κονδυλοφόρο του για καταγραφή παρομοίων απόψεων, είναι μια σαφής ένδειξη ότι το πνεύμα του δεν αντέβαινε στις απόψεις του μέσου πολίτη. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που δημοσιοποίησε ανάλογες θέσεις. Ο Μελάς έγραψε τις επόμενες μέρες στη στήλη του της «Καθημερινής»:

«Αυτού καλείται να αγωνισθή τώρα ο ήρως της Νιμέρτοκας και της Τρεμπεσίνας [Τσολάκογλου] για την ανασυγκρότησι της Ελλάδος. Αφού την υπεράσπισε με το αίμα του και την λάμπρυνε με τα κατορθώματά του, πρέπει τώρα πεσμένη, λαβωμένη, να την αναστήση με τον ιδρώτα του». (2.5.1941)

«Χάρις εις την γενναιόφρονα χειρονομία του Αρχηγού του Γερμανικού Έθνους οι πολεμισταί μας επιστρέφουν στα σπίτια τους. Έτσι επιστρέφουν μ’ ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν και μ’ ελαττωμένο τον πόνο τους». (4.5.1941)

«Η Ευρώπη, αφού κατέλυσε την περίοδο της ειρήνης και με τον πόλεμο το καθεστώς του κόσμου αυτού, επέβαλε παντού μια καινούργια οργάνωσι όπου κυριαρχεί η διευθυνομένη αντιπλουτοκρατική οικονομία… Πρέπει να νοιώσουμε βαθειά τι γίνεται γύρω μας. Και να προσπαθήσουμε να συμμορφωθούμε με την καινούργια πραγματικότητα». (6.5.1941)

«…Ο κ. πρωθυπουργός εκάλεσε τους δημάρχους “όπως αποκατασταθή παρά τω λαώ η ειλικρινής και ανυπόκριτος συνεργασία μετά της Γερμανίας”. Θα τολμούσα να προσθέσω μία λέξι ακόμα: Και ενεργητική. Ο μόνος τρόπος ν’ αντικρύσωμεν την “άνευ ορίων” καταστροφήν, όπως την εχαρακτήρισεν εις τον ιστορικόν του λόγον ο Χίτλερ. Ο μόνος δρόμος για να περισώσουμε ό,τι είναι δυνατόν να περισωθή ακόμη, είναι αυτός. Ειλικρινής και ενεργητική συνεργασία με τον νικητήν.

[…] Για όλους εμάς, οι οποίοι δεν ελιποτακτήσαμε, για λόγους καθαρώς τομαρικούς, αλλά μείναμε εδώ, να πιούμε μέχρι τρυγός το πικρό ποτήριον της δυστυχίας μαζί με τον Ελληνικό λαό, ένα μ’ αυτόν όπως είχαμε γίνει ένα με τον φαντάρο στο μέτωπο, δεν μπορεί να υπάρχη ούτε υπάρχει άλλη Ελλάς, απ’ αυτή που μένει ο αποστρατευθείς και καταματωμένος πολεμιστής μας, αυτός που μας γέμισε με δόξα και τώρα μας εξασφαλίζει το σέβας των νικητών.

Για μας δεν υπάρχει νησιώτικον κράτος. Ποίον νησιώτικον κράτος άλλως τε, όταν οι Γερμανοί καταλαμβάνουν δύο-δύο, τρία-τρία τα νησιά μας; Την Κρήτη; Την έχουμε και αυτή εδώ μαζί μας… Η Ελλάς, όλη η Ελλάς ζη σήμερα εδώ για να υποστή όλον το βάρος του εθνικού δράματος και να κυττάξη να συμμαζέψη τα αιματόβρεκτα ράκη της. Αυτό είναι μια πρώτη πραγματικότης που πρέπει να αναγνωρισθή και να ρυθμίζη τις ενέργειές μας». (7.5.1941)

«Οι Έλληνες είμαστε λαός περίεργος. Είχαμε κράτος ολοκληρωτικό και πολεμούσαμε με την σημαία των Δημοκρατιών… Τέτοιου είδους αντίφασις μετάγινε ποτέ στην πολιτική ιστορία; … Φανταζόμουνα για μια στιγμή νίκη της σημαίας με την οποία πολεμούσαμε. Και γελούσα μέχρι δακρύων. Τι θα εσήμαινε η νίκη αυτή;… Πολιτική αυτοκτονία του νικητού. Τι θα γινότανε την επαύριον το ολοκληρωτικό καθεστώς μας; Στάχτη και καπνός. Αι αντιφάσεις όμως τελειώνουν εδώ; Τι γυρεύουν σήμερα μερικοί, ελάχιστοι ευτυχώς πια; Νοσταλγούν μετά την νίκη του ολοκληρωτικού καθεστώτος, την φιλελεύθερη οικονομία και την φιλελεύθερη φλυαρία των πλουτοκρατικών Δημοκρατιών. Ορίστε να συνεννοηθήτε…». (8.5.1941)

Ο σημαντικότερος από τους σύγχρονους Έλληνες χρονογράφους αυτά έγραφε. Δεν ήταν σταγόνα στον ωκεανό, ούτε ασφαλώς πληρωμένος ή καθοδηγημένος από ιδιοτέλεια. Ο χρονικογράφος της Κατοχής Χρ. Χρηστίδης διασώζει στο ημερολόγιό του, μέσα σε λίγες λέξεις και ένα σύντομο σχόλιο, την εικόνα που φερόταν να έχει για το θέμα ένας μορφωμένος νεαρός τότε ιερωμένος, ο μετέπειτα επί δικτατορίας Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος[25]:

«…Έρχεται ο πατήρ Ιερώνυμος, με τον οποίο συνεργαζόμαστε στην Υπηρεσία Προνοίας Στρατευομένων, κι ανταλλάσσουμε δυο λόγια, χαραχτηριστικά. Τον ρωτώ πώς πάει η υπηρεσία του και μου απαντά πως “είχε χαλαρωθεί λιγάκι, αλλά τώρα που έγινε επιτέλους νέα κυβέρνησις…”. Το “επιτέλους” δεν εκφράζει βέβαια το αίσθημά του. Απλώς την πονηριά του και την επιφυλαχτικότητά του».

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι μια άλλη εγγραφή την ίδια ημέρα για το ίδιο θέμα στο ημερολόγιο του Χρηστίδη:

«Το μεσημέρι, στο εστιατόριο βλέπω τον Γιάννη Εξηντάρη. Πριν από δυο μέρες συζητούσαμε κι είταν της γνώμης πως οι Γερμανοί δεν θα δοκίμαζαν να σχηματίσουν “Εθνική Κυβέρνηση”. Είχαν λέει δώσει ρητές διαβεβαιώσεις. Εγώ υποστήριζα πως θα έκαναν κυβέρνηση, γιατί αυτό είταν το συμφέρον τους, αφού έτσι θα μπορούσαν ν’ αποσυνθέσουν τον ελληνικό λαό καλύτερα. Σήμερα του το θυμίζω. Βέβαιο είναι πως ο γιατρός παίρνει τις πληροφορίες του από τους κύκλους του “Ελευθέρου Βήματος”. Το χαρακτηριστικό των περισσοτέρων που εκπροσωπούν τον “πολιτικό κόσμο” είναι πως από τις πιθανές εξελίξεις προτιμούν πάντα εκείνη που θα τους ενοχλήσει ή θα τους κάνει να ριψοκινδυνέψουν λιγότερο. Προτιμούν να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα, έστω κι ανεπανόρθωτα, παρά να κουραστούν εκείνοι εγκαίρως για να τα αποτρέψουν. Γι’ αυτό περιορίζονται συνήθως σε απαισιόδοξες προβλέψεις – έτσι, για να είναι καλυμμένοι – αλλά ποτέ σχεδόν δεν προκινδυνεύουν για ν’ αποφευχτούν οι κίνδυνοι».

Ένα συγκλητικό έγγραφο του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι χαρακτηριστικό για τις εκφράσεις με τις οποίες διατρανώνει τα συγχαρητήρια των καθηγητών[26]:

«Εξοχωτατε κ. Πρόεδρε,

Η Σύγκλητος του Εθνικού Πανεπιστημίου, χαίρουσα επί τη συγκροτήσει της Εθνικής Κυβερνήσεως, υποβάλλει τα θερμά αυτής συγχαρητήρια διά την εις τας στιβαράς χείρας της Υμετέρας Εξοχότητος ανάθεσιν της προεδρίας αυτής. Το Πανεπιστήμιον των Αθηνών εκ των πρώτων αντιλαμβανόμενον το μετά την τελευταίαν Εθνικήν περιπέτειαν κολοσσιαίον έργον της ανασυγκροτήσεως της Χώρας, εις το οποίον η υφ’ Υμάς Κυβέρνησις θα αφιερώση απάσας τας δυνάμεις της, αισθάνεται το καθήκον να διαδηλώση ότι τάσσεται παρά το πλευρόν αυτής. Εν πεποιθήσει δε ότι σύμπαν το Ελληνικόν Κράτος θα συνδράμη εκθύμως την υφ’ Υμάς Εθνικήν Κυβέρνησιν εις το εξόχως Μέγα Πατριωτικόν αυτής έργον, εύχεται ολοψύχως, κύριε Πρόεδρε, όπως ο Θεός ενισχύση Υμάς εις την γενναίαν Υμών προσπάθειαν.

Μετά μεγίστης τιμής

Ο Πρύτανις: Γ. Φωτεινός. Ο Αντιπρύτανις: Γ. Μπαλής. Ο Προπρύτανις: Γρ. Παπαμιχαήλ. Ο Γεν. Γραμματεύς: Β.Α. Μακρής. Οι Συγκλητικοί: Γ. Σωτηρίου, Ιω. Σπυρόπουλος, Αναστ. Αραβαντινός, Γ. Οικονόμος, Γ. Γεωργαλάς, Ερρ. Σκάσσης, Ιω. Τρικαλληνός».

Υπάρχει σωρεία άλλων συγχαρητηρίων, τα οποία δεν αφήνουν αμφιβολία ότι για ορισμένους η νέα εξουσία δεν ήταν απλώς ανεκτή, αλλά κάτι περισσότερο. Αυτό αφορούσε και ορισμένους επώνυμους της δημόσιας ζωής, περιλαμβανομένων και κάποιων πολιτικών ηγετών.

Κατά την άποψη νεώτερου ερευνητή[27], η κατοχική κυβέρνηση «έγινε δεκτή μάλλον με κατανόηση και ανακούφιση από τον πληθυσμό, ο οποίος μετά την εγκατάλειψή του από βασιλιά και κυβέρνηση Τσουδερού την θεωρούσε απαραίτητη». Κατά τον ίδιο, η κοινή γνώμη θεωρούσε τους Γερμανούς, έναντι των Ιταλών, «λιγότερο επικίνδυνους σχετικά με εδαφικά θέματα, πιο ευθείς», ενώ ανεγνώριζε «ότι με την εισβολή τους είχαν απαλλάξει την χώρα από την μεταξική δικτατορία».

[1] Περί της Μεγάλης Ιδέας που ονειρεύτηκε ο στρατηγός Τσολάκογλου έχει γίνει αναφορά στις σελ. 235-236. Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός την πίστευε με εμμονή, ώστε ακόμη και στις παραμονές της 25ης Μαρτίου 1942 να προετοιμάσει τον γιορτασμό της εθνικής επετείου με εθνικιστικό και αντιτουρκικό πνεύμα, που έγινε ευθέως αντιληπτό από την κοινή γνώμη. Επ’ αυτού σημειώνει ένας αυτόπτης της εποχής, ο Περικλής Βυζάντιος (Η ζωή ενός ζωγράφου, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994, σελ. 240, εγγραφή 24 Μαρτίου 1942): «Από χτες γίνεται μια προπαγάνδα εκ μέρους της Κυβερνήσεως για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, της εθνικής εορτής για την ανεξαρτησία της Ελλάδος. Το πράγμα είναι αρκετά περίεργο. Η Κυβέρνηση των κατακτητών θέλει να γιορτάσει την ανεξαρτησία μας. Φαίνεται πως πρόκειται να μας ανάψουν το μίσος κατά της Τουρκίας…».

Πράγματι, στο πρωθυπουργικό διάγγελμα εκείνης της εθνικής επετείου γίνεται νύξη, εν μέσω λόγων περί γερμανοϊταλικής «προστασίας» και καταγγελιών τόσο της πλουτοκρατίας όσο και του κομμουνισμού, περί ελπίδων της Ελλάδος ότι ως έθνος και ως ιστορική φυλή θα καταλάβει στη «νέα ευρωπαϊκή και μεσογειακή τάξη» τη θέση που της ανήκει, με κατακλείδα το «Ζήτω η Ελλάς».

[2] Ο Guenther Altenburg (1894-1984) υπήρξε διπλωμάτης καριέρας μέχρι το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Είχε γεννηθεί στο Καίνιξμπεργκ, στο πανεπιστήμιο του οποίου σπούδασε νομικά και αναδείχθηκε διδάκτορας. Από το 1920 υπηρέτησε στη διπλωματική υπηρεσία της Γερμανίας, καταλαμβάνοντας προξενικές θέσεις στη Ρώμη, τη Σόφια και τη Βιέννη. Το 1935 έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και από το 1938 υπηρέτησε στο διπλωματικό γραφείο του υπουργού Εξωτερικών Ρίμπεντροπ. Στις 28 Απριλίου 1941 διορίσθηκε με διάταγμα του Χίτλερ ως πληρεξούσιος του Ράιχ για την Ελλάδα, αρμόδιος για τα πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα του Ράιχ στην Ελλάδα. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1943, επανήλθε στην κεντρική υπηρεσία και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε ειδική αποστολή στη Βιέννη, όπου από τον Δεκέμβριο 1944 εκπροσωπούσε το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών στις σχέσεις του με τους αυτοεξόριστους Ρουμανούς και Βουλγάρους που είχαν καταφύγει εκεί. Μετά τον πόλεμο δεν επανήλθε στη διπλωματική υπηρεσία, ανέλαβε δε ως γενικός γραμματέας του γερμανικού τμήματος του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου με έδρα την Κολωνία. Για την υπηρεσία του στην Ελλάδα οδηγήθηκε στη γερμανική δικαιοσύνη, από την οποία αθωώθηκε το 1950. Μια νηφάλια αποτίμηση της παρουσίας του στην Ελλάδα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε πολλές περιπτώσεις έκανε χρήσιμες παρεμβάσεις, κυρίως προς τις γερμανικές στρατιωτικές αρχές.

[3] Ο Felix Benzler (1891-1977), καταγόμενος από το Αννόβερο, είχε αρχικά υπηρετήσει στον δικαστικό κλάδο της Πρωσσίας και το 1918, μόλις έληξε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, εντάχθηκε στη διπλωματική υπηρεσία. Υπηρέτησε σε προξενικές θέσεις στη Βέρνη, στο Άμστερνταμ και στη Βουδαπέστη, από το 1937 ως επιτετραμμένος και σύμβουλος πρεσβείας στην Ολλανδία μέχρι την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Μόλις άρχισε η βαλκανική εκστρατεία έφθασε στη Θεσσαλονίκη (16 Απριλίου 1941) για να χειρισθεί τα ζητήματα που αφορούσαν το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων η διοίκηση της υπό Κατοχή Ελλάδος. Όταν ορκίσθηκε η κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου, με τον οποίο διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις επ’ αυτού, και έφθασε ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ, έφυγε για το Βελιγράδι. Εκεί παρέμεινε επί δύο χρόνια ως «πληρεξούσιος του Ράιχ» για τη Σερβία (1941-43), με έδρα το Βελιγράδι, και το 1944 τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της γερμανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Ουγγαρία, με έδρα τη Βουδαπέστη. Μετά το τέλος του πολέμου δεν επανήλθε στη διπλωματική υπηρεσία.

[4] Βλ. εκτενέστερη αναφορά για την προσδοκία του Γκαίμπελς ότι ο Κοτζιάς θα διαδραμάτιζε ρόλο στη διοίκηση της κατεχόμενης Ελλάδος, σελ. 134 (2ο μέρος, «Η Κατοχή στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη»). Επίσης, για τη στάση που τήρησε ο Κοτζιάς στο υπουργικό συμβούλιο της 28ης Οκτωβρίου 1940, βλ. 60 (1ο μέρος, «Οι Γερμανοί στην Ελλάδα»).

[5] Για το ταξίδι των Κ. Κοτζιά, Α. Αποστολίδη και Ι. Διάκου προς την Αμερική, βλ. περιοδικό Τότε, Σεπ.-Νοέμ. 2008.

[6] Ο Ανδρέας Αποστολίδης, υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Μεταξά και πολλά χρόνια αργότερα αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Καραμανλή, εθεωρείτο ως στενά συνδεόμενος με τους Άγγλους. Όταν ως αρμόδιος υπουργός το 1938 ο Γεώργιος Σπυρίδωνος αρνήθηκε να υπογράψει τις συμβάσεις, για τις οποίες ενδιαφερόταν ο περίφημος σερ Τζέραλντ Τάλμποτ, αντικαταστάθηκε από τον Ανδρέα Αποστολίδη, ο οποίος αμέσως ρύθμισε το ζήτημα.

[7] Το θέμα το είδαμε στη σελ. 108 (1ο μέρος, «Οι Γερμανοί στην Ελλάδα»).

[8] Βλ. περιληπτική εξιστόρηση των προσπαθειών του στρατηγού Πλαστήρα, στο Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τόμ. 1, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, σελ. 153.

[9] Βλ. σελ. 89-91 (1ο μέρος, «Οι Γερμανοί στην Ελλάδα»).

[10] Σειρά επιφυλλίδων του Γιώργου Κ. Στεφανάκη με τον γενικό τίτλο «Άνθρωποι της Κατοχής», στην «Εστία», 14-19 Απριλίου 2005.

[11] Ο Λιβιεράτος στο σημείο εκείνο της αφήγησής του, που δόθηκε στη δημοσιότητα το 1955, εκφράζει τα αισθήματα που τον είχαν κατακλύσει: «Εθεώρησα ότι είχα ηθικόν χρέος να μετάσχω εις την Κυβέρνησιν εκείνην, της οποίας η ανάγκη και η ωφελιμότης ανεγνωρίζοντο τότε παρά του συνόλου σχεδόν των μεταπελευθερωτικών κατηγόρων μας. Επρέσβευα ότι είναι χρέος παντός δημοσίου ανδρός να αναλίσκεται εις την υπηρεσίαν της χώρας και του λαού. Και δεν έκρινα τότε ότι ήτο εις εμέ επιτετραμμένον να αρνηθώ να υπηρετήσω την χώραν και τον λαόν κατά τας δεινάς εκείνας περιστάσεις, αφού της μοίρας το θέλημα έφερεν εις εμέ της ιστορικής ώρας το μήνυμα. Μικρά και ταπεινή κατά τας τραγικάς εκείνας ώρας θα ήτο η σκέψις της αποφυγής της εκ της συμμετοχής μου ταύτης τυχόν φθοράς μου, ως πολιτικού ανδρός, ή δοκιμασίας μου, ως ανθρώπου».

[12] Ο Kurt-Fritz von Graevenitz (1898-1987) ήταν διπλωμάτης καριέρας, υπηρετώντας από το 1928 στη γερμανική διπλωματική υπηρεσία. Είχε υπηρετήσει μεταξύ άλλων στην Κωνσταντινούπολη (1931-34), στη Ρώμη (1935-36) και στην Τυνησία (1936-38) μέχρι τον Ιούλιο 1938 να μετατεθεί στην Αθήνα. Στην Ελλάδα παρέμεινε μέχρι την τελευταία ημέρα της Κατοχής (12 Οκτωβρίου 1944) και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βιέννη ως διπλωματικός εκπρόσωπος του Ράιχ για τους αυτοεξόριστους Έλληνες χιτλερικούς και τη σκιώδη κυβέρνηση που είχαν σχηματίσει. Μετά την κατάρρευση της χιτλερικής Γερμανίας, ο Γκραίβενιτς εργάσθηκε στην εφημερίδα “Sueddeutsche Zeitung” μέχρι το 1951, οπότε επανήλθε στη διπλωματική υπηρεσία. Στην περίοδο 1955-59 υπήρξε γενικός πρόξενος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια στη Ζυρίχη (1959-61) και πριν συνταξιοδοτηθεί υπήρξε πρεσβευτής στο Μεξικό (1961-63).

[13] Το τμήμα των ανεκδότων αναμνήσεων του Κουρτ φον Γκραίβενιτς, που αναφέρεται στα χρόνια της υπηρεσίας του στην Αθήνα, παραχωρήθηκε από τον επίσης διπλωμάτη γιο του στον συγγραφέα του παρόντος. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται σε άλλο σημείο του παρόντος.

[14] Η σαφής αιχμή του Γκραίβενιτς ότι οι Έλληνες υποψήφιοι υπουργοί κατέλαβαν τελικά «με ικανοποίηση» τα αξιώματά τους υπονοεί ότι προέταξαν προσωπικό συμφέρον ή ματαιοδοξία.

[15] Θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε πολλά βιβλία που έχουν εκδοθεί πρόσφατα ή κατά το παρελθόν, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, υπάρχει μια σύγχυση ως προς τη συμμετοχή του Λούβαρι στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Ο Λούβαρις έγινε υπουργός μόνο στην τρίτη κατοχική κυβέρνηση Ράλλη, αν και είχε αρνηθεί να πάρει μέρος, μεταπεισθείς τελικά από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Ωστόσο, επειδή περιλαμβανόταν στον αρχικό κατάλογο των υπουργών του Τσολάκογλου, ο οποίος μάλιστα δημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες της 30ής Απριλίου 1941, αγνοείται η συνέχεια, ότι δηλαδή τελικά δεν ορκίστηκε, ακριβώς επειδή είχε σ’ αυτή την περίπτωση μεταπεισθεί από τον Γκραίβενιτς.

[16] Περί όλων αυτών γίνεται εκτενής αναφορά στο πρώτο μέρος του παρόντος έργου (σελ. 39-44). Ο συνταγματάρχης Παύλος Καραπατέας ήταν διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας μέχρι να αποκαλυφθεί ο ρόλος του στο πρώτο κίνημα των γερμανοφίλων.

[17] Ο Λούβαρις υποστηρίζει ότι προς τους Γκραίβενιτς και Χόχενμπεργκ προέβαλε την άποψη ότι «παραδείγματα θυσίας των ολίγων υπέρ των πολλών εκ της ελληνικής ιστορίας, και την γνώμην ότι η άρνησίς μου θα εμαρτύρει ανανδρίαν έναντι επιτακτικού καθήκοντος». Στη συνέχεια αφηγείται: «Αλλ’ εκείνοι επέμειναν εις την αντίληψιν ότι πάσα θυσία θα αποβή μοιραία προ της ωμότητος του γερμανικού ολοκληρωτισμού. Την ωμότητα ταύτην και το αδίστακτον των μεθόδων των Νάτσι εγνώριζον, αλλοίμονον, τόσον καλά όσον και αυτοί. Εχρημάτισα αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυς ότι ο θρυλούμενος φιλελληνισμός του Χίτλερ δεν ημπορούσε να με εξαπατήση. Ίσως ολίγοι πλην εμού είχον εις την χώραν μας σαφή ιδέαν περί των επιδιώξεων του ιδεολήπτου αυτού ημιπαράφρονος και περί του αληθούς νοήματος του δήθεν φιλελληνισμού του. Ο τελευταίος ούτος, ανεφέρετο εις τους αρχαίους Έλληνας, οι οποίοι ανήκαν εις τους προγόνους των Γερμανών του «Αρχηγού». Εν ονόματι της εθνολογικής αυτής προλήψεως ηξίου υπέρ εαυτού την Ελλάδα. Οι νεώτεροι Έλληνες ήσαν πανσπερμία φυλών ασιατικών και ευρωπαϊκών και ουδεμίαν σχέσιν ήτο δυνατόν να έχουν προς τους ξανθούς αποικιστάς της ελληνικής χερσονήσου. Εθνικοσοσιαλιστικά διδακτικά βιβλία προωρισμένα διά τας γερμανικάς σχολάς των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, ουδεμίαν κατέλειπον περί τούτου αμφιβολίαν».

[18] Όπως αναφέρει ο Μπέντσλερ στην αναφορά του προς το Βερολίνο, που συντάχθηκε στις 28 Απριλίου 1941 (το κείμενό της δημοσιεύεται στη σελ. 111 του πρώτου μέρους του παρόντος), το διάγγελμα είχε συνταχθεί στο …Βερολίνο, προφανώς από το ελληνικό τμήμα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών. Το κατά πόσο όμως είναι εκείνο που τελικά δόθηκε στη δημοσιότητα είναι κάπως αμφίβολο.

[19] Ο Λούβαρις δεν διευκρινίζει ποιος ήταν ο ενδιαφερόμενος, προφανώς όμως πρώην υπουργός της κυβέρνησης Μεταξά.

[20] Λόγο περί υπογραφής «συμβολαίου» με τους Γερμανούς έχει κάνει ο Πλάτων Χατζημιχάλης, κατοχικός υπουργός Εθνικής Οικονομίας, όταν την παραμονή της ορκωμοσίας του είχε επισκεφθεί τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο για να του ζητήσει να ορκίσει τα μέλη της κυβέρνησης (Γ. Τασούδη, ό.π., σελ. 380). Σε όσα αρχεία κατοχικών υπουργών είχε πρόσβαση ο συγγραφέας του παρόντος ή με όσους εξ αυτών συνομίλησε, κανένας δεν δέχθηκε ότι υπήρχε τέτοιο «συμβόλαιο», χωρίς όμως να αμφισβητείται η ύπαρξή του. Στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων ο Γεώργιος Παπανδρέου, που κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας, ανέφερε ότι ο Τσολάκογλου «του διάβασε τα ιταλογερμανικά πρωτόκολλα, με βάση τα οποία ανέλαβε την εξουσία».

[21] Το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου είναι εντεταγμένο στην από 28.4.1941 αναφορά του Φέλιξ Μπέντσλερ προς το Βερολίνο, η οποία δημοσιεύεται στην σελ. 111 του πρώτου μέρους, όπως και οι επακόλουθες παρατηρήσεις και εντολές του Ρίμπεντροπ.

[22] Το κατά τεκμήριο πλήρες κείμενο της συζήτησης έχει αποτυπωθεί από τον Ιω. Πολίτη υπό μορφή μνημονίου, το έχουμε δημοσιεύσει δε στις σελ. 236-239 του δευτέρου μέρους του παρόντος έργου. Η επίμαχη φράση, που φέρεται να του είπε ο Τσολάκογλου, είναι: «Ο Στρατηγός έφερε τον λόγον εις το ζήτημα των βουλγαρικών διεκδικήσεων εξηγών μοι ότι κατά τα τελευταία έτη είχεν ωριμάσει εις την διεθνή κοινήν γνώμην η αντίληψις ότι ωφείλετο εις την Βουλγαρίαν παραχώρησίς της».

[23] Ο τύπος αυτός της ορκωμοσίας καθιερώθηκε για τα κυβερνητικά στελέχη που αναλάμβαναν αξιώματα, ενώ τον Αύγουστο 1941 – ύστερα από σχετική απαίτηση των Ιταλών – τροποποιήθηκε και επιβλήθηκε σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους με τον εξής: «Υπόσχομαι ενώπιον του Θεού και της Πατρίδος, ότι θα εκπληρώσω τα καθήκοντά μου ευσυνειδήτως, και ότι θα παρέχω πάσαν νόμιμον συνεργασίαν εις τας Στρατιωτικάς και Πολιτικάς Ιταλικάς αρχάς εν τω συμφέροντι του Ελληνικού Έθνους και του Ελληνικού Λαού». Η απαίτηση αυτή των Ιταλών ήταν σχετική με την αδιαφορία ορισμένων υπηρεσιών να ανταποκρίνονται στις αξιώσεις τους και η κατοχική κυβέρνηση εξαναγκάσθηκε να την αποδεχθεί, παρά το γεγονός ότι η φράση «εν τω συμφέροντι του Ελληνικού Έθνους και του Ελληνικού Λαού» είχε διττή ερμηνεία, αν δηλαδή το συμφέρον αυτό αφορούσε κάθε μεμονωμένη εφαρμογή του όρκου ή αν γενικότερα το συμφέρον αναφερόταν στην ανάγκη συνεργασίας με τον κατακτητή. Οπωσδήποτε η πρωτοφανής αυτή διατύπωση, που επιβλήθηκε στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων με την οργάνωση ομαδικών τελετών ορκοδοσίας, δεν τιμά τους κατοχικούς υπουργούς που την αποδέχθηκαν. Σημειωτέον ότι οι Γερμανοί δεν θεώρησαν αναγκαίο να αξιώσουν παρόμοια ορκοδοσία συνεργασίας με τις γερμανικές κατοχικές αρχές.

[24] Το κείμενο εκείνο του αρχιμ. Γερβασίου Παρασκευόπουλου έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ανάπλασις», τεύχος Νοεμβρίου 1954, σελ. 328.

[25] Βλ. Χρ. Χρηστίδη, ό.π., σελ. 4, εγγραφή 29 Απριλίου 1941. Σημειωτέον ότι ο Ιερώνυμος Κοτσώνης ήταν τότε στενός συνεργάτης του Χρυσάνθου.

[26] Ακρόπολις, 6 Μαΐου 1941.

[27] Αννίβα Βελλιάδη, Κατοχή – Γερμανική πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944, Εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, σελ. 61.

Πηγή: aera2012.blogspot.gr

————————————————————————————————

Ο στρατηγός Τσολάκογλου αμέσως μετά την ορκωμοσία του, στην έξοδο του Πολιτικού Γραφείου. Τον ακολουθούν στα αριστερά του ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Πλάτων Χατζημιχάλης και ο στρατηγός Γεώργιος Μπάκος. Εκατέρωθεν πολιτικοί συντάκτες της εποχής (δεξιά ο Γ. Ασημάκης).

Ο στρατηγός Τσολάκογλου αμέσως μετά την ορκωμοσία του, στην έξοδο του Πολιτικού Γραφείου. Τον ακολουθούν στα αριστερά του ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Πλάτων Χατζημιχάλης και ο στρατηγός Γεώργιος Μπάκος. Εκατέρωθεν πολιτικοί συντάκτες της εποχής (δεξιά ο Γ. Ασημάκης).

Το πρωτοσέλιδο της "Καθημερινής" στις 30 Απριλίου 1941, με το οποίο αναγγέλλεται η ανάληψη της εξουσίας από τον Γεώργιο Τσολάκογλου. Δεξιά το χρονογράφημα του Σπύρου Μελά.

Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» στις 30 Απριλίου 1941, με το οποίο αναγγέλλεται η ανάληψη της εξουσίας από τον Γεώργιο Τσολάκογλου. Δεξιά το χρονογράφημα του Σπύρου Μελά.

Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου (2)

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Ήδη η ηρωική ελληνική αντίσταση στην επίθεση των Ιταλών είχε προκαλέσει, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, τον διεθνή θαυμασμό. Ακόμη περισσότερο στην Κύπρο, που τότε ήταν βέβαια βρετανική αποικία. Πολλοί Κύπριοι με ενθουσιασμό προσφέρθηκαν να ντυθούν το χακί και να υπηρετήσουν ως εθελοντές στα αλβανικά βουνά, αλλά μόνο μεμονωμένα πραγματοποιήθηκε αυτή η επιθυμία τους. Δέκα χρόνια ύστερα από την εξέγερση των Ελλήνων της Μεγαλονήσου, με μοναδικό σύνθημα τότε την Ένωση, η συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν τώρα σταθερά προσανατολισμένη στη συμμαχική νίκη και παρακολουθούσαν όλοι με υπερηφάνεια τις νίκες των ομογενών στη Μητέρα Ελλάδα. Άλλωστε, υπήρχε τότε ο κρυφός πόθος για ευνοϊκές εξελίξεις στο εθνικό θέμα, μετά από την ηρωική στάση της Ελλάδος. Εύλογη θα ήταν, όπως πίστευαν, η εθνική ανταμοιβή, έστω και την επαύριο της τελικής νίκης, αν όχι νωρίτερα.

Στις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου, κάθε μέρα όλοι παρακολουθούσαν με ενθουσιασμό τις χαρμόσυνες ειδήσεις από το Αλβανικό Μέτωπο. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών είχε αποκτήσει φανατικούς ακροατές στα καφενεία της Μεγαλονήσου και πρόσφερε συνεχή ενημέρωση.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο διάστημα του ελληνοϊταλικού πολέμου, ορισμένοι Έλληνες της Κύπρου εξαιτίας της στάσης τους απέναντι στη βρετανική αποικιοκρατία διατηρούσαν μια συμπάθεια προς τους Γερμανούς, φυσικά όχι όμως και προς τους Ιταλούς. Όσοι είχαν αντιβρετανικά αισθήματα, ταυτόχρονα είχαν και αντιιταλικά, αφού μάλιστα τόσο γειτονικά οι Ιταλοί διατηρούσαν κατεχόμενη τη Δωδεκάνησο. Αποικιοκράτες οι μεν, αποικιοκράτες και οι δε.

Οι γερμανόφιλοι στην Κύπρο περιορίστηκαν αριθμητικά τον Απρίλιο του 1941, όταν πλέον και η Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα. Αυτή η αριθμητική μείωση άλλωστε ήταν αναμενόμενη. Δεν εξαλείφθηκαν όμως πλήρως.

Τότε ακριβώς είναι που η βρετανική διοίκηση έσπευσε να πάρει τα μέτρα της. Πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις, έστω και αν μόνο υποψίες υπήρχαν. Οποιοσδήποτε εκείνη την ώρα δεν εκδήλωνε απερίφραστα τα φιλοσυμμαχικά του αισθήματα, αυτομάτως γινόταν ύποπτος. Μόλις καταλήφθηκε η Ελλάδα από τους Γερμανούς, μεταξύ άλλων, εντάθηκε η λογοκρισία στα δημοσιεύματα και απαγορεύθηκε η ακρόαση του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, που μέχρι τότε ήταν η κύρια πηγή ενημέρωσης για τους Ελληνοκυπρίους. Όπως προκύπτει και από έγγραφο του Γραμματέα της Αποικίας, που στάλθηκε προς εκτέλεση σε όλους τους αστυνομικούς διοικητές της Μεγαλονήσου, απαγορεύθηκε η δημόσια ακρόαση του Ρ.Σ. Αθηνών ως οργάνου της εχθρικής προπαγάνδας, ενώ απειλούνταν κυρώσεις κατά των παρεκτρεπομένων.

Σημειωτέον ότι η Γερμανία είχε ήδη κατορθώσει να κυκλοφορεί στην Κύπρο αντιβρετανικά προπαγανδιστικά έντυπα σε ελληνική γλώσσα, που αναφέρονταν στα κατά καιρούς ανθελληνικά μέτρα των βρετανικών αποικιοκρατικών αρχών. Ας μην ξεχνάμε ότι ύστερα από την καταστολή της οκτωβριανής εξέγερσης, δέκα χρόνια νωρίτερα, ένα από τα μέτρα που χρησιμοποίησε η βρετανική διοίκηση ήταν η απέλαση όλων των «ζωηρών» στοιχείων. Πολλοί από τους απελαθέντες, κυρίως νέοι, κατέφυγαν τότε στην Ελλάδα, όπου σπούδασαν και διακρίθηκαν. Υπήρξαν όμως και ορισμένοι άλλοι που προτίμησαν να καταφύγουν σε ξένες χώρες. Έχουμε το δράμα των Κυπρίων κομμουνιστών, οι οποίοι τιμωρήθηκαν από τους Βρετανούς για τη συμμετοχή τους στην οκτωβριανή εξέγερση με απέλαση. Όσοι από εκείνους κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση, τελικά γνώρισαν κατά περίεργο τρόπο διώξεις εκεί, με αποτέλεσμα αντί φιλοξενίας να αποκεφαλισθεί η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και το ίδιο να διαλυθεί οριστικά και άδοξα.

Απελαθέντες Ελληνοκύπριοι κατέφυγαν και στη Γερμανία, όπου φοίτησαν και στη συνέχεια μερικοί σταδιοδρόμησαν εκεί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ρ. Κοκοθάκη, ο οποίος έφτασε εν μέσω πολέμω να αναλάβει τη γενική διεύθυνση των εργοστασίων αεροπλάνων Μέσερσμιτ. Οπωσδήποτε οι περιπτώσεις αυτές είναι μεμονωμένες και οι λίγοι γερμανόφιλοι που επισημάνθηκαν στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στη Γερμανία ή αλλού, ακόμη και στην ίδια την προπολεμική Αγγλία, είναι αριθμητικά ελάχιστοι.

Μάλλον όμως η ευρύτερη βρετανική πολιτική είναι υπαίτια για την εικόνα αυτή, αφού ακόμη και σε κρίσιμες περιόδους, όταν από το Λονδίνο εκφραζόταν με έμφαση ο θαυμασμός για την ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο, η Κύπρος παρέμενε ασφυκτικά υπό την ανελαστική και πεισματική διοίκηση των Άγγλων, σαφώς αποστασιοποιημένη από έμπρακτες φιλελληνικές διαθέσεις. Σε άλλη σελίδα έχει γίνει μνεία για τα περίεργα βρετανικά σχέδια για τα νησιά μας στο Αιγαίο, ενώ σε κάποια άλλη ευκαιρία θα γίνει αναφορά στο θέμα των Ελγινείων, όπως είχε συζητηθεί στη Βουλή των Κοινοτήτων τον Ιανουάριο 1941, οπότε ο Ήντεν είχε σπεύσει να κλείσει τη συζήτηση με την ανάλογη αλαζονεία. Εξάλλου, σε μια άλλη ευκαιρία θα αναπτυχθεί το ζήτημα πώς, ενώ είχαν αρνηθεί να παραχωρήσουν την Κύπρο για να μεταφερθεί η έδρα της ελληνικής κυβέρνησης στο έδαφός της μετά από την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, το φθινόπωρο του 1943 – μετά από την ιταλική συνθηκολόγηση – είχαν εστιάσει την προσοχή τους στο να επιχειρήσουν την απόκτηση και μετατροπή της Δωδεκανήσου σε βρετανική βάση-αποικία, όπως παρόμοια σκέψη είχε καλλιεργηθεί στο τέλος του πολέμου για την Κρήτη.

 

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΑΚΟΣ

 

Ο υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, ήρωας του πολέμου και αυτός, ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Τσολάκογλου ήδη πριν από τη σύναψη της συνθηκολόγησης και στη συνέχεια κατά την κρίσιμη φάση των συζητήσεων με τους Γερμανούς. Ανέλαβε στην κυβέρνηση το υπουργείο Εθνικής Αμύνης, συσταθέν με συγχώνευση των υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Περί των δύο τελευταίων κλάδων δεν γινόταν λόγος παρά μόνον ως προς το προσωπικό που παρέμεινε στην κυρίως Ελλάδα, δοθέντος ότι δεν απέμειναν ναυτικές και αεροπορικές μονάδες όταν ο αγώνας μεταφέρθηκε στην Κρήτη. Αντίθετα, ο ελληνικός στρατός κατά τη συνθηκολόγηση έφθανε τους 250.000 άνδρες και διέθετε εγκαταστάσεις, αποθήκες, εξοπλισμό και οπλισμό. Το υλικό του στρατού θεωρήθηκε λεία πολέμου και οι κατακτητές σταδιακά το απέσυραν.

Η αρμοδιότητα του Μπάκου, αφότου με τη διαταγή του Χίτλερ δεν θεωρήθηκε αιχμάλωτος ο ελληνικός στρατός, ήταν να μεθοδεύσει ως προς τους εφέδρους την αποστράτευση και να μεριμνήσει για τα μόνιμα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει μια αναλυτικότερη έρευνα για το έργο που κλήθηκε ο Μπάκος να πραγματοποιήσει, αλλά κατά καιρούς έχουν θετικές αναφορές για ορισμένες πτυχές του. Ο Γ. Τσολάκογλου τον εμπιστεύθηκε αρκετά ώστε να τον αφήσει ελεύθερο να παίρνει αποφάσεις στον τομέα του, αν και έχουν αναφερθεί συχνές περιπτώσεις διχογνωμιών μεταξύ των δύο στρατηγών.

Ο Μπάκος πήρε πολλές και ποικίλες αποφάσεις για τα κρίσιμα ζητήματα που χειρίστηκε, αρχικά συνεργαζόμενος με τους Γερμανούς, αλλά και στη συνέχεια χωρίς προβλήματα με τους Ιταλούς – όχι όμως χωρίς κλίμα καχυποψίας από τους κατακτητές. Ακόμη και τα έπιπλα του γραφείου του ήταν κατασχεμένα από τις στρατιωτικές κατοχικές αρχές, όπως είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει ο τότε αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, παρατηρώντας τις γερμανικές χειρόγραφες επιγραφές πάνω στο χρηματοκιβώτιο του υπουργικού γραφείου[1].

Οπωσδήποτε χωρίς αξιόλογα μέσα στη διάθεσή του επέτυχε να πραγματοποιήσει ομαλώς την αποστράτευση. Ωστόσο όμως θα έπρεπε να του καταλογισθεί η αδυναμία να ελέγξει την κατάσταση ως προς τους απολυμένους εφέδρους, που δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στις εστίες τους, αν και υπήρξε στοιχειώδης μέριμνα, όπως και για τους νοσηλευόμενους τραυματίες.

Αναμφισβήτητα θετική υπήρξε η συμβολή του σε δύο άλλους τομείς. Με δική του πρωτοβουλία και επιμονή υπό τόσο αντίξοες συνθήκες μπόρεσε, σε συνεργασία με τον Ιω. Κυριακό, να ιδρυθεί το Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), παλαιό αίτημα των Ελλήνων αξιωματικών που δεν είχε υλοποιηθεί μέχρι τότε. Με ανάλογη αποτελεσματικότητα πήρε διευκολυντικές αποφάσεις για την απασχόληση των αξιωματικών σε διάφορες δημόσιες θέσεις ή στελεχώνοντας υπηρεσίες του Ερυθρού Σταυρού, καθώς και για την επιμόρφωση των μονίμων αξιωματικών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κυρίως στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο, στα οποία εισήλθαν με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ενώ επέτυχε να αποσπασθούν αξιωματικοί στη Μέση Εκπαίδευση διδάσκοντας το μάθημα της γυμναστικής.

Ο Μπάκος παρέμεινε στη θέση του υπουργού Εθνικής Αμύνης και κατά την κυβέρνηση Λογοθετόπουλου. Πλην των προαναφερθέντων θετικών στοιχείων, χρεώθηκε το ζήτημα των νομοθετικών κυρώσεων εις βάρος των μονίμων αξιωματικών που διέφευγαν στη Μέση Ανατολή, αν και αποδεδειγμένα σε πολλές περιπτώσεις δεν εφαρμόζονταν, συνεχίζοντας την καταβολή μισθών και συντάξεων στις οικογένειές τους.

 

Η ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ

 

Το πρώτο σοβαρό ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκε ο Μπάκος μόλις ανέλαβε ήταν η έκδοση της διαταγής για την αποστράτευση αυθημερόν:

«Θεωρούνται απολυθέντες και διατάσσονται να μεταβούν αμέσως εις τας εστίας των οπουδήποτε και αν ευρίσκωνται άπαντες οι οπλίται και έφεδροι αξιωματικοί του στρατού ανεξαρτήτως κλάσεως, όπλου και τόπου καταγωγής εφ’ όσον δύνανται να μεταβούν εις τας εστίας των άνευ χρησιμοποιήσεως κρατικών μέσων μεταφοράς. Η απόλυσίς των θα λάβη χώραν άνευ χορηγήσεως φύλλου πορείας ή προσωρινού απολυτηρίου. Ταύτα θα αποσταλούν βραδύτερον διά της αστυνομικής ή κοινοτικής αρχής.

Οι έφεδροι αξιωματικοί οι έχοντες χρηματικήν διαχείρισιν θα απολυθούν αφού καταθέσουν το υπόλοιπον ταμείον εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή εις τα Υποκαταστήματα αυτής διά λογαριασμόν του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και παραδώσουν τα αρχεία χρηματικής διαχειρίσεως μετά το κλείσιμον του ημερολογίου εις την Διαχείρισιν Υπουργείου Στρατιωτικών ή εις την πλησιεστέραν Αρχήν Χωροφυλακής παρ’ ης θα λάβουν απόδειξιν παραδόσεως αναφέροντες σχετικώς διά της Αστυνομικής Αρχής εις το Υπουργείον Στρατιωτικών, Διεύθυνσιν Επιμελητείας.

Εξαιρούνται της απολύσεως οι μόνιμοι υπαξιωματικοί, οίτινες θα παρουσιασθούν της μεν περιοχής Αττικής εις το Γενικόν Έμπεδον Αθηνών, της δε περιοχής Πελοποννήσου εις το πλησιέστερον Κέντρον Εκπαιδεύσεως ή Έμπεδον εφ’ όσον υφίστανται τοιαύτα. Οι λοιποί εις τας πλησιεστέρας αρχάς χωροφυλακής, όπου θα δηλώσουν διεύθυνσιν και όπλον ή σώμα εις το οποίον ανήκουν.

Εκ των απολυομένων, οι ευρισκόμενοι εις περιοχήν Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων να αναχωρήσουν εντός 24 ωρών διά τας εστίας των, ένθα θα περιβληθούν αμέσως την πολιτικήν περιβολήν. Οι παραβάται θα συλλαμβάνωνται υπό των γερμανικών στρατιωτικών αρχών και θα τιμωρούνται αυστηρώς.

Άπαντες οι έχοντες ανάγκην σιδηροδρομικού και θαλασσίου μέσου προς μετάβασιν εις τας εστίας των θα συγκεντρωθούν ως εξής διά στρατωνισμόν και τροφοδοσίαν μέχρις εξασφαλίσεως μέσων μεταφοράς:

Οι ευρισκόμενοι εις την περιοχήν Αττικής, εις το γενικόν έμπεδον Αθηνών.

Οι ευρισκόμενοι εν Πελοποννήσω, όπου μεν υπάρχουν εν λειτουργία κέντρα εκπαιδεύσεως ή έμπεδα, να παρουσιασθούν εις αυτά, όπου δε δεν υπάρχουν τοιαύτα εις τας πλησιεστέρας διοικήσεις χωροφυλακής.

Άπαντες οι λοιποί να παρουσιασθούν εις τας πλησιεστέρας κατά τόπους διοικήσεις χωροφυλακής ή και εις τας υποδιοικήσεις χωροφυλακής, τας εδρευούσας πλησίον σιδηροδρομικών σταθμών.

Αι διοικήσεις και υποδιοικήσεις χωροφυλακής να μεριμνήσουν διά την διατροφήν και στέγασιν των ως άνω παρουσιασθησομένων εις αυτάς οπλιτών, προβαίνουσα εις τας αναγκαίας επιτάξεις, δι’ ας εξουσιοδοτούνται δυνάμει της παρούσης.

Το γενικόν έμπεδον Αθηνών, τα κέντρα εκπαιδεύσεως και έμπεδα Πελοποννήσου, ως και αι διοικήσεις και υποδιοικήσεις χωροφυλακής να αναφέρουν τηλεγραφικώς εις το υπουργείον Στρατιωτικών γραφείον Ι και IΥ συνολικόν αριθμόν συγκεντρουμένων καθ’ εκάστην εσπέραν αξιωματικών και οπλιτών και διακεκριμένως πόσοι κατά τόπους προσδιορισμού, επί παραδείγματι τόσοι διά Πάτρας, τόσοι διά Ναύπλιον κλπ.

Αθήναι, τη 30 Απριλίου 1941

Ο Υπουργός

Γ. ΜΠΑΚΟΣ»

Για την ιστορία, παραθέτουμε και τη διαταγή για τη διάλυση μονάδων και υπηρεσιών:

«Αποφασισθείσης υπό της Ανωτάτης Στρατιωτικής Γερμανικής Διοικήσεως της αμέσου απολύσεως απάντων των οπλιτών και εφέδρων αξιωματικών προκύπτει ανάγκη διαλύσεως μονάδων, καταστημάτων και υπηρεσιών ως κάτωθι:

Προβλέπεται να διατηρηθούν επί του παρόντος: το υπουργείον Στρατιωτικών με I, IV, VII γραφεία του Γενικού Επιτελείου του Στρατού και τας διευθύνσεις και την διαχείρισιν του υπουργείου Στρατιωτικών. Η Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκησις Αθηνών. Το Φρουραρχείον Αθηνών. Το Γενικόν Έμπεδον Αθηνών. Παν κέντρον εκπαιδεύσεως ή έμπεδον της Πελοποννήσου υφιστάμενον τυχόν σήμερον. Τα στρατιωτικά νοσοκομεία. Τα στρατολογικά γραφεία προς έκδοσιν δικαιολογητικών αφορώντων συντάξεις και εξυπηρέτησιν των πολιτών. Η γενική αποθήκη υλικού στρατού Πειραιώς. Το στρατιωτικόν αρτοποιείον Γουδί. Ο λόχος φρουράς Ανακτόρων διά χορήγησιν φρουράς Αγνώστου Στρατιώτου. Το φαρμακείον φρουράς Αθηνών. Αι στρατιωτικαί φυλακαί Αθηνών. Το στρατοδικείον Αθηνών.

Αι λοιπαί στρατιωτικαί αρχαί θα διαλυθούν δυνάμει της παρούσης όπου σήμερον ευρίσκονται. Η διάλυσις εκάστης στρατιωτικής αρχής θα συντελεσθή κατά τον εξής τρόπον:

α) Απόλυσις οπλιτών ως ειδική διαταγή μέλλουσα να επακολουθήση αμέσως.

β) Έφεδροι αξιωματικοί (εξ εφέδρων και εκ μονίμων) θα απολυθούν άπαντες ανεξαρτήτως κλάσεως και κατηγορίας λαμβάνοντες κατά το δυνατόν προσωρινά απολυτήρια. Εξαιρούνται οι έχοντες χρηματικάς διαχειρίσεις, οίτινες θα απολυθούν μετά την εκτέλεσιν της παραγράφου θ.

γ) Ευέλπιδες θα αποσταλούν εις αόριστον άδειαν φέροντες εφεξής υποχρεωτικώς πολιτικήν ενδυμασίαν.

δ) Μόνιμοι αξιωματικοί των καταργουμένων μονάδων, υπηρεσιών και καταστημάτων θα παραμείνουν διαθέσιμοι αναφέροντες την διεύθυνσίν των εις το Φρουραρχείον Αθηνών ή εις τας κατά τόπους αρχάς Χωροφυλακής. Δέον να φέρουν πολιτικήν περιβολήν, κατά δε την απουσίαν εκ της οικίας των είναι υπεύθυνοι διά την δυνατότητα ταχείας ανευρέσεώς των. Οφείλουν να μεριμνήσουν διά τον εφοδιασμόν των διά φύλλων διακοπής μισθού – εφ’ όσον τούτο είναι δυνατόν.

ε) Μόνιμον ιδιωτικόν προσωπικόν στρατιωτικής υπηρεσίας. Ισχύουν διά τούτο τα ανωτέρω ορισθέντα διά τους μονίμους αξιωματικούς.

στ) Ημερομίσθιον ιδιωτικόν προσωπικόν στρατιωτικής υπηρεσίας των καταργουμένων μονάδων, υπηρεσιών και στρατιωτικών καταστημάτων απολύεται από 1ης Ιουνίου ενεστώτος έτους δυνάμει της παρούσης.

ζ) Μόνιμοι υπαξιωματικοί, των καταργουμένων μονάδων, υπηρεσιών και καταστημάτων. Ούτοι θα παρουσιασθούν της μεν περιοχής Αττικοβοιωτίας εις το Γενικόν Έμπεδον Αθηνών, των δε λοιπών περιοχών εις τας πλησιεστέρας αρχάς χωροφυλακής όπου θα δηλώσουν τον τόπον διαμονής, την διεύθυνσιν της κατοικίας των και την ειδικότητά των. Οι εν Πελοποννήσω εις το πλησιέστερον κέντρον εκπαιδεύσεως ή έμπεδον εφ’ όσον υφίστανται τυχόν σήμερον τοιαύτα.

η) Τα διοικητικά αρχεία πλην των οικονομικών και τα στρατολογικά τοιαύτα ως και άπαντα τα υλικά των καταργουμένων μονάδων, υπηρεσιών και καταστημάτων να εναποθηκευθούν εις περιωρισμένον χώρον εν τω σημερινώ στρατωνισμώ ή εν τη σημερινή περιοχή σταθμεύσεως εκάστης καταργουμένης στρατιωτικής αρχής. Η αποθήκη να σφραγισθή καλώς. Να συνταχθή και υποβληθή τω υπουργείω (γραφείον 1ον) κατάστασις των περιεχομένων υλικών, καθ’ αρμοδιότητα.

Να ορισθή μόνιμος κατώτερος αξιωματικός ή ανθυπασπιστής ή εν ελλείψει και υπαξιωματικός αποθηκάριος ούτινος το όνομα να εμφαίνηται εις την υποβληθησομένην κατάστασιν. Εάν αι συνθήκαι εναποθηκεύσεως επιβάλλουν πλείστους αποθηκαρίους να ορισθώσι τοιούτοι όσοι αναγκαιούν.

θ) Τα αρχεία χρηματικής διαχειρίσεως μετά το κλείσιμον ημερολογίου και την κατάθεσιν του υπολοίπου χρηματικού εις την Τράπεζαν της Ελλάδος διά λογαριασμόν του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, θα παραδοθούν εις την διαχείρισιν υπουργείου Στρατιωτικών ή εις την πλησιεστέραν αρχήν χωροφυλακής. Η Τράπεζα της Ελλάδος και το Μετοχικόν Ταμείον Στρατού να τηρήσουν ίδιον λογαριασμόν.

ι) Τα αυτοκίνητα θα ακολουθήσουν την τύχην του λοιπού υλικού ως η παράγραφος η. Διά τα κτήνη θα εκδοθή ειδική διαταγή.

ια) Εκάστη διαλυομένη στρατιωτική αρχή, μέχρι της διαλύσεώς της, ήτις δέον να συντελεσθή το ταχύτερον, ως και αι μη καταργούμεναι τοιαύται θα διατρέφουν τους οπλίτας των και γενικώς το προσωπικόν των και τα κτήνη των ως μέχρι σήμερον. Ευθύς ως διακοπή η λειτουργία αποθηκών τροφίμων, εφ’ όσον και όπου λειτουργούν τοιαύται, θα διατρέφουν αυτό δι’ αγοράς ή δι’ επιτάξεως επί αμέσω πληρωμή. Το αυτό ισχύει διά τα φάρμακα και το υγειονομικόν υλικόν.

Είναι επάναγκες να εξασφαλισθή η λειτουργία των στρατιωτικών νοσοκομείων άτινα νοσηλεύουν μέγαν αριθμόν τραυματιών και ασθενών. Περί της διαλύσεως τούτων, ήτις θα λάβη χώραν προοδευτικώς, θα εκδοθούν ίδιαι διαταγαί.

Εις τους εξερχομένους εκ των νοσοκομείων οπλίτας θα χορηγώνται δύο μηνών πλήρεις αποδοχαί αναρρωτικής αδείας.

Προς αντιμετώπισιν των κενών άτινα θα προκύψουν εν τοις νοσοκομείοις διά της απολύσεως των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών να ληφθούν τα κάτωθι μέτρα:

α) Διά την φρουράν Αθηνών ο υποστράτηγος Σερμπέτης Α., να κατανείμη επειγόντως εις τα στρατιωτικά νοσοκομεία άπαντας τους μονίμους υγειονομικούς αξιωματικούς και μονίμους φαρμακοποιούς των φρουρών Αθηνών και Πειραιώς. Ο υποστράτηγος Σκαρβέλης Α. να διαθέση μονίμους αξιωματικούς της διαχειρίσεως ως διαχειριστάς.

β) Έκαστος Διευθυντής οιουδήποτε Στρατιωτικού Νοσοκομείου οπουδήποτε ευρισκομένου εξουσιοδοτείται να προσλάβη επιστημονικόν προσωπικόν επί μισθώ ή υποχρεωτική μισθώσει κατά προτίμησιν εκ των υπηρετούντων ή υπηρετησάντων εκ των εφέδρων αξιωματικών. Εξουσιοδοτείται επίσης να προσλάβη επί μισθώ ή υποχρεωτική μισθώσει το αναγκαιούν κατώτερον προσωπικόν εξ ιδιωτών, ανδρών ή γυναικών ή αδελφών νοσοκόμων, προτιμωμένων των απολυομένων εφέδρων ή υπηρετούντων αδελφών.

Εκάστη διαλυομένη μονάς να αναφέρη τηλεγραφικώς ει δυνατόν την εκτέλεσιν της παρούσης.

Εν Αθήναις τη 30 Απριλίου 1941

Ο Υπουργός

Γ. ΜΠΑΚΟΣ»

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

 

Με την έναρξη της Κατοχής και την ορκωμοσία κατοχικής κυβέρνησης, η Αστυνομία Πόλεων και δευτερευόντως η Ελληνική Χωροφυλακή αποτελούσαν τη μόνη ένοπλη ελληνική δύναμη, πλην της αρχικά ολιγάριθμης ευζωνικής φρουράς. Εκτός του Ιω. Ράλλη, ο οποίος αργότερα υπό τις γνωστές περιστάσεις θα σχηματίσει ελληνικά στρατιωτικά τμήματα, τα Τάγματα Ασφαλείας, ο στρατηγός Τσολάκογλου κατά την Κατοχή είχε σκεφθεί να ανασυγκροτήσει τον ελληνικό στρατό.

Το όνειρό του, που και αλλού το έχουμε αναφέρει, ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει εδάφη της Μικράς Ασίας, αν η Γερμανία θα ερχόταν σε ένοπλη ρήξη με την Τουρκία, προϋπέθετε – όταν θα ερχόταν η στιγμή – την άμεση εμφάνιση ενός ετοιμοπόλεμου εκστρατευτικού σώματος. Αλλά επειδή γνώριζε ότι θα είχε να αντιμετωπίσει, όχι τόσο τη γερμανική, όσο την ιταλική αντίδραση, είχε σκεφθεί να πραγματοποιηθεί ένα είδος σιωπηρής επιστράτευσης των εφέδρων. Είχε σκεφθεί ένα νεφελώδες σύστημα πυρήνων εφέδρων κατά περιοχές, οι οποίοι θα διατηρούσαν «δεσμούς πειθαρχίας» με τους αξιωματικούς που ήταν εγκατεστημένοι σ’ αυτές. Αναφέρει χαρακτηριστικά[2]: «…Και πράγματι παρεσκευάσθη άπασα η προκαταρκτική εργασία της συγκροτήσεως πυρήνων κατά φρουράς εις ας ανήκον οι αξιωματικοί που είχον αποσπασθή εις τας Νομαρχίας, εις τους Δήμους και τας Κοινότητας, οι διορισθέντες αξιωματικοί εις τα Γυμνάσια ως γυμνασταί και οι προαιρετικώς διαμένοντες εις εκάστην φρουράν ή την περιοχήν της (ως γνωστόν οι διορισθέντες εις τας Νομαρχίας, Δήμους και Κοινότητας θα κατήρτιζον τους στρατολογικούς καταλόγους)».

Χρησιμοποιώντας τους διεσπαρμένους αξιωματικούς ως στρατολόγους θα ήταν σε θέση ανά πάσα στιγμή να σχηματίσει σε διάφορες περιοχές στρατιωτικές μονάδες, ώστε ανάλογα με τις συνθήκες να ντύνονταν και να εξοπλίζονταν. Οι λεπτομέρειες και ο συντονισμός αυτής της αθόρυβης προσπάθειας είχαν ανατεθεί στον υποστράτηγο Κων. Πλατή, αλλά η ιδέα τελικά εγκαταλείφθηκε, διότι – κατά τον Τσολάκογλου – θα έπρεπε να προηγηθεί βολιδοσκόπηση και συναίνεση (ή εν πάση περιπτώσει ενημέρωση και ίσως οδηγίες της) από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο. Προκρίθηκε να αποσταλούν εκεί με κάποια προσχηματική δικαιολογία, σχετική με την προμήθεια τροφίμων από την Τουρκία, ο στρατηγός Πλατής και ο διπλωμάτης Δ. Αργυρόπουλος, αλλά το σχέδιο ματαιώθηκε όταν έγινε αντιληπτό ότι οι ιταλικές αρχές είχαν υποπτευθεί τις κινήσεις αυτές.

Στη συνέχεια, μην εγκαταλείποντας οριστικά την ιδέα του, ο Τσολάκογλου επικαλέσθηκε τη δημιουργία ορισμένων ταγμάτων στρατού με έδρα την Αθήνα και μεγάλες επαρχιακές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Τρίπολη, Καλαμάτα, Μεσολόγγι, Λαμία, Λάρισα, Ιωάννινα, Τρίκαλα, Κοζάνη, Φλώρινα). Η δικαιολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν να σχηματισθούν αυτές οι μονάδες για την εδραίωση της τάξης και κυρίως του αισθήματος ασφαλείας του πληθυσμού. Σημειώνεται, ώστε να αποφευχθεί ο συσχετισμός με τη μεταγενέστερη ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, ότι ακόμη δεν είχε αρχίσει η δράση της ένοπλης Εθνικής Αντίστασης στα βουνά. Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση, οι Ιταλοί ήταν απόλυτα αρνητικοί.

Η τρίτη προσπάθεια του Τσολάκογλου, πάλι για να έχει οργανωμένες εφεδρείες εν είδει παραστρατιωτικού σχηματισμού αυτή τη φορά, έγινε προς την πλευρά των Γερμανών, από τους οποίους ζητήθηκε έγκριση για την καθιέρωση «εργατικής θητείας» στην Ελλάδα, με τους ακόλουθους προσχηματικούς τρόπους:

α. Να ενισχυθεί ο προσανατολισμός των νέων προς τη σωματική κοινωνική εργασία ως άσκηση, διαπαιδαγωγώντας κατάλληλα τη νεολαία, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη. Ο θεσμός αυτός υπήρχε ήδη στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία από την προπολεμική περίοδο, συνδυάσθηκε δε, όπως ήδη έχουμε δει (σελ. 216), με τη δημιουργία της Διεύθυνσης Αγωγής Ελληνοπαίδων υπό τον συνταγματάρχη Θ. Κετσέα, η οποία υπαγόταν στο υπουργείο Παιδείας.

β. Σε υποκατάσταση της στρατιωτικής θητείας, ως προς την κοινωνική της διάσταση, θα γινόταν άσκηση πειθαρχίας, συναδελφικότητας και αλληλεγγύης.

γ. Για την οργάνωση αυτού του μηχανισμού, θα επανδρωνόταν με μεγάλο αριθμό στελεχών, προερχομένων κυρίως από τους αξιωματικούς του στρατού, που – εκτός από τη διοίκηση – θα χρησίμευαν και για την εκπαίδευση των μονάδων της εργατικής δύναμης.

δ. Σε πρακτικό επίπεδο θα εκτελούνταν έργα κοινής ωφέλειας, περιλαμβανομένων των συγκοινωνιών για περιοχές που δεν ενδιέφεραν στρατιωτικά τους κατακτητές, καθώς και έργα σχετικά με τη βελτίωση ή απόδοση της γεωργικής παραγωγής. Ο συνδυασμός αυτός επρόκειτο να φέρει αντιμετώπιση της ανεργίας και αύξηση της κατά περιοχές επισιτιστικής αυτάρκειας.

Ο Τσολάκογλου όλη αυτή την ιδέα την στήριζε χάριν της μελλοντικής εξυπηρέτησης ενός ασαφούς εθνικού στρατιωτικού σχεδίου, συνδυασμένη με καλοπροαίρετους στόχους μείωσης της ανεργίας και αύξησης της γεωργικής παραγωγής. Το σχέδιο αυτό, που σε τέτοια μορφή δεν πήρε την έγκριση των κατακτητών, θα καταλήξει αργότερα – πλήρως παραποιημένο – να μετατραπεί στην περίφημη πολιτική επιστράτευση, που αναστάτωσε την Αθήνα επί των ημερών του διαδόχου του, του Κ. Λογοθετόπουλου.

Είναι προφανές ότι πρωτευόντως οι Ιταλοί δεν εμπιστεύονταν στον στρατηγό Τσολάκογλου και τους λοιπούς στρατηγούς του Μετώπου να αποκτήσουν νομιμοποιημένο στρατιωτικό μηχανισμό. Εκτός από την αναγνώριση να είναι αναπεπταμένη η ελληνική σημαία στον κεντρικό ιστό των Παλαιών Ανακτόρων (όπου ήταν η έδρα της κατοχικής κυβέρνησης) μόνη της, χωρίς την παρουσία των σημαιών των κατακτητών, ο κατοχικός πρωθυπουργός πέτυχε να επιτραπεί από τους Γερμανούς η ύπαρξη μιας διλοχίας ευζώνων, συνολικής δύναμης 300 ανδρών, ως τιμητική φρουρά του Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτου. Ήταν μια διπλή παραχώρηση του κατακτητή με το νόημα ότι γινόταν κατ’ ελάχιστον σεβαστή η εθνική κυριαρχία. Η επόμενη κίνηση του Τσολάκογλου ήταν να διατάξει την καθημερινή απόδοση τιμών κατά την έπαρση και την υποστολή της κυανόλευκης στο Μνημείο, μπροστά από την έδρα της κυβέρνησής του, τελετή ορατή όμως και από τη διοίκηση των κατοχικών στρατιωτικών αρχών. Το τυπικό μέρος αυτής της ασυνήθιστης ιεροτελεστίας έγινε σύντομα μια εθνική απόλαυση για τους Αθηναίους, ιδιαίτερα το απόγευμα κατά την υποστολή, οπότε συγκεντρωνόταν μεγάλο πλήθος. Αυτό ακριβώς ήταν που προκάλεσε την ενόχληση των Ιταλών, οι οποίοι – με το πρόσχημα ότι παρακωλυόταν η συγκοινωνία και η διέλευση των οπλιτών τους – ζήτησαν να μην γίνεται τόσο επίσημα η τελετή.

Οι Γερμανοί είχαν κάνει και μια άλλη κίνηση, που όμως δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως παραχώρηση, ακόμη και για τον Τσολάκογλου που έτρεφε πάντα την ιδέα δημιουργίας ελληνικού στρατού, έστω και με υποτυπώδη μορφή. Ζήτησαν, λοιπόν, από τον υπουργό Εθνικής Αμύνης Γεώργιο Μπάκο να επανδρωθούν με ελληνικό προσωπικό τα αντιαεροπορικά πυροβολεία της Αθήνας. Αφού συσκέφθηκαν οι δύο Έλληνες στρατηγοί, η έγγραφη ελληνική απάντηση, που απευθύνθηκε στον στρατάρχη Λιστ, απέρριπτε την πρόταση ότι ως σύμμαχοι των Άγγλων που υπήρξαν, οι Έλληνες δεν μπορούσαν να σημαδεύουν τους αεροπόρους τους, ανάμεσα στους οποίους θα μπορούσαν να είναι και Έλληνες πιλότοι.

 

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

 

Την ίδια αρνητική στάση τήρησαν οι κατακτητές και ως προς τη δημιουργία εθελοντικού εκστρατευτικού σώματος για να συμμετάσχει στο Αντιμπολσεβικικό Μέτωπο, όταν ο Χίτλερ κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό συνέβη στις 22 Ιουνίου 1941, τρεις μόνον ημέρες πριν από την επίσημη είσοδο των Ιταλών στην Αθήνα για να παραλάβουν από τους Γερμανούς τη στρατιωτική διοίκηση, γεγονός που φυσικά δεν ήταν καθόλου άσχετο.

Η κατοχική κυβέρνηση προς στιγμήν αντιμετώπισε τη συγκυρία αυτή ως ευνοϊκή για να ενταχθεί στη «νέα τάξη πραγμάτων», θεωρώντας ότι ήταν η μόνη λύση για να επιζητηθεί – σε περίπτωση γερμανικής νίκης – η εθνική δικαίωση, ύστερα από τον διαμελισμό της με τις ιταλικές και τις βουλγαρικές αξιώσεις. Τουλάχιστον δύο από τα ισχυρότερα στελέχη της, ο Γεώργιος Μπάκος και ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης, τάχθηκαν ευθέως υπέρ της δυναμικής συμμετοχής της Ελλάδος στο νέο Μέτωπο. Ο μεν πρώτος – με στρατιωτική αντίληψη – θεωρούσε ως καθοριστική την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στη Ρωσία, ο δε δεύτερος, σαφώς πιο πολιτικοποιημένος, προχωρούσε περαιτέρω. Είχε τη γνώμη, ως «ανεξάρτητη» η Ελλάδα, να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Τελικά η κυβέρνηση Τσολάκογλου δεν θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ, όπως θα ήθελε ο Γκοτζαμάνης και όπως ίσως είχαν σκεφθεί μερικοί. Την ίδια ημέρα, που έγινε γνωστή η γερμανική εισβολή στο ρωσικό έδαφος, ο τελευταίος έστειλε την ακόλουθη επιστολή:

«Εν Αθήναις τη 22 Ιουνίου 1941

Προς την Α.Ε. τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως

Στρατηγόν Κύριον Γ. Τσολάκογλου

Κύριε Πρόεδρε,

Διά της απροόπτου και αιφνιδιαστικής εκρήξεως του πολέμου μεταξύ του Άξονος και της Ρωσίας επαληθεύει και πραγματοποιείται μία ακόμη των προβλέψεών μου, τας οποίας είχα εκθέσει εν τοις από 26.5.40 και 20.7.40 υπομνήμασί μου προς την τότε Κυβέρνησιν και τον Βασιλέα. Περί της πλήρους τουτέστιν αντιθέσεως των συμφερόντων του Άξονος και του Πανσλαυισμού. Επί της αντιθέσεως ταύτης εκτός των άλλων επιχειρημάτων, εστήριξα την γνώμην μου, περί απολύτου συμπτώσεως των συμφερόντων ημών και του Άξονος και της ανάγκης στενωτάτης συνεργασίας Άξονος και Ελληνισμού της μόνης μη σλαυικής δυνάμεως εν τη Εγγύς Ανατολή.

Ο σήμερον εκραγείς πόλεμος δημιουργεί άκρως λεπτήν κατάστασιν χρήζουσαν βαθείας και λεπτομερούς ερεύνης διά την επανεξέτασιν και αναπροσαρμογήν της θέσεώς μας εν τω νέω δημιουργουμένω πλαισίω. Προς τούτο, λαμβάνω την τιμήν να υποβάλω υμίν την γνώμην και να παρακαλέσω, όπως συγκαλέσητε επειγόντως και όλως εκτάκτως το Υπουργικόν Συμβούλιον διά να επιληφθή της τοιαύτης ερεύνης και να δοθή ευκαιρία εις έκαστον εξ ημών να αναπτύξη τας απόψεις του και να λάβη την θέσιν και την ευθύνην του. Εν αναμονή των αποφάσεων, που θα ληφθούν, νομίζω, ότι θα είναι λίαν εξυπηρετικόν των συμφερόντων της Χώρας, εάν αποστέλλατε αμέσως και εξ ονόματος της Ελληνικής Κυβερνήσεως τηλεγράφημα προς τους κ.κ. Χίτλερ και Μουσολίνι, δι’ ου να εύχησθε την νίκην των όπλων εν τω νέω αγώνι προς δημιουργίαν της Νέας Ευρώπης και αποτροπήν του Σλαυοκομμουνιστικού κινδύνου, όστις απειλεί τους πάντας και τα πάντα εν Ευρώπη.

Μετά τιμής και φιλικών αισθημάτων

Δρ. Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ, Υπουργός Οικονομικών»[3]

Συνήλθε πράγματι το υπουργικό συμβούλιο και συζητήθηκε η στάση που θα έπρεπε να τηρήσει η κατεχόμενη Ελλάδα. Ύστερα από πολλή συζήτηση, τρεις από τους υπουργούς πήραν θέση υπέρ της κήρυξης πολέμου κατά της ΕΣΣΔ (Μπάκος, Γκοτζαμάνης και ένας ακόμη, ο οποίος όμως δεν έχει γίνει θετικά γνωστός ποιος ήταν, αλλά έχει λεχθεί για τον Κ. Λογοθετόπουλο[4]), επιχειρηματολογώντας για τα πλεονεκτήματα που θα αποκτούσε η χώρα αν θα συμμετείχε στο νέο μέτωπο. Οι υπόλοιποι, περιλαμβανομένου του Τσολάκογλου, ήταν επιφυλακτικοί έως αρνητικοί για το θέμα κήρυξης πολέμου, πολύ δε περισσότερο για το ενδεχόμενο πολιτικής προσχώρησης στον Άξονα, λιγότερο όμως αρνητικοί για την τυχόν αποστολή στρατιωτικού σώματος. Απ’ αρχής διευκρινίστηκε όμως ότι, αν θα στελνόταν, αυτό θα είχε εθελοντικό χαρακτήρα.

Απόφαση δεν ελήφθη σε εκείνο το υπουργικό συμβούλιο. Στην πορεία, αφέθηκε το θέμα στα χέρια του στρατηγού Μπάκου, αρμοδίου άλλωστε ως υπουργού Εθνικής Αμύνης. Συναφής είναι η μαρτυρία του τότε συνταγματάρχη Θρασ. Τσακαλώτου, στενού συνεργάτη του Μπάκου μέχρι να διαφύγει στη Μέση Ανατολή[5]:

«Ο στρατηγός Μπάκος… μόνον έναν εχθρό έβλεπε: τους κομμουνιστάς. Τους δε Γερμανούς ως τους μόνους που μπορούσαν να τους εκμηδενίσουν. Γι’ αυτό ηθέλησε να κάμη εθελοντικά σώματα υπό καταλλήλους διοικητάς για να σταλούν να πολεμήσουν εναντίον των Ρώσων. Έκαμε ειδικήν συγκέντρωσιν τότε, εις την οποίαν εκάλεσεν έναν αριθμόν συνταγματαρχών, υπηρετούντων εις το υπουργείον. Δεν είχον κληθή. Έμαθα τον σκοπόν και μετέβην αυτόκλητος, διά να αντιδράσω.

Εξήγησε σαφέστατα την επιθυμίαν του και την πεποίθησίν του ότι όταν νικήση η Γερμανία, αυτό θα είναι ένα επιχείρημα στα χέρια της Ελλάδος. Τον απέτρεψα με όλην μου την δύναμιν και ενθυμούμαι ακόμη την φράσιν που του είπα: “Προσέχετε, ο ελληνικός λαός δεν συγχωρεί τοιαύτας αποφάσεις. Θα σηκωθούν και οι πέτρες ακόμη εναντίον εκείνων που θα τολμήσουν να πολεμήσουν εναντίον οιουδήποτε συμμάχου μας”.

Με άκουσε, αλλά κατάλαβα πλέον ότι δεν μπορούσα να έχω εμπιστοσύνην εις την κρίσιν του. Επίστευεν εις την νίκην της Γερμανίας. Φοβούμαι ότι ο Μπάκος έπεσε θύμα του Γερμανού στρατιωτικού ακολούθου, με τον οποίον ευρίσκετο, υποχρεωτικώς άλλωστε, εις επαφήν».

Ο Τσακαλώτος αποδίδει στον Κλεμ φον Χόχενμπεργκ επήρεια για την πρωτοβουλία αυτή του Μπάκου. Το ότι ήταν αδιάφορος έως αμέτοχος ο Τσολάκογλου, ο οποίος δεν διατηρούσε τότε «αρμονικές σχέσεις με τον Μπάκο», αναφέρεται από τον Γερμανό διπλωμάτη Γκραίβενιτς, σύμφωνα με τηλεγράφημα που έστειλε στο Βερολίνο στις 14 Ιουλίου 1941:

«Ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Αμύνης, ο γερμανόφιλος στρατηγός Μπάκος, μου είπε σήμερα ότι η ιδέα της αποστολής ελληνικής μονάδας στο Ρωσικό Μέτωπο απασχολούσε ευρύτατους κύκλους του ελληνικού λαού και ότι επιθυμεί, με την ιδιότητά του ως υπουργού Στρατιωτικών, να χειρισθεί προσωπικά το ζήτημα αυτό. Η ελληνική κυβέρνηση μέχρι τώρα δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, διότι αφ’ ενός ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου δεν βρίσκεται σε αρμονικές σχέσεις με τον Μπάκο, και αφ’ ετέρου δεν γνωρίζει ποια θα είναι η αντίδραση της κυβέρνησης του Ράιχ σε παρόμοια πρόταση. Ο Μπάκος μού ζήτησε να πληροφορηθώ τη γνώμη του υπουργείου Εξωτερικών. Παρακαλώ να μου δοθούν οδηγίες».

Στην Αθήνα, κυρίως όμως στη Θεσσαλονίκη, είχαν ήδη αναπτυχθεί πρωτοβουλίες για συγκέντρωση ενδιαφερομένων εθελοντών. Στην ελληνική πρωτεύουσα η αναζήτηση προσώπων διατεθειμένων να «εκστρατεύσουν» γινόταν από τις νεοϊδρυμένες εθνικοσοσιαλιστικές οργανώσεις, όπως η ΕΣΠΟ. Στη Θεσσαλονίκη τα πρόσωπα αυτά ήταν κυρίως μέλη της αναδιοργανωμένης οργάνωσης ΕΕΕ, που έφθασαν αριθμό δύο χιλιάδων.

Στο προηγούμενο τηλεγράφημα του Γκραίβενιτς, απάντησε θετικά το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών στις 22 Ιουλίου 1941, ενοχλημένο όμως που δεν είχε εγκαίρως ενημερωθεί από την πρεσβεία Αθηνών για την ύπαρξη των ΕΕΕ, για τα οποία είχε πλήρη άγνοια:

«Αποφασίσθηκε, κατ’ αρχήν, να γίνει αποδεκτή η αποστολή εθελοντικής λεγεώνας από την Ελλάδα, η οποία θα πολεμήσει εναντίον της Ρωσίας.

»Η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει μιας έκθεσης της Ανωτάτης Διοίκησης της Βέρμαχτ. Στην έκθεση ήταν συνημμένη τηλεγραφική αναφορά του Στρατιωτικού Διοικητή Ν.Α. Ευρώπης, ο οποίος ανέφερε ότι η “Εθνική Ένωση Ελλάδος” είχε διαβιβάσει την παράκληση στον Πληρεξούσιο του Ράιχ για την Ελλάδα, να σχηματισθεί και στην Ελλάδα μία εθελοντική λεγεώνα, η οποία θα συμμετάσχει στον αγώνα εναντίον του μπολσεβικισμού.

»Για μια τέτοια παράκληση της “Εθνικής Ένωσης Ελλάδος” προς τον Πληρεξούσιο του Ράιχ για την Ελλάδα, δεν μας έχει ανακοινωθεί τίποτε. Από την τηλεγραφική έκθεση της πρεσβείας της 14ης Ιουλίου, σχηματίσαμε τη γνώμη ότι η πρωτοβουλία ανήκει μόνο στον υπουργό Αμύνης. Στην τηλεγραφική αυτή αναφορά δεν μνημονεύεται η “Εθνική Ένωση Ελλάδος”. Συνεπώς παρακαλώ:

»1. Να αναφέρετε τηλεγραφικώς, ποια είναι η “Εθνική Ένωση Ελλάδος”, πώς ιδρύθηκε και ποια γνώμη υπάρχει γι’ αυτήν.

»2. Να αναφέρετε τηλεγραφικώς, αν πράγματι υποβλήθηκε στον Πληρεξούσιο του Ράιχ τέτοια παράκληση και, αν ναι, πώς παρέλειψε να αναφέρει γι’ αυτήν ο Πληρεξούσιος του Ράιχ στο υπουργείο Εξωτερικών, ενώ ο Στρατιωτικός Διοικητής της Ν.Α. Ευρώπης ανέφερε στην Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ.

»3. Να συνεργασθείτε στενά στην υπόθεση αυτή με τις εκεί γερμανικές στρατιωτικές αρχές. Την πολιτική πλευρά της υπόθεσης θα χειρισθεί η πρεσβεία. Ιδιαίτερα θα αναλάβει τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων με την ελληνική κυβέρνηση, αν παραστεί ανάγκη. Με τη στρατιωτική πλευρά θα ασχοληθούν οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές».

Ο δρόμος είχε ανοίξει για την κατάταξη εθελοντών εναντίον του μπολσεβικισμού και ο Τσολάκογλου, παρά την αλλού αναλυόμενη επιθυμία του να επαναποκτήσει στρατό, δεν είχε πεισθεί για τη σκοπιμότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος, το οποίο – όπως υποστηρίζει στα απομνημονεύματά του – γινόταν από «εξωκυβερνητικούς κύκλους». Μάλιστα, αναφέρει ότι υπονόμευσε τη δημιουργία της εθελοντικής αντικομμουνιστικής λεγεώνας[6]:

«Ευθύς ως επληροφορήθην το λυπηρόν όσον και λίαν εγκληματικόν τούτο εγχείρημα, αντέταξα πάσαν αντίδρασιν, έχων και την συνδρομήν του αρχηγού της Χωροφυλακής υποστρατήγου Ντάκου, όστις εμυήθη εις τας προθέσεις μου προς αντίδρασιν και όστις παρενέβαλε πολλά εμπόδια, ώστε η προσπάθεια των διανοηθέντων να συνδράμωσι τους εχθρούς της Πατρίδος μας να μη ριζοβολήση.

Πάντως όμως επεκρέματο ο τρομερός κίνδυνος να αποσταλούν οι εγγραφέντες εις την λεγεώνα. Ένεκα τούτου έδει να ληφθούν ριζικά μέτρα προς ολοσχερή ματαίωσιν της ιδέας της αποστολής ελληνικής λεγεώνος εναντίον της Ρωσίας.

Τα μέτρα ευρέθησαν εκ της σκέψεως ότι οι Ιταλοί θα απέστεργον την αποστολήν λεγεώνος, πράγμα, όπερ θα είχε ως συνέπειαν την ανταμοιβήν των Ελλήνων εις βάρος των ονείρων που έπλεκεν η Ιταλία. Η ανταμοιβή θα παρείχετο ευγνωμόνως και εν καιρώ υπό της Γερμανίας έναντι των θυσιών που θα υφίσταντο οι Έλληνες εν Ρωσία, χάριν του αγώνος των Γερμανών.

Προς τούτο την εν αγνοία τελούσαν Ιταλικήν πρεσβείαν την κατεστήσαμεν ενήμερον της συντελουμένης συγκροτήσεως λεγεώνος εις Θεσσαλονίκην και εις Αθήνας με την προσθήκην ότι “οι προθυμοποιούμενοι διά να ενδυθούν και να εξοπλισθούν προτίθενται να λιποτακτήσουν εις τα βουνά διά να κτυπούν εκείθεν τους Ιταλούς κυρίως και δευτερευόντως τους Γερμανούς”.

Η ψευδής αύτη ανακοίνωσις, κατά τρόπον δήθεν φιλικόν διά τους Ιταλούς, εξώργισε τον πρεσβευτήν της Ιταλίας εναντίον των Γερμανών, ως δημιουργούντων εν αγνοία της ιταλικής αντιπροσωπείας ζητήματα, άτινα είναι δυνατόν να έχωσι δυσαρέστους συνεπείας διά τους Ιταλούς, αν δεν καταβληθή προσπάθεια να γίνη απόλυτος επιλογή των μελλόντων να συμμετάσχωσι εις τον κατά της Ρωσίας πόλεμον».

Ανεξάρτητα από το τι ακριβώς ελέχθη από τον Τσολάκογλου ή ανθρώπους του προς την ιταλική πρεσβεία, γεγονός είναι ότι υπήρξε αντίδραση των Ιταλών. Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 756/8.8.1941 υπηρεσιακό σημείωμα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, ο σύμβουλος της ιταλικής πρεσβείας Βερολίνου πρεσβευτής Κοσμέλι δήλωσε ότι η ιταλική κυβέρνηση αρνείται να συγκατατεθεί στον σχηματισμό ελληνικού εθελοντικού σώματος και ότι ζητούσε να του γίνει γνωστή η γερμανική άποψη επί του θέματος. Σε δεύτερο υπηρεσιακό σημείωμα, το υπ’ αριθ. 767/12.8.1941, αναφέρεται ότι ο Κοσμέλι, με εντολή της κυβέρνησής του, προέβη σε διάβημα εναντίον του σχηματισμού ελληνικού εθελοντικού σώματος.

Δεν γνώριζε τι είχε μεσολαβήσει ο Άλτενμπουργκ, όταν τηλεγραφούσε στο Βερολίνο στις 12 Αυγούστου 1941:

«Επείγει να ληφθεί απόφαση για το ελληνικό εθελοντικό σώμα, διότι η προεργασία της ελληνικής κυβέρνησης προχώρησε μέχρι του σημείου, ώστε μόνον η δημοσίευση πρόσκλησης στον Τύπο απομένει για την κατάταξη εθελοντών. Αυτή, για να είμαστε εντάξει απέναντι στους Ιταλούς, δεν θα γίνει αν δεν επέλθει συμφωνία μεταξύ Βερολίνου και Ρώμης, στο βασικό θέμα, στον σχηματισμό του εθελοντικού σώματος. Θα σας είμαι ευγνώμων για την όσο το δυνατόν συντομότερη αποστολή των οδηγιών σας».

Ο Γερμανός πρεσβευτής ήταν πεπεισμένος ότι η κατοχική κυβέρνηση ενεργούσε δραστήρια για το θέμα αυτό, ενώ η πραγματική εικόνα ήταν διαφορετική. Το ζήτημα κλείνει, όταν από το Βερολίνο με άκρως απόρρητο τηλεγράφημα στάλθηκαν οι οδηγίες:

«1. Μόνο για ατομική σας ενημέρωση: Η ιταλική πρεσβεία Βερολίνου εξέφρασε δύο φορές την επιθυμία της ιταλικής κυβέρνησης, ώστε να αποτραπεί η εμφάνιση Ελλήνων εθελοντών στο Ρωσικό Μέτωπο. Κατόπιν αυτού, το ζήτημα επανεξετάσθηκε και αποφασίστηκε να μην σταλεί ελληνικό εθελοντικό σώμα στη Ρωσία.

»2. Παρακαλώ να πληροφορήσετε κατάλληλα τον Έλληνα πρωθυπουργό ότι η κυβέρνηση του Ράιχ με ικανοποίηση έλαβε γνώση της πρόθεσης της ελληνικής κυβέρνησης περί σχηματισμού ελληνικού εθελοντικού σώματος το οποίο θα μετείχε στον αγώνα εναντίον του μπολσεβικισμού, αλλά ότι δεν θα επιθυμούσε να αποστείλει σώματα Ελλήνων εθελοντών στο Ρωσικό Μέτωπο. Παρακαλώ να αποφύγετε όπως η άρνηση περιέχει ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θίξει την Ελλάδα. Μπορείτε συνεπώς να τονίσετε ότι στην παρούσα φάση των επιχειρήσεων στη Ρωσία, η ένταξη νέων εθελοντικών σωμάτων θα μπορούσε να επιφέρει δυσχέρειες, δεδομένης της συμμετοχής πολλών άλλων εθελοντικών σχηματισμών.

»Επίσης ότι τα απαραίτητα στη Ρωσία για τον εφοδιασμό πολυάριθμα φορτηγά αυτοκίνητα, δεν θα μπορούσαν προς το παρόν, να εξευρεθούν παρά με την αφαίρεσή τους από άλλες μονάδες. Παρακαλώ να αποσιωπηθεί ότι η άρνηση οφείλεται σε ιταλική πρωτοβουλία».

Παράλληλα προς τα ανωτέρω, δόθηκε εντολή στον Βέρμαν, της κεντρικής υπηρεσίας του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, να ενημερώσει τον Κοσμέλι ότι το ελληνικό εθελοντικό σώμα δεν έγινε δεκτό στο Ρωσικό Μέτωπο και να του εξηγήσει ότι η κυβέρνηση του Ράιχ είχε αρχικά αποδεχθεί το ελληνικό αίτημα, με την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης στον αγώνα κατά του μπολσεβικισμού με τη συμμετοχή σ’ αυτόν όλων των ευρωπαϊκών κρατών ή λαών (πλην της ισπανικής λεγεώνας, υπήρξε συμμετοχή από διάφορες κατεχόμενες ή αξονικές χώρες, ενώ είναι η γνωστή και η υποτυπώδης συγκρότηση βρετανικού εκστρατευτικού σώματος με άνδρες που είχαν περισυλλεγεί εθελοντικά από στρατόπεδα αιχμαλώτων), αλλά ότι, ύστερα από την επιθυμία που εξέφρασε η ιταλική κυβέρνηση, απέκρουσε την ελληνική προσφορά.

 

 

 

4. Η στελέχωση του κυβερνητικού μηχανισμού

 

Η κυβέρνηση ήταν ολιγομελής αναλογικά με τις προηγούμενες, δεν είχε κανέναν υφυπουργό και τουλάχιστον τρία υπουργεία είχαν καλυφθεί προσωρινώς. Τελικά δεν είχε αποφευχθεί η εικόνα της στρατοκρατίας, αφού έξι στους εννέα ήταν εν ενεργεία ή απόστρατοι αξιωματικοί.

Ο ισχυρότερος υπουργός στο προσκήνιο ήταν ο Αντώνιος Λιβιεράτος, στο παρασκήνιο ο στρατηγός Μπάκος, αλλά τις εντυπώσεις θα τις κερδίσει εκ των πραγμάτων ο καθηγητής Λογοθετόπουλος, ο οποίος έγινε αντιπρόεδρος. Περί της αρχικής συμμετοχής του, ο τελευταίος έχει γράψει[7]:

«Την 29ην Απριλίου εκλήθην όπως συναντήσω τον αείμνηστον στρατηγόν Γεώργιον Τσολάκογλου εις την Γερμανικήν Πρεσβείαν, όπου μετ’ άλλων μελών τής έπειτα υπ’ αυτόν σχηματισθείσης Κυβερνήσεως συνεζήτει τα του καταρτισμού της.

Ο στρατηγός μού επρότεινε όπως αναλάβω το Υπουργείον της Προνοίας, λόγω της ειδικότητός μου, του κύρους μου και των τιμητικών τίτλων, διά των οποίων με είχε περιβάλει από μακρού η Γερμανική Επιστήμη. Παρ’ όλην την επείγουσαν ανάγκην των τραγικών εκείνων στιγμών, ομολογώ ότι εδίστασα πολύ να αναλάβω το βάρος τούτο, το οποίον επέβαλλε πλην πολλών άλλων και την αντιμετώπισιν τεραστίων προβλημάτων, αποτόκων του πολέμου και της υποδουλώσεως.

Άλλως τε εις τον κύκλον των φιλοδοξιών μου ουδέποτε είχον περιληφθή τα πολιτικά αξιώματα, τα οποία δυσκόλως συμβιβάζονται προς την συγκέντρωσιν και την ηρεμίαν της επιστημονικής ερεύνης και δράσεως.

Διά τούτο απέρριψα πάντοτε επανειλημμένας προτάσεις και των αειμνήστων Ι. Μεταξά (1927) και Π. Τσαλδάρη (1933) όπως αναμιχθώ εις την πολιτικήν, όπως απέκρουσα επίσης και την τιμητικήν πρότασιν του τελευταίου κατά το αυτό έτος ως υποψηφίου Δημάρχου Αθηναίων.

Ήτο όμως κατά τας ανιστορήτους εκείνας τραγικάς στιγμάς επιτακτική ανάγκη να σωθή από την καταστροφήν ό,τι ήτο δυνατόν να περισωθή και να ανακουφισθή ο Ελληνικός Λαός από το βάρος της επερχομένης αφορήτου δουλείας και δυστυχίας.

Διά τούτο εδέχθην εν τέλει την πρότασιν του στρατηγού Τσολάκογλου, αν και είχον πλήρη συναίσθησιν των πολλαπλών ευθυνών, ας ανελάμβανον και των θυσιών, εις τας οποίας θα υπέβαλον εμαυτόν διά της αποδοχής μου ταύτης. Το έθνος όμως είχεν ανάγκην των υπηρεσιών των τέκνων του. Έπρεπε να ευρεθούν άνθρωποι, οι οποίοι να θυσιάσουν συνειδητά τον εαυτόν των υπέρ αυτού κατά την δεινοτέραν περίοδον της μακραίωνος ιστορίας του».

Ο Λογοθετόπουλος είχε σύζυγο γερμανικής καταγωγής, αρκετά γνωστή και μάλλον συμπαθητική ανάμεσα στην αθηναϊκή κοινωνία, όπου ζούσε επί σχεδόν τριάντα χρόνια και συμμετείχε σε διάφορες φιλανθρωπικές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Τις πρώτες ημέρες της Κατοχής κυκλοφορούσε έντονη η φήμη ότι η σύζυγος του Λογοθετόπουλου ήταν αδελφή του στρατάρχη Βίλελμ Λιστ, αλλά από το οικογενειακό περιβάλλον αυτό διαψευδόταν. Δραστηριοποιήθηκε εντονότερα στον κοινωνικό τομέα αφότου ο σύζυγός της έγινε αντιπρόεδρος της κατοχικής κυβέρνησης, αλλά ιστορικά αξιολογότερη ήταν μια ελάχιστα γνωστή δραστηριότητά της, όταν αργότερα – στο διάστημα που ο Λογοθετόπουλος ήταν πρωθυπουργός – πραγματοποίησε μια περιοδεία στη Βόρειο Ελλάδα, με πρόσχημα να εποπτεύσει στα παραρτήματα του ΠΙΚΠΑ, του οποίου η ίδια ήταν πρόεδρος. Αναφέρεται ότι συνοδευόταν από Γερμανίδες, που είχαν έρθει χωρίς επίσημη ιδιότητα από το Βερολίνο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν απεσταλμένες της καγκελαρίας για να αναφέρουν όσα αυτοπροσώπως θα αντιλαμβάνονταν ως προς την ελληνικότητα των κατοίκων των περιοχών που επισκέφθηκαν[8]. Αναφέρεται ακόμη ότι από τις πληροφορίες που τελικά μετέφεραν κατά την επιστροφή τους στο Βερολίνο, η γερμανική κυβέρνηση και προσωπικά ο Χίτλερ πείσθηκαν ότι οι κάτοικοι δεν ήταν βουλγαρικής καταγωγής, όπως ισχυριζόταν η Σόφια και έτσι ματαιώθηκε το δημοψήφισμα που επρόκειτο να γίνει στα βουλγαροκρατούμενα εδάφη της Μακεδονίας[9].

Για τη γερμανοφιλία του Λογοθετόπουλου δεν θα μπορούσε να εγερθεί αμφισβήτηση, αφού άλλωστε, μεταξύ άλλων, ήταν μέχρι τον πόλεμο ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου. Υπάρχουν μαρτυρίες, όμως, ότι χρησιμοποίησε αυτές τις αντιλήψεις και τους δεσμούς του για να χρησιμεύσει ως καλοπροαίρετος ενδιάμεσος με τους κατακτητές[10]. Η οικογένειά του ήταν βυθισμένη σε νωπό πένθος, καθώς ο νεαρός καθηγητής χειρουργικής Ξενοφών Κοντιάδης, σύζυγος της μεγαλύτερης κόρης του Μαρίας, είχε βρει τραγικό θάνατο ύστερα από γερμανικό βομβαρδισμό του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου υπηρετούσε. Το κλίμα στο σπίτι του Λογοθετόπουλου ήταν βαρύ, αλλά αυτό δεν στάθηκε φραγμός για να αναλάβει σημαίνουσα θέση στην κατοχική κυβέρνηση.

Ένας Αμερικανός και μάλλον νηφάλιος παρατηρητής έχει καταγράψει στο ημερολόγιό του θετικές αναμνήσεις από τις υπηρεσιακές επαφές του με τον Κων. Λογοθετόπουλο[11], σε αντίθεση με άλλες περιγραφές που έχουν δημοσιευθεί σε παράνομες αντιστασιακές εφημερίδες σε μεταγενέστερες κατοχικές περιόδους, όπου ο Λογοθετόπουλος αναφέρεται απαξιωτικά ως ανθέλληνας και φανατικός χιτλερικός, ιδιότητες που τελικά δεν επιβεβαιώνονται και μάλλον άδικες είναι.

 

Όπως προκύπτει από σχετικές αφηγήσεις, φαίνεται πως στα σπίτια ορισμένων άλλων από τους νέους υπουργούς, η ατμόσφαιρα δεν ήταν αισιόδοξη. Τα παιδιά του ήταν πολύ μικρά, αλλά τα πεθερικά του υπουργού Εσωτερικών Παν. Δεμέστιχα, όπως και η σύζυγός του, αντέδρασαν αρνητικά όταν έμαθαν την υπουργοποίησή του[12].

Στην οικία Χατζημιχάλη, σήμερα ομώνυμο μουσείο για να τιμηθεί η μνήμη της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, τα πράγματα κάθε άλλο παρά ήρεμα ήταν, αν δεχθούμε όσα αναφέρει η Έρση Χατζημιχάλη[13], κόρη του κατοχικού υπουργού Εθνικής Οικονομίας (σημειωτέον ότι ο αναφερόμενος σύζυγός της Αλέκος Σεφεριάδης υπήρξε ένας από τους πρώτους πράκτορες των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που έδρασαν δραστήρια επί Κατοχής):

«Ένα καλό μεσημέρι, μία η ώρα, καθόμασταν οι δυο μας [Αγγελική και Έρση] στο εργαστήρι. Ανοίγει η πόρτα. Ήταν ο Πλάτων. Φαινόταν πως ήταν σε ευχάριστη διάθεση, όταν μας ανήγγειλε: “Καινούρια τάξις πραγμάτων!” […] Μας λέει λοιπόν ο πατέρας μου: “Σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τσολάκογλου” και πως του πρότειναν να γίνει υπουργός Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, ο Νίκος ο Λούβαρις θα γινόταν υπουργός Παιδείας, ο Λογοθετόπουλος υπουργός Υγείας. Μας είπε ακόμα πως είχαν δεχτεί! Μείναμε άφωνες. Αφού συνήλθε η Αγγελική, βρήκε τη φωνή της: “Πλάτων, τι πας να κάνεις, είναι κυβέρνηση των Γερμανών”. “Σώπα, εσύ δεν καταλαβαίνεις, θα βοηθήσουμε τον τόπο, θα βοηθήσουμε τους Έλληνες, είναι μια νέα τάξη πραγμάτων σου λέω”. Φοβήθηκα πως η Αγγελική θα λιποθυμούσε. Ήταν άσπρη σαν χαρτί. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά του, γονάτισε στα πόδια του: “Πλάτων, μην το κάνεις αυτό”, ικέτευσε. Εκείνος την κοίταξε γονατιστή στα πόδια του και χωρίς δισταγμό: “Δεν καταλαβαίνεις”, επανέλαβε. […]

Η Αγγελική κλείστηκε στο εργαστήρι της και συνέχισε να καίγεται για την πατρίδα. Ο Πλάτων έγινε υπουργός. Φέρθηκε τίμια κλείνοντας το γραφείο του. Όλες οι δουλειές του ήταν με τη Γερμανία. Τις διέκοψε όλες. Μη τυχόν και του πούνε πως χρηματίζεται.

Πιστεύω ειλικρινά πως βοήθησε ανθρώπους. Πως διόρισε πολλούς στα υπουργεία, ανθρώπους που κινδύνευαν να πεθάνουν από τη μεγάλη πείνα. Ακόμα βλέπω μια γυναίκα, τότε νέα, που την έσωσε ο Πλάτων και επέζησε. Και πολλούς άλλους. Τουλάχιστον είχε εξοικονομήσει το συσσίτιο που έδιναν στα υπουργεία.

Αυτό ίσως ελαφρύνει την υστεροφημία του. Το λέω μόνο για την αλήθεια. Βοήθησε.

Μια μέρα ήρθαν να μας βρουν, τον Αλέκο [Σεφεριάδη, σύζυγο της Έρσης Χατζημιχάλη] και μένα, δυο πολύ γνωστοί που σήμερα παίζουν ρόλο στη ζωή του τόπου. Δεν θέλω να πω ονόματα. “Ο Πλάτων ο Χατζημιχάλης με τους Γερμανούς; Δεν είναι δυνατόν! Καταστρέφει όλη του τη ζωή. Πρέπει να παραιτηθεί. Έρση, να πας να του πεις να παραιτηθεί. Να του εξηγήσεις, να τον πείσεις”.

Έριξα κάτι στην πλάτη μου και κατέβηκα στην Πλάκα. Βρήκα τον Πλάτωνα στο γραφείο του. “Μπαμπά, ήρθαν ο τάδε και ο τάδε και μου λένε πως πρέπει να παραιτηθείς. Σε αγαπάνε. Δεν θέλουν το κακό σου”.

“Ο τάδε και ο τάδε, είπες;”

“Ναι”.

“Ορίστε”, είπε και μου έδειξε. Πάνω στο γραφείο του ήσαν δύο επισκεπτήρια του τάδε και του τάδε, που τον συνέχαιραν για την ανάληψη του υπουργείου […]

Την Αγγελική κάποιες κυρίες έπαψαν να τη χαιρετάνε. Σαν γυναίκα δωσιλόγου. Η Αγγελική δεν είπε τίποτα. Το έμαθα μόνο συμπτωματικά. Δεν έφυγε από το σπίτι της. Δεν θα ήταν και δυνατόν. Εκεί ήταν ο χώρος της, συνυφασμένος με τη ζωή της. Κλείστηκε στο εργαστήρι της. Εκεί έτρωγε, εκεί κοιμότανε και εκεί μαζευόμαστε και εμείς κοντά της σαν κλωσόπουλα. Ο Νίκος αγαπούσε τον πατέρα του, όμως αυτή την πράξη του την πήρε επί πόνου. Δεν τη σήκωνε. Το σπίτι μας ήταν μεγάλο. Μπορούσες ζώντας σ’ αυτό ν’ αποφύγεις κάποιον που δεν ήθελες να δεις. Πολλές φορές απέφευγε να τον δει. Αποκαλούσε τον πατέρα του “ο κύριος Χατζημιχάλης”, και εγώ γελώντας συμπλήρωνα: “Ο δωσίλογος”.

Ο Αλέκος έβλεπε την Αγγελική, που την αγαπούσε, μα δεν χαιρετούσε τον Πλάτωνα. Αυτή η απόφαση του Πλάτωνα μας βάραινε όλους…»[14].

Αυτή η τελευταία φράση αποτυπώνει την ατμόσφαιρα, που επικρατούσε στα σπίτια των κατοχικών υπουργών, ώστε να προκύπτουν δύο εύλογα ερωτήματα:

α. Αφού δεν μπορούσαν να πείσουν το οικογενειακό τους περιβάλλον για την ωφελιμότητα, υπέρ της οποίας είχαν αναλάβει αξιώματα, τότε τι προσδοκούσαν από το σύνολο της κοινής γνώμης;

β. Όσοι παρέμεναν, παρ’ όλα αυτά, αταλάντευτοι στις θέσεις τους, πόσο μεγάλα αποθέματα αυτοπεποίθησης διέθεταν, ώστε να αγνοούν προκλήσεις και εχθρότητες ακόμη και μέσα στο σπίτι τους;

 

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΠΟΙΟΣ

 

Εκείνοι που πήραν μέρος στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση, όπως και στις επόμενες δύο, είχαν επιλεγεί με κάποια προσοχή, αρκετή για να απορριφθούν ορισμένοι άλλοι, αλλά και μεταπολεμικά, ύστερα από επίμονες έρευνες, να διαπιστωθεί ότι – παρά το ανεξέλεγκτο λόγω των συνθηκών – δεν υπήρξαν χρηματισμοί ή άλλα σκάνδαλα – τουλάχιστον δεν επιβεβαιώθηκαν ανέκκλητα.

Ας δούμε κάπως λεπτομερέστερα ποιοι ήταν όσοι έγιναν υπουργοί στην κυβέρνηση Τσολάκογλου:

 

Γκοτζαμάνης Σωτήριος (1885-1958). Γεννήθηκε στα Γιαννιτσά Πέλλης. Σπούδασε ιατρική στην Πάδοβα Ιταλίας. Εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης-Πέλλης στις εκλογές Δεκ. 1915, 1920, 1932 και 1936 όταν ηγήθηκε επικεφαλής μακεδονικού συνδυασμού ως αρχηγός του Εθνικού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος. Διετέλεσε υπουργός Υγιεινής-Προνοίας-Αντιλήψεως στην πρώτη Κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη (4.11.1932-16.1.1933), υπουργός Οικονομικών στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (26.5.1941-2.12.1942) και υπουργός Οικονομικών-Εθνικής Οικονομίας στην Κατοχική Κυβέρνηση Λογοθετόπουλου (2.12.1942-7.4.1943). Πριν από την Απελευθέρωση κατέφυγε στην Ιταλία, ενώ δικάσθηκε ερήμην το 1945 από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων σε θάνατο. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1953, πήρε χάρη και πολιτεύθηκε στις δημοτικές εκλογές 1954 ως υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Δεμέστιχας Παναγιώτης (1885-1961). Γεννήθηκε στο Κοτρώνι Λακωνίας. Κατατάχθηκε ως εθελοντής δεκανέας και σπούδασε στη Σχολή Υπαξιωματικών, από την οποία εξήλθε ανθυπολοχαγός πεζικού το 1912. Σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός (αντιστράτηγος το 1940), ενώ παράλληλα σπούδασε σε Στρατιωτικές Σχολές και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Μακεδονικό Μέτωπο, στη συνέχεια στην Ουκρανία και την Κριμαία) και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Υπηρέτησε ως αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλέως (1938-39), διοικητής του Α΄ και του Ε΄ Σώματος Στρατού κατά τον Πόλεμο 1940-41 και αποστρατεύθηκε το 1946. Κατά την Κατοχή πήρε μέρος στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου ως υπουργός Εσωτερικών (30.4-20.9.1941) και μετά την Απελευθέρωση καταδικάσθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων σε φυλάκιση 20 ετών.

Καραμάνος Ιωάννης (1891-1966). Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε γεωπονικές επιστήμες στην Ιταλία. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα υπηρέτησε στο Μεσολόγγι και την Καλαμάτα, όπου εισήγαγε για πρώτη φορά την καλλιέργεια του ρυζιού. Διετέλεσε σύμβουλος επί γεωργικών ζητημάτων στην Υπάτη Αρμοστεία Σμύρνης (1921-22), στη συνέχεια διευθυντής της Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης, γενικός διευθυντής του υπουργείου Γεωργίας και έπειτα γενικός διευθυντής Εποικισμού. Εξελέγη πρώτος βουλευτής Λέσβου με το Κόμμα Φιλελευθέρων στις εκλογές 1936. Κατά την Κατοχή ανέλαβε υπουργός Γεωργίας και Επισιτισμού στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου (20.9.1941-23.3.1942). Μετά την Απελευθέρωση καταδικάσθηκε σε ισόβια και αποφυλακίσθηκε το 1951.

Κατσιμήτρος Χαράλαμπος (1886-1962). Γεννήθηκε στο Κλειστό Ευρυτανίας. Σπούδασε στη Σχολή Υπαξιωματικών και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Κατετάγη ως εθελοντής στο στράτευμα το 1904, ανθυπολοχαγός πεζικού το 1913. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Μακεδονικό Μέτωπο) και στη Μικρασιατική Εκστρατεία, τραυματισθείς στη Μάχη του Αφιόν Καραχισάρ. Ως υποστράτηγος και διοικητής της 8ης Μεραρχίας πήρε μέρος στον Πόλεμο 1940-41, αποκρούοντας την κυρίως ιταλική επίθεση. Κατά την Κατοχή πήρε μέρος στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου, ως υπουργός Εργασίας (30.4-8.5.1941) και Γεωργίας (30.4-20.9.1941). Μετά την Απελευθέρωση καταδικάσθηκε σε πεντέμισυ χρόνια ειρκτή και αποφυλακίσθηκε το 1949, ενώ το 1951 αποκαταστάθηκε στον βαθμό του και προάχθηκε σε αντιστράτηγο. Έγραψε το βιβλίο «Η Ήπειρος προμαχούσα» (1954).

Λιβιεράτος Αντώνιος (1896-1989). Γεννήθηκε στο Ληξούρι και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία από το 1920 στην Αθήνα. Στην περίοδο 1920-22 εξέδωσε την ημερήσια εφημερίδα «Στέμμα». Εξελέγη βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές 1933, 1935 και 1936. Διετέλεσε υφυπουργός Συγκοινωνίας στην Κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη (20.3-19.7.1935), υπουργός Δικαιοσύνης (30.4.1941-31.3.1942), Αγορανομίας (30.4-6.5.1941) και Εργασίας (25.6.1941-31.3.1942) στην κυβέρνηση Τσολάκογλου. Μετά την Απελευθέρωση καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 11 ετών και αποφυλακίσθηκε το 1951.

Λογοθετόπουλος Κωνσταντίνος (1878-1961). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Μονάχου και στη συνέχεια εργάσθηκε εκεί (1903-10). Υπήρξε διευθυντής ιδιόκτητης γυναικολογικής κλινικής στην Αθήνα (1910-22), τακτικός καθηγητής Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1922, διευθυντής του Γυναικολογικού Τμήματος στο Αρεταίειο (1922-35) και στον «Ευαγγελισμό» (1935-41), διευθυντής της Μαιευτικής-Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε υπουργός Προνοίας και Εθν. Παιδείας (30.4.1941-7.4.1943), αντιπρόεδρος στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (5.5.1941-2.12.1942) και στη συνέχεια πρωθυπουργός (2.12.1942-7.4.1943). Τον Σεπτέμβριο 1944, λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, διέφυγε στη Γερμανία, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση χειρουργικής κλινικής στη Βαυαρία. Μετά την Απελευθέρωση, καταδικάσθηκε σε ισόβια δεσμά και συνελήφθη από τις αμερικανικές αρχές στη Γερμανία που τον παρέδωσαν στην Ελλάδα το 1946. Το 1951 αποφυλακίσθηκε. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως έφεδρος στρατιωτικός ιατρός και υπήρξε πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1932-33), πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου, μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Λεοπολντίνα Καρολίνα, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Μονάχου κ.ά. Έγραψε τα βιβλία «Περί ατρησίας του κολεού» (1904), «Περί φυματιώσεως των εξωγεννητικών οργάνων της γυναικός» (1906), «Διάγνωσις και θεραπεία της εξωμητρίου κυήσεως» (1910), «Γυναικολογία» (1928), «Γυναικολογική Χειρουργική» (1939) κ.ά., καθώς και το «Ιδού η αλήθεια» (1949) για τη δράση του στην Κατοχή.

Λουλακάκης Εμμανουήλ (1895-1966). Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια Βερολίνου, Παρισίων και Λονδίνου. Υπηρέτησε ως νομάρχης Καβάλας (1924-28), γενικός γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (1928-29) και γενικός γραμματέας υπουργείου Εθν. Οικονομίας (1929-32). Κατά την Κατοχή πήρε μέρος στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου ως υπουργός γενικός διοικητής Κρήτης (Αύγ. 1941-23.1.1943). Μετά την Απελευθέρωση εξελέγη βουλευτής Ηρακλείου με το Κόμμα Φιλελευθέρων στις εκλογές 1946, 1950, 1952 και 1958, με την Ένωση Κέντρου στις εκλογές 1961, 1963 και 1964. Διετέλεσε υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ (20-27.1.1949) και υπουργός άνευ Χαρτοφυλακίου (27.1-30.6.1949) στην Κυβέρνηση Σοφούλη, υπουργός Εργασίας στην Κυβέρνηση Διομήδη (30.6.1949-6.1.1950), Βιομηχανίας στην Κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα (20.7-20.8.1965) και άνευ Χαρτοφυλακίου στην Κυβέρνηση Στεφανόπουλου (από 11.5.1966 μέχρι τον θάνατό του).

Μάρκου Νικόλαος (1894-1963). Γεννήθηκε στη Λιβαδειά. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός πυροβολικού (ανθυπολοχαγός το 1913, υποστράτηγος το 1936). Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Μακεδονικό Μέτωπο), στη Μικρασιατική Εκστρατεία και ως διοικητής της 6ης Μεραρχίας στον Πόλεμο 1940-41. Κατά την Κατοχή διετέλεσε υφυπουργός Δημ. Ασφαλείας στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου (30.4.1941-2.12.1942) και υπουργός Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Λογοθετόπουλου (2.12.1942-7.4.1943).

Μουτούσης Σωτήριος (1894-1978). Γεννήθηκε στον Νέο Ερινεό Πατρών. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός πυροβολικού (ανθυπολοχαγός το 1914, υποστράτηγος το 1937), αποστρατευθείς με τον βαθμό του αντιστρατήγου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ως διοικητής της ΧΙΙΙ Μεραρχίας στον Πόλεμο 1940-41. Διετέλεσε υπουργός Σιδηροδρόμων-Αυτοκινήτων και Συγκοινωνίας στις Κατοχικές Κυβερνήσεις Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλου (30.4.1941-7.4.1943) και μεταπολεμικά καταδικάσθηκε σε 11 ετών πρόσκαιρα δεσμά, αποφυλακισθείς το 1951.

Μπάκος Γεώργιος (1892-1945). Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός, φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασιατική Εκστρατεία και τον Πόλεμο 1940-41 ως διοικητής της 3ης Μεραρχίας. Κατά την Κατοχή διετέλεσε υπουργός Εθν. Αμύνης στις Κυβερνήσεις Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλου (30.4.1941-7.4.1943). Κατά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη ως όμηρος του ΕΛΑΣ και εκτελέσθηκε στα Κρώρα.

Παπαδόπουλος Ιάσων (1895-;). Πλοίαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού. Διορίσθηκε υπουργός Εμπ. Ναυτιλίας στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (8.5-22.11.1941).

Πολύζος Δημήτριος (1893-1967). Γεννήθηκε στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στο στράτευμα υπηρέτησε μέχρι το 1923, οπότε αποτάχθηκε λόγω συμμετοχής του στο Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Στη συνέχεια σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ασχολήθηκε με την εκτέλεση δημοσίων έργων, ανάμεσα στα οποία και το οχυρό Ρούπελ. Κατά τη δικτατορία Μεταξά εξορίσθηκε στη Σίφνο και τη Σύρο για αντιδικτατορική δραστηριότητα. Στον Πόλεμο 1940-41 επιστρατεύθηκε και ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής Κέρκυρας. Διετέλεσε υπουργός Αγορανομίας και Επισιτισμού στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (6.5-29.6.1941) και μεταπολεμικά καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών.

Ραγκαβής-Ρίζος Νικόλαος (1882-1968). Γεννήθηκε στην Αθήνα, γόνος της ιστορικής οικογένειας. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός (ανθυπολοχαγός πυροβολικού το 1904). Σπούδασε επίσης στην Ακαδημία Πολέμου Βερολίνου και υπήρξε υπασπιστής του αρχηγού της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής. Πήρε μέρος ως επιτελής στους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Εκστρατεία και το 1923 αποστρατεύθηκε. Με εντολή της Κυβέρνησης Π. Τσαλδάρη οργάνωσε το 1934 το Κρατικό Ενεχυροδανειστήριο. Το 1940 ανακλήθηκε στην ενέργεια και ως αντιστράτηγος ανέλαβε διαδοχικά διοικητής της Ανωτέρας Στρατιωτικής Διοικήσεως Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Διετέλεσε υπουργός γενικός διοικητής Μακεδονίας στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (30.4-12.12.1941). Ο γιος του Αριστείδης (1919-42) εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς στην Κρήτη.

Ρουσόπουλος Αναστάσιος (1884-1970). Γεννήθηκε στο Άργος. Σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός (μόνιμος εξ εφέδρων) και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ως υποστράτηγος διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο 1940-41. Διετέλεσε υπουργός Εργασίας στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου (8.5-25.6.1941). Αργότερα επί Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, συνελήφθη από τους Γερμανούς και παρέμεινε επί πεντάμηνο φυλακισμένος στο Χαϊδάρι (1944).

Σιμωνίδης Βασίλειος (1899-1960). Γεννήθηκε στις Σέρρες και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (διδάκτορας) και μετεκπαιδεύθηκε στο Παρίσι. Υπηρέτησε ως τμηματάρχης του υπουργείου Γεωργίας και διευθυντής του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού. Μέλος του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου, το 1941 (μετά την είσοδο των Γερμανών) ανέλαβε ως οικονομικός σύμβουλος της Γ.Δ. Μακεδονίας και τον Δεκ. 1941, μετά την παραίτηση του Ν. Ραγκαβή-Ρίζου ανέλαβε υπουργός Γ.Δ. Μακεδονίας μέχρι το τέλος της Κατοχής. Διετέλεσε από το 1953 πρώτος πρόεδρος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Σερρών-Μελενίκου.

Τσιριγώτης Λεωνίδας (1890-1980;). Σπούδασε ιατρική και άσκησε την ιατρική στη Σπάρτη. Εξελέγη βουλευτής Λακωνίας με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές 1933, 1935 και 1936. Κατά την Κατοχή διορίσθηκε υφυπουργός γενικός διοικητής Ηπείρου, στη συνέχεια Μακεδονίας και τέλος υφυπουργός παρά τω Πρόεδρω της Κυβερνήσεως στις Κυβερνήσεις Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλου (21.10.1941-21.3.1943).

Τσολάκογλου Γεώργιος (1886-1948). Γεννήθηκε στη Ρεντίνα και πέθανε στην Αθήνα, γόνος ιστορικής οικογένειας των Αγράφων. Κατατάχθηκε στον στρατό το 1906 και φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών (ανθυπολοχαγός πεζικού το 1912). Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Μακεδονικό Μέτωπο), ως ταγματάρχης στην Ουκρανική και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Συνταγματάρχης το 1925 και υποστράτηγος το 1934, υπηρέτησε ως διοικητής μεραρχίας, φρούραρχος Αθηνών, διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και επιθεωρητής πεζικού. Το 1938 στάλθηκε από τη δικτατορία Μεταξά στην Κρήτη ως γενικός διοικητής για να καταστείλει το κίνημα που είχε εκδηλωθεί. Με την έναρξη του Πολέμου 1940-41 υπηρέτησε (αντιστράτηγος από το 1940) ως διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού και στη συνέχεια του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, καταφέροντας πολλές επιτυχίες σε βάρος των Ιταλών και εξαντλώντας τα περιθώρια αντίστασης απέναντι στους Γερμανούς. Στη συνέχεια, πιεζόμενος από τους άλλους στρατηγούς του Μετώπου και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω μάταιη θυσία των στρατιωτών και των πολιτών, προχώρησε (παρά την αντίθετη διαταγή του Στρατηγείου, λόγω της συνεχιζόμενης παρουσίας συμμαχικών στρατευμάτων που κατέρχονταν για να διαπεραιωθούν στην Κρήτη) στη σύναψη ανακωχής, υπογράφοντας τα πρώτα δύο πρωτόκολλα (20, 21.4.1941) με τους Γερμανούς με όρους ευνοϊκούς για τους Έλληνες στρατιώτες, ενώ το τρίτο πρωτόκολλο (23.4.1941) υπογράφηκε και από τους Ιταλούς. Στη συνέχεια, ύστερα από πρόταση των Γερμανών και παρά τη δυσφορία των Ιταλών, συγκρότησε την πρώτη κατοχική κυβέρνηση και ανέλαβε πρωθυπουργός (30.4.1941-2.12.1942). Στο διάστημα της πρωθυπουργίας του ήρθε σε επαφή με τους πολιτικούς ηγέτες, σημειώθηκε η μεγάλη πείνα του χειμώνα 1941-42, επεχείρησε να πατάξει τη μαύρη αγορά και προσπάθησε να αντιδράσει σε κρίσιμα εθνικά θέματα που είχαν δημιουργηθεί. Με την Απελευθέρωση φυλακίσθηκε και τον Μάιο 1945 καταδικάσθηκε για τη συνθηκολόγηση και την ανάληψη της πρωθυπουργίας σε θάνατο, με την ευχή του δικαστηρίου να μην εκτελεσθεί η ποινή. Πέθανε από λευχαιμία. Το 1959 δημοσιεύθηκαν τα «Απομνημονεύματά» του.

Χατζημιχάλης Πλάτων (1884-1964). Επιχειρηματίας, σύζυγος της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη. Υπήρξε προπολεμικά αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των γερμανικών εταιριών «Σένκερ» (μεταφορές), «Κοντινένταλ» (ελαστικά) κ.ά. Διετέλεσε υπουργός Εθν. Οικονομίας (30.4.1941-23.3.1942) και Οικονομικών (30.4-26.5.1941) στην Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Έγραψε την «Ιστορία της Ελληνικής Βιομηχανίας, 1890-1940» (1943).

 

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

 

Η κατοχική κυβέρνηση δεν έμεινε απαράλλαχτη. Σ’ αυτήν δεν πήρε μέρος ο καθηγητής Ν. Λούβαρις, αφού όλο το προηγούμενο βράδυ είχε καταληφθεί από προβληματισμό. Δεν είχε οριστικά αρνηθεί τη συμμετοχή του όταν αποχαιρετούσε το προηγούμενο βράδυ τον στρατηγό Τσολάκογλου. Ο ίδιος έγραψε[15]:

«Την επομένην μετέβην με τον πλοίαρχον κ. Ι. Παπαδόπουλον εις τα Παλαιά Ανάκτορα και ανεκοίνωσα εις τον στρατηγόν Τσολάκογλου την απόφασίν μου, την οποίαν συνεμερίζετο και ο κ. Παπαδόπουλος. Αι ολίγαι στιγμαί που διήρκεσεν η παραμονή μου εις την αίθουσαν, όπου επρόκειτο να λάβη χώραν η ορκωμοσία, ήρκεσαν διά να διαγνώσω μίαν ακόμη φοράν τον ψύχραιμον πόνον του μετ’ ολίγον πρωθυπουργού, ο οποίος είχεν αποφασίσει να άρη τον σταυρόν του μαρτυρίου».

Μία ημέρα αργότερα ορκίσθηκε και ο στρατηγός Νικόλαος Ραγκαβής, που ήδη είχε αναλάβει καθήκοντα ως υπουργός γενικός διοικητής Μακεδονίας. Προηγουμένως ήταν στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης, διορισμένος από την κυβέρνηση Κοριζή και ήταν εκείνος που είχε εκπροσωπήσει τον στρατηγό Κων. Μπακόπουλο στις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς για την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Στο επόμενο διάστημα, καθώς είχαν εκουσίως απομακρυνθεί ο προκάτοχός του Γεώργιος Κυρίμης και ο γενικός γραμματέας Αλέξανδρος Καραθόδωρος, καθώς και όλο το ανώτερο προσωπικό της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας (πλην του Μ. Αλμέιδα), ο Ραγκαβής κατείχε άτυπα το αξίωμα[16], που κατέλαβε επίσημα με την ορκωμοσία του. Η καθυστέρησή του να ορκισθεί ταυτόχρονα με τους συναδέλφους του κατοχικούς υπουργούς δεν οφειλόταν σε άλλους λόγους, παρά σε τεχνικούς, διότι απλώς άργησε να φθάσει εγκαίρως στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, μια που δεν είχε μπορέσει να περιληφθεί ως συνεπιβάτης του Τσολάκογλου στο γερμανικό αεροπλάνο, με το οποίο ήρθε ο τελευταίος και ο Μπάκος. Με άλλο στρατιωτικό αεροπλάνο, που διέθεσαν επί τούτω οι Γερμανοί, έφθασαν την Πρωτομαγιά στην Αθήνα από τα Ιωάννινα δέκα ανώτατοι αξιωματικοί, σωματάρχες και μέραρχοι του Μετώπου, οι περισσότεροι των οποίων ανέλαβαν κυβερνητικές θέσεις. Συνολικά άλλοι 68 ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί έφθασαν στην ελληνική πρωτεύουσα το μεσημέρι της 3ης Μαΐου, χρησιμοποιώντας στρατιωτικά αυτοκίνητα.

 

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΝ

 

Στα πρώτα εικοσιτετράωρα κρίθηκε η σταθερότητα της κατοχικής κυβέρνησης με βασικό συντελεστή το αν έρχονται ή όχι οι Ιταλοί για να αναλάβουν τη διοίκηση. Σημειώθηκαν ποικίλες ζυμώσεις, με κυριότερη εκείνη των δύο πιο θερμών γερμανόφιλων, των Κ. Λογοθετόπουλου και Πλ. Χατζημιχάλη[17], οι οποίοι – κατά πάσα πιθανότητα κινούμενοι μεθοδευμένα και εν γνώσει του Τσολάκογλου – απείλησαν με παραίτηση. Ήδη, πριν καν ορκισθεί, ο Νικόλαος Λούβαρις είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση.

Ο νεοδιορισθείς Γερμανός πληρεξούσιος του Ράιχ Γκύντερ Άλτενμπουργκ μεταφέρει στο Βερολίνο τις πληροφορίες του, αναφορικά με τις ζυμώσεις που σημειώνονταν στη νεότευκτη ελληνική κυβέρνηση, οι οποίες βασικά προέρχονταν από τον στρατάρχη Λιστ (2 Μαΐου 1941):

«Μετά την παραίτηση του υπουργού Λούβαρι, περί της οποίας ανέφερα χθες, παραιτήθηκαν σήμερα δύο ακόμη υπουργοί, οι Λογοθετόπουλος και Χατζημιχάλης. Ως λόγο για την παραίτησή τους παρουσίασαν στον πρωθυπουργό Τσολάκογλου, όπως τουλάχιστον είπε ο ίδιος στον στρατάρχη Λιστ, που τον επισκέφθηκε για να ανταποδώσει επίσκεψη του στρατάρχη, την επικείμενη ανάληψη της Κατοχής από τους Ιταλούς. Κατά τη συνομιλία του με τον στρατάρχη, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε τον κίνδυνο που θα προέκυπτε για τη διατήρηση της τάξεως και της ησυχίας στη χώρα, με την έλευση των Ιταλών, οι οποίοι θα θεωρούνταν τύραννοι. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός είναι αποφασισμένος να συνεχίσει το έργο του με όσα από τα μέλη της κυβερνήσεως θα παρέμεναν στη θέση τους. Μου μετέδωσε αμέσως ο στρατάρχης το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής και μου πρόσθεσε ότι, λόγω της σπουδαιότητος των πληροφοριών του πρωθυπουργού, θα το ανέφερε στο Ανώτατο Αρχηγείο του Στρατού. Μου πρόσθεσε, μάλιστα, τους φόβους του πρωθυπουργού για κινδύνους διαταράξεως της τάξεως, τους θεωρούσε εύλογους και ότι συνεπώς θα προέβαινε στη σύσταση να επανεξετασθεί το ζήτημα της Ιταλικής Κατοχής. Οι προσωπικές μου εντυπώσεις από τις εξελίξεις των ημερών αυτών είναι ότι η ανάληψη της Κατοχής από τους Ιταλούς μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική κρίση και πιθανώς σε ταραχές. Ήδη, με τις πρώτες φήμες, ότι τα γερμανικά στρατεύματα επρόκειτο να αντικατασταθούν από ιταλικά, σημειώθηκε σαφής μεταβολή στη στάση του πληθυσμού απέναντι στους Γερμανούς. Η επωδός όλων των Ελλήνων, μέχρι και τον άνθρωπο του δρόμου, ακόμη και στην εβδομάδα του πολέμου, ήταν: “Από τους Γερμανούς υπομένουμε τα πάντα, αρκεί να μην παραδοθεί η χώρα μας στους Ιταλούς”. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να φοβάται ότι η ανάληψη της Κατοχής από τους Ιταλούς θα είχε ως συνέπεια τεράστια ηθική και πολιτική ζημιά μας. Όπως επίσης δεν πρέπει να αγνοηθεί το ενδεχόμενο να εκραγούν ταραχές και να υποχρεωθούμε, στην περίπτωση αυτή, να ξαναφέρουμε στρατεύματα στην Ελλάδα. Θεώρησα ότι ήμουν υποχρεωμένος να επιστήσω την προσοχή σας στα ανωτέρω, προτού ληφθεί οριστική απόφαση για αντικατάσταση των γερμανικών στρατευμάτων από ιταλικά».

Από την παράθεση αυτής της αναφοράς του Άλτενμπουργκ, γίνεται αντιληπτό ότι η ύπαρξη ελληνικής κυβέρνησης υπό Κατοχή είχε τουλάχιστον αυτή τη σκοπιμότητα, δηλαδή να διοχετεύει τον όποιο ελληνικό σφυγμό στο κέντρο εξουσίας του κατακτητή, στο Βερολίνο. Το κλίμα που μετέδωσε στον Λιστ ο Τσολάκογλου με την παραίτηση των δύο υπουργών, συντέλεσε στην υποβολή αρμοδίως προτάσεως τόσο από τον στρατάρχη, όσο και από τον Γερμανό διπλωμάτη, για επανεξέταση του ζητήματος ως προς την ιταλική κατοχή. Εκ των υστέρων, γνωρίζουμε βεβαίως ότι η ιταλική κατοχή δεν αποφεύχθηκε, αλλά γίνεται αντιληπτό πόσο μπορούσε να επηρεάζει τη διαμόρφωση της πολιτικής η ύπαρξη ελληνικής κυβερνήσεως.

Οι δύο υπουργοί τελικά δεν επέμειναν στις παραιτήσεις τους και μάλιστα κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες ο καθηγητής Κ. Λογοθετόπουλος έγινε αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, αλλά και μέσα σε διάστημα λιγότερο των δύο μηνών οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν επίσημα στην Αθήνα ως κατέχουσα δύναμη. Το ζήτημα της ιταλικής κατοχής είχε οπωσδήποτε μείζονα σημασία για τους δύο κύριους εταίρους του Άξονα, αφού είχε αποφασισθεί επί ανωτάτου επιπέδου, και τυχόν υιοθέτηση των προτάσεων του Λιστ και του Άλτενμπουργκ, έναντι του τόσο ασήμαντου για το Βερολίνο κόστους της ανοχής του Γερμανού κατακτητή και όχι του Ιταλού από τους Έλληνες (κατά τις εκτιμήσεις του Γερμανού διπλωμάτη, ο οποίος άλλωστε δεν μπορούσε να γνωρίζει την προετοιμαζόμενη επίθεση κατά της Ρωσίας), θα μπορούσε ακόμη και να διασπάσει τον Άξονα.

Ορισμένοι από τους υπουργούς, είχαν δεχθεί να αναλάβουν αξιώματα διαρκούσης της Κατοχής με την καλοπροαίρετη ίσως ελπίδα ότι θα μπορούσαν να προσφέρουν όφελος σε εποχή δοκιμασίας. Θα ήταν κοντόφθαλμο να μην δεχθούμε ότι αυτό μπορεί να ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις γνωστών και δραστήριων γερμανόφιλων, όπως ο καθηγητής Λογοθετόπουλος. Χαρακτηριστική της ατμόσφαιρας αυτής, που φαίνεται ότι ενέπνεε και τον άλλο προς στιγμήν παραιτηθέντα υπουργό Πλ. Χατζημιχάλη, είναι η συζήτηση που είχε ο Λογοθετόπουλος με τον Άλτενμπουργκ και την οποία κατά καθήκον ο τελευταίος διαβίβασε στις προϊστάμενες αρχές του στο Βερολίνο. Ο Γερμανός διπλωμάτης περιγράφει στις 4 Μαΐου, δύο ημέρες έπειτα από την προηγούμενη αναφορά του, το τι ελέχθη και εν κατακλείδι επιμένει να πληροφορηθεί ποια ακριβώς είναι η πολιτική της κυβερνήσεώς του ως προς την ιταλική κατοχή.

«Σήμερα το απόγευμα με επισκέφθηκε ο Έλληνας υπουργός Υγιεινής καθηγητής Λογοθετόπουλος. Μου ανακοίνωσε ότι είχε αποφασίσει, λόγω της σοβαρότητος της καταστάσεως, να παραμείνει στη θέση του και έπειτα μου μετέδωσε, ως πληροφορία του Πρωθυπουργού, ότι μέσα στις προσεχείς ημέρες η γερμανική κατοχή πρόκειται να αντικατασταθεί από ιταλική. Οι Έλληνες, πρόσθεσε, θα δέχονταν τα πάντα από τους Γερμανούς, από τους οποίους είχαν ηττηθεί, αλλά η Κατοχή της χώρας από τους Ιταλούς θα ήταν ανυπόφορη για τον πληθυσμό. Θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση σε παραίτηση και θα οδηγούσε τη χώρα σε ταραχές. Κατέληξε ότι αν ήταν απαραίτητο, ο ίδιος ή άλλο μέλος της κυβερνήσεως θα ήταν έτοιμοι να μεταβούν στο Βερολίνο για να εκθέσουν τη θέση της ελληνικής κυβερνήσεως στο ζήτημα αυτό.

Του απάντησα ότι η στάση της Κυβερνήσεως του Ράιχ καθορίσθηκε με βάση τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Την εκτίμηση της ηρωικής αντιστάσεως των ελληνικών στρατευμάτων, που προχθές βρήκε την έκφρασή της στην απλή χειρονομία του Φύρερ, να απελευθερώσει τους αιχμάλωτους πολέμου.

β) Τις συμφωνίες ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιταλία.

Είχα χρέος να παρουσιάσω από την αρχή ως μάταιη κάθε προσπάθεια εκ μέρους της ελληνικής πλευράς για να χρησιμοποιήσει το ένα από τα μέλη του Άξονα εναντίον του άλλου. Στη συνέχεια, επέστησα την προσοχή του στο γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση, όπως φαίνεται, κατέληγε σε αποφάσεις με το να στηρίζεται όχι σε γεγονότα, αλλά σε φήμες. Αυτό μου ήταν ακατανόητο και θα ήθελα να συμβουλεύσω την κυβέρνηση να περιορισθεί στο έργο της και να περιμένει τις εξελίξεις. Την προσφορά του υπουργού να μεταβεί στο Βερολίνο, εσκεμμένα την απέρριψα.

Ο κ. Λογοθετόπουλος μου δήλωσε ότι, στο πνεύμα των όσων ελέχθησαν από εμένα, θα προέβαινε σε ανακοινώσεις. Με παρακάλεσε όμως να μεσολαβήσω προσωπικά ώστε η χώρα του να μην παραδοθεί στους Ιταλούς, οι οποίοι ίσως θα την καταπίεζαν. Πιστεύει δε ότι έστω και μερικές γερμανικές μονάδες αν παραμείνουν, το λαϊκό αίσθημα θα ικανοποιηθεί.

Έχω τη γνώμη ότι με την επιχειρηματολογία μου έπεισα τον υπουργό. Θα ήθελα όμως να προσθέσω, παραπέμποντας και στην τελευταία μου έκθεση, ότι ολοκληρωτική αντικατάσταση της γερμανικής κατοχής από ιταλική, ιδιαίτερα στον χώρο της παλαιάς Ελλάδος, θα πρέπει να αποφευχθεί, αν θέλουμε να επικρατήσουν ομαλές συνθήκες.

Θα σας ήμουν ευγνώμων αν θέλατε να με ενημερώσετε τηλεγραφικά όσο το δυνατόν ταχύτερα, για τις αποφάσεις στο ζήτημα της Κατοχής».

Η προθυμία του Λογοθετόπουλου να ταξιδέψει στο Βερολίνο προκειμένου να χρησιμοποιήσει τις εκεί γνωριμίες του για τον κύριο στόχο της αποτροπής της άφιξης των Ιταλών δεν βρήκε την ανταπόκριση του Γερμανού πρεσβευτή. Ο Λογοθετόπουλος πίστευε ότι θα μπορούσε να φανεί αποτελεσματικός αν όντως έφθανε εγκαίρως στη γερμανική πρωτεύουσα, οπότε θα επιστράτευε πρόσωπα διατεθειμένα – κατά την κρίση του – να βοηθήσουν. Ένα από τα πρόσωπα αυτά οπωσδήποτε θα ήταν η ελληνικής καταγωγής σύζυγος του προσωπικού γλύπτη του Χίτλερ, η Μιμίνα Μπρέκερ, η οποία ήταν συχνή επισκέπτρια στην ιδιωτική κατοικία του. Παρόμοιες ελπίδες διατηρούσε και για θετική ανάμιξη του Γκαίμπελς, του Γερμανού υπουργού Προπαγάνδας.

Παρά την αρχική άρνηση που εισπράχθηκε εκ μέρους του Γερμανού πληρεξουσίου στην Αθήνα, το ελληνικό αίτημα επανήλθε με επισημότερο τρόπο από τον ίδιο τον στρατηγό Τσολάκογλου. Ο Άλτενμπουργκ υποχρεώθηκε να το προωθήσει στη γερμανική πρωτεύουσα, προσθέτοντας την άποψή του ότι η επίσκεψη μιας τέτοιας αντιπροσωπείας θα ήταν εφικτή, αν εκτός από το Βερολίνο συνδυαζόταν με επίσκεψη και στη Ρώμη. Ο τελευταίος ανέφερε στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών επί λέξει (5 Μαΐου 1941):

«Ο πρωθυπουργός σήμερα μου ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση υποβάλλει την παράκληση αποστολής ει δυνατόν στη Γερμανία επιτροπής, η οποία θα εκφράσει τις ευχαριστίες της ελληνικής κυβερνήσεως στον Φύρερ για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολέμου και ταυτόχρονα θα εκθέσει ορισμένες απόψεις της για το μέλλον της χώρας.

Απάντησα ότι, αν και θεωρούσα την αποστολή επιτροπής ως πρόωρη, ήμουν διατεθειμένος να διαβιβάσω την παράκληση. Ταυτόχρονα όμως παρατήρησα ότι κατά την γνώμη μου θα ήταν ορθότερο αν κυβερνητική αντιπροσωπεία μετέβαινε στο Βερολίνο για συνομιλίες, η ίδια ή άλλη αντιπροσωπεία να επισκεπτόταν τη Ρώμη. Ύστερα από δισταγμό, ο πρωθυπουργός ομολόγησε ότι και αυτός αντιμετώπισε το ενδεχόμενο αυτό. Ελλείψει αντίθετης εντολής, δεν θα επανέλθω στο θέμα αυτό.

Όπως συνάγεται από τις τελευταίες συζητήσεις, το κύριο θέμα που η αντιπροσωπεία θα ήθελε να συζητήσει στο Βερολίνο είναι εκείνο της αντικαταστάσεως της γερμανικής κατοχής από ιταλική».

Η ιταλοφοβία των κυβερνητικών κύκλων δεσπόζει εκείνη την ώρα καθοριστικά και χρησιμοποιείται ως το θεμελιώδες δικαιολογητικό της γερμανοφιλίας τους, ιδιότητας που αργότερα θα αρνούνται διαρρήδην.

 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

 

Εκτός από τον Νικ. Ραγκαβή, που ορκίσθηκε την 1η Μαΐου 1941, στις 5 Μαΐου ορκίσθηκε ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ο Κ. Λογοθετόπουλος, διατηρώντας και τα δύο υπουργεία που κατείχε. Η ανάληψη αυτών των καθηκόντων από τον μέχρι τον πόλεμο πρόεδρο του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου θεωρήθηκε επιβεβλημένη για να μην είναι απολύτως προσωποπαγής η κατοχική κυβέρνηση, αλλά και για να υπάρχει φυσικός διάδοχος του Τσολάκογλου σε περίπτωση εκουσίας ή ακουσίας αποχώρησης.

Η κυβέρνηση συμπληρώθηκε και με μερικά ακόμη μέλη παρεμφερών αντιλήψεων, πάντα σε σχέση με την επικρατούσα ιταλοφοβία. Στις 6 Μαΐου ανέλαβε ως υπουργός Αγορανομίας ο συνταγματάρχης Δημήτριος Πολύζος, που υπήρξε μέχρι την είσοδο των Ιταλών στρατιωτικός διοικητής Κέρκυρας και προ του ελληνοϊταλικού πολέμου είχε συμμετάσχει στη συνωμοσία των γερμανοφίλων. Στις 8 Μαΐου προστέθηκαν δύο άλλοι υπουργοί: Εμπορικής Ναυτιλίας ο απόστρατος αξιωματικός του Ναυτικού Ιάσων Παπαδόπουλος και Εργασίας ο στρατηγός του Μετώπου Αναστάσιος Ρουσόπουλος. Ο τελευταίος, αν και επίμονα επεδίωξε να υπουργοποιηθεί[18], θα έχει τη συντομότερη παρουσία, αφού θα παραιτηθεί στις 25 Ιουνίου 1941 (στο Ειδικό Δικαστήριο το 1945 θα ισχυρισθεί ότι είχε υποβάλει παραίτηση, ενώ ο Τσολάκογλου θα υποστηρίζει ότι ουδέποτε την έλαβε, υπονοώντας ότι τον απέπεμψε). Επίσης σύντομη θα είναι η υπουργία του Δ. Πολύζου, ο οποίος παραιτήθηκε στις 29 Ιουνίου 1941.

Παρά τη δεδομένη ιταλοφοβία της, η κυβέρνηση Τσολάκογλου πραγματοποιεί ένα άνοιγμα προς την αναμενόμενη άφιξη των Ιταλών και αποδέχεται στους κόλπους της έναν δεδηλωμένο ιταλόφιλο – διά παν ενδεχόμενον. Στις 26 Μαΐου 1941 προστέθηκε στην κυβέρνηση ένας αρχηγός μικρού πολιτικού κόμματος, του Εθνικού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος, το οποίο είχε προηγουμένως κάποια απήχηση ανάμεσα στους γηγενείς Έλληνες της Μακεδονίας. Επρόκειτο για τον Σωτήριο Γκοτζαμάνη, επανειλημμένα βουλευτή κατά το παρελθόν, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Υγείας-Πρόνοιας στην πρώτη κυβέρνηση που είχε σχηματίσει ο Παναγής Τσαλδάρης τον Νοέμβριο 1932.

Μέχρι να ορκισθεί ο Γκοτζαμάνης, ήταν προληπτικώς από την προηγούμενη κυβέρνηση φυλακισμένος ως αξονόφιλος. Η απόφαση για συμμετοχή του Γκοτζαμάνη στην κατοχική κυβέρνηση, οφειλόταν στη σκοπιμότητα να περιληφθούν πρόσωπα φιλικότερα προς τους Ιταλούς, αφού πλέον ήταν δεδομένο ότι θα έρχονταν τα ιταλικά στρατεύματα ως κατοχική δύναμη. Ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης ήταν ιταλόφιλος από τα νεανικά του χρόνια, έχοντας σπουδάσει ιατρική στην Πάδοβα. Λόγω των σχέσεών του με τους Ιταλούς, συν τω χρόνω όλο και θα αυξάνεται η ισχύς του, μέχρι που θα καταστεί υπερυπουργός, αναλαμβάνοντας συνεχώς ευρύτερες αρμοδιότητες. Ωστόσο, η πρόταση για την υπουργοποίησή του δεν έγινε από τους Ιταλούς, αλλά από τους στρατηγούς Κότση και Πλατή, τον πρώην υπουργό Θεόδωρο Τουρκοβασίλη και από τον Κων. Λογοθετόπουλο, ίσως και άλλους.

Τον Αύγουστο 1941, αφού πλέον έχει αποσαφηνισθεί η τύχη της Κρήτης και οι Γερμανοί έχουν ικανοποιηθεί από τις εκδικήσεις τους έναντι του αμάχου πληθυσμού ορισμένων συγκεκριμένων περιοχών της μεγαλονήσου, όπου είχαν καταγγείλει ότι στρατιώτες τους υπέστησαν κακοποιήσεις και βαρβαρότητες, αποφασίζεται να ορκισθεί υπουργός γενικός διοικητής Κρήτης. Με σύμφωνη γνώμη τοπικών παραγόντων και Κρητικών πολιτικών, διορίζεται στη θέση αυτή ο Εμμανουήλ Λουλακάκης, ο μοναδικός κατοχικός υπουργός που ανέλαβε παρόμοια θέση σε μεταπολεμική κοινοβουλευτική κυβέρνηση – και μάλιστα τέσσερις φορές, μία στην κυβέρνηση Σοφούλη το 1949, μία στην κυβέρνηση Διομήδη την ίδια χρονιά, μία στην κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα το 1965 και μία στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου το 1966. Προηγουμένως ο Λουλακάκης είχε διατελέσει νομάρχης Καβάλας (1924), γενικός γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (1928-29) και στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (1929-32), ως ανερχόμενο στέλεχος του Κόμματος Φιλελευθέρων. Η πρόταση για την υπουργοποίηση του Ε. Λουλακάκη έγινε από τους Κρητικούς ηγέτες Ι. Κούνδουρο, Γ. Τσόντο-Βάρδα και Ν. Τζερμιά, καθώς και από τους πολιτικούς ηγέτες Θ. Σοφούλη, Στ. Γονατά και Κ. Ρέντη.

Παρόμοια εικόνα ανερχόμενου νέου στελέχους του Κόμματος Φιλελευθέρων είχε και ο γερμανομαθής Βασίλειος Σιμωνίδης, ο οποίος στην τελευταία κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου ήταν γενικός διευθυντής του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (ΑΣΟ). Τον ίδιο μήνα, τον Αύγουστο 1941, πήρε και αυτός μέρος στην κυβέρνηση Τσολάκογλου ως υφυπουργός παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας, ενώ τον Δεκέμβριο 1941, ύστερα από την παραίτηση του στρατηγού Νικ. Ραγκαβή, θα αναβαθμισθεί διαδεχόμενος τον τελευταίο. Ο Σιμωνίδης είχε υποστηρίξει το 1959, χωρίς να διαψευσθεί, εξεταζόμενος ενόρκως στην πολύκροτη δίκη Μέρτεν, ότι για να γίνει υπουργός του Τσολάκογλου είχε ενθαρρυνθεί, μεταξύ άλλων, και από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που ήταν προσωπικός φίλος του. Ωστόσο, ο ίδιος ο Τσολάκογλου αποποιείται την εκ μέρους του επιλογή και διορισμό του Σιμωνίδη, ως αντικαταστάτη του Ν. Ραγκαβή, και την αποδίδει σε προσωπική προτίμηση του στρατάρχη Λιστ, ο οποίος τον επέβαλε[19].

 

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

 

Με την όξυνση του επισιτιστικού ζητήματος και εξ αιτίας τριβών που είχαν σημειωθεί ανάμεσα σε υπουργούς ή σε σχέση με τις κατοχικές δυνάμεις, η κυβέρνηση Τσολάκογλου πήρε την απόφαση να προχωρήσει σε αλλαγές υπουργών, ώστε να επιτύχει καλύτερα αποτελέσματα. Το θέμα συζητήθηκε με τους δύο πρεσβευτές των κατακτητών και μόλις έγινε γνωστή στην Αθήνα η έγκριση από τη Ρώμη ότι τέτοιου είδους θέματα θα πρέπει να χειρίζονται από κοινού οι δύο πρεσβευτές, ο Άλτενμπουργκ στις 21 Αυγούστου ενημέρωσε σχετικά τους προϊσταμένους του. Η αντίδραση του Ρίμπεντροπ ήταν και πάλι οξεία, υπερακοντίζοντας την ιταλική άποψη περί από κοινού χειρισμού τέτοιων ζητημάτων, όπως προκύπτει από το τηλεγράφημά του προς τον Άλτενμπουργκ στις 26 Αυγούστου 1941:

«Στο ζήτημα του ανασχηματισμού της ελληνικής κυβέρνησης, παρακαλώ να είσθε τελείως επιφυλακτικός και να αφήσετε εξ ολοκλήρου κάθε πρωτοβουλία στον Ιταλό συνάδελφό σας. Μου φαίνεται αμφίβολο, αν θα μας εξυπηρετούσε να φέρουμε στην εξουσία κυβέρνηση από δραστήριες προσωπικότητες, οι οποίες θα μας προκαλούσαν μόνο δυσκολίες με κάθε δυνατό τρόπο. Τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσολάκογλου τον επιδιώξαμε κυρίως για να μειώσουμε την επιρροή της ελληνικής κυβέρνησης της Κρήτης. Ο Τσολάκογλου εκπλήρωσε αυτή την αποστολή. Ενόσω η κυβέρνηση Τσολάκογλου καταφέρνει να διατηρεί τον ελληνικό διοικητικό μηχανισμό σε λειτουργία, ευχαρίστως δεχόμαστε να έχουμε επικεφαλής της κυβέρνησης τον Τσολάκογλου».

Ο Ρίμπεντροπ δείχνει να αγνοεί πλήρως το κυρίαρχο ελληνικό πρόβλημα της εποχής, που είναι ο επισιτισμός και χάριν του οποίου ο Τσολάκογλου πολλές φορές, όταν διαπιστώνει την αδυναμία του να τον εξασφαλίσει, προβληματίζεται να εγκαταλείψει την εξουσία. Αλλά και το επιχείρημα του Γερμανού υπουργού, ότι δηλαδή η κυβέρνηση Τσολάκογλου σχηματίστηκε για να μειωθεί το κύρος της κυβέρνησης της Κρήτης, δεν είναι ακριβές – και αν ήταν μετά την κατάληψη της μεγαλονήσου δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει καν ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα. Άλλωστε το ζήτημα, γύρω από το οποίο γινόταν η συζήτηση με τη Ρώμη και το Βερολίνο, δεν αφορούσε τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, αλλά τον ανασχηματισμό της υπάρχουσας, που είχε αποδυναμωθεί με ορισμένες παραιτήσεις.

Για το ζήτημα του κυβερνητικού ανασχηματισμού, ο Άλτενμπουργκ επανέρχεται στις 21 Σεπτεμβρίου 1941:

«Ο σημερινός πρωινός Τύπος δημοσιεύει πληροφορίες για τον μερικό κυβερνητικό ανασχηματισμό και αναφέρει τον διορισμό του Παπαδόπουλου ως υπουργού Εσωτερικών και Ασφαλείας και του Καραμάνου ως υπουργού Επισιτισμού και Γεωργίας, την απομάκρυνση από την κυβέρνηση των υπουργών Εσωτερικών Δεμέστιχα και Γεωργίας Κατσιμήτρου και την ανάθεση του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας στον υπουργό Συγκοινωνιών Μουτούση. Ο μέχρι τώρα υπουργός Ασφαλείας στρατηγός Μάρκου παραμένει, όπως προβλεπόταν, υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για τον κυβερνητικό ανασχηματισμό αποστέλλονται σε γερμανική μετάφραση ταχυδρομικώς».

Στον πολυσυζητημένο αυτόν ανασχηματισμό, αποσύρονται δύο ακόμη από τους στρατηγούς του Μετώπου, οι Π. Δεμέστιχας και Χ. Κατσιμήτρος, και μόνον ένα νέο πρόσωπο εισέρχεται στην κυβέρνηση Τσολάκογλου. Πρόκειται για τον Ιωάννη Καραμάνο, ο οποίος αναλαμβάνει τα υπουργεία Γεωργίας και Επισιτισμού. Ο Καραμάνος, δραστήριο στέλεχος του Κόμματος Φιλελευθέρων, του οποίου είχε εκλεγεί βουλευτής Λέσβου στις τελευταίες εκλογές του 1936, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα με αξιοπρόσεκτο έργο στη δεκαετία 1920, όταν ακόμη δεν είχε συμπληρώσει τα 30-35 χρόνια του. Όπως το όνομα του Καποδίστρια είναι συνδεδεμένο με την εισαγωγή της πατάτας στην Ελλάδα, έτσι και το όνομα του Καραμάνου είναι συνδεδεμένο με την καλλιέργεια του ρυζιού στη χώρα μας, καθώς και με την εισαγωγή των «γιαρμάδων». Στην περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας ήταν σύμβουλος επί γεωργικών ζητημάτων στην Υπάτη Αρμοστεία Σμύρνης, αργότερα γενικός διευθυντής του υπουργείου Γεωργίας και ως γενικός διευθυντής Εποικισμού άφησε εποχή για τις δημιουργικές και μεθοδικές πρωτοβουλίες του, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην άμεση και επιτυχή εγκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, στη στέγασή τους, αλλά και στην αναδιάρθρωση των γεωργικών καλλιεργειών κυρίως στη Βόρειο Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι στοχοποιήθηκε από τον δικτάτορα Πάγκαλο, ουδέποτε αποδείχθηκαν οι κατηγορίες που φημολογήθηκαν εις βάρος του, ο προσφυγικός κόσμος δίκαια τον είχε εκτιμήσει για τη σωτήρια προσφορά του.

Ο Τσολάκογλου θεώρησε μεγάλη επιτυχία του το γεγονός ότι έπεισε τον Καραμάνο να αναλάβει τον γεωργικό και επισιτιστικό τομέα, τομέα στον οποίο είχε αποδείξει το εύρος των δημιουργικών ικανοτήτων του. Από την άλλη μεριά, οι Ιταλοί αισθάνονταν ικανοποιημένοι που ένας ακόμη διαπρεπής ιταλόφιλος, με ιταλική παιδεία και με υψηλές διασυνδέσεις στην Ιταλία (φίλος σημειωτέον του Μαξίμ Γκόρκι όταν ζούσε στην Ιταλία), μετά τον Γκοτζαμάνη, προθυμοποιόταν να υπηρετήσει στην κατοχική κυβέρνηση. Αν και ένας τόσο αποδεδειγμένα ικανός άνθρωπος βρέθηκε στο τιμόνι των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών, ως υπουργός Γεωργίας και Επισιτισμού, κατά την κρίσιμη φάση της μεγάλης πείνας, δεν μπόρεσε να αποφύγει τα χειρότερα, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι και ο πιο δραστήριος χωρίς μέσα δεν μπορεί να κάνει πολλά. Κατά τον Τσολάκογλου, ο Καραμάνος παραιτήθηκε «διότι δεν κατώρθωσε να επιτύχη παρά των αρχών κατοχής την ελευθερίαν (αποδέσμευσιν) των Ελληνικών προϊόντων και διότι η προσπάθειά του να φέρη προς διανομήν έλαιον απέτυχεν». Ωστόσο, σημειώνει ο ίδιος, ο Καραμάνος κατόρθωσε να κάνει διανομή κρέατος και σταφίδας τα Χριστούγεννα του 1941 και να διπλασιάσει τη μερίδα άρτου τις ημέρες εκείνες.

Θα εισέλθει ένα ακόμη μέλος στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, ο Λεωνίδας Τσιριγώτης, βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος κατά τις τελευταίες τρεις εκλογές, γόνος πολιτικής οικογένειας και συγγενής της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Στις 21 Οκτωβρίου 1941 ορκίζεται ως υφυπουργός παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας (παράλληλα με τον Β. Σιμωνίδη), τον Δεκέμβριο επιστρέφει στην Αθήνα και αναλαμβάνει προσωρινά το υπουργείο Εσωτερικών για να ορκισθεί και πάλι στις 16 Απριλίου 1942 ως υφυπουργός παρά τω Προέδρω Κυβερνήσεως. Η απόφαση για την υπουργοποίηση του Λ. Τσιριγώτη, αν και είχε ληφθεί από τα τέλη Μαΐου 1941[20], εμποδιζόταν από το «βέτο» των Ιταλών, οι οποίοι δεν συγκατένευαν στην ανάληψη καθηκόντων υπουργού γενικού διοικητή Ηπείρου, θέση που οι ιταλικές κατοχικές αρχές αρνήθηκαν να πληρωθεί σε όλο το διάστημα της Κατοχής.

Στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση δεν θα εισέλθουν άλλα νέα πρόσωπα μέχρι να αντικατασταθεί από την κυβέρνηση Λογοθετόπουλου. Αντίθετα θα ακολουθήσουν ορισμένες νέες αποχωρήσεις, όπως ο Ιάσων Παπαδόπουλος που παραιτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1941. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε ο στρατηγός Νικ. Ραγκαβής και στις 23 Μαρτίου 1942, ευθέως δυσαρεστημένοι από την παντοδυναμία και τον πολυπαραγοντισμό του Σ. Γκοτζαμάνη, εγκατέλειψαν την κυβέρνηση οι Πλ. Χατζημιχάλης και Ιω. Καραμάνος. Λίγες μέρες αργότερα, στις 31 Μαρτίου, θα παραιτηθεί και ο Αντώνιος Λιβιεράτος, ο αρχικός πολιτικός στυλοβάτης της κατοχικής κυβέρνησης.

Αυτή είναι κατά την πρώτη περίοδο η προσωπογεωγραφία της ελληνικής διοίκησης υπό Κατοχή. Κάτω από παρατεταμένες αντίξοες έως απερίγραπτα τραγικές συνθήκες και με το καθημερινό φάσμα της πείνας και της δυστυχίας, το δόγμα «να περισωθεί ό,τι είναι δυνατόν» έφθασε να έχει μια ιδανική εκδοχή που όμως ήταν απροσδιόριστη. Μια κυβέρνηση επικεντρωμένη στην αναζήτηση εμβαλωματικών λύσεων για την τελικά ατελέσφορη αντιμετώπιση μιας καθημερινότητας, που γινόταν καθημερινά χειρότερη, δεν είχε περιθώρια προσφοράς – αν όντως ήταν καλοπροαίρετα τα πρόσωπα που την αποτελούσαν.

Ας δούμε όμως και τις άλλες παραμέτρους.

 

ΤΑ ΕΠΙΜΑΧΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

 

Κατά τις πρώτες κατοχικές μέρες, ο στρατηγός Τσολάκογλου και οι στενοί συνεργάτες του, όλοι επηρεασμένοι από γερμανοφιλία και ταυτόχρονη ιταλοφοβία, αγνοώντας τις υπάρχουσες ιταλογερμανικές συμφωνίες και σχέσεις, είχαν στηρίξει πολλές ελπίδες ότι θα μπορούσε να αποτραπεί η ιταλική κατοχή αν εκδήλωναν εντονότερη γερμανοφιλία.

Μετά την επίσημη ανακοίνωση για την απελευθέρωση των Ελλήνων αιχμαλώτων, που έγινε με την ομιλία του Χίτλερ ενώπιον του Ράιχσταγκ, ο Τσολάκογλου έστειλε ένα ευχαριστήριο τηλεγράφημά του προς τον Φύρερ, το κείμενο του οποίου διασώζεται στα γερμανικά αρχεία και περιλαμβάνεται σε αναφορά του Άλτενμπουργκ προς το Βερολίνο (6 Μαΐου 1941):

«Κατά παράκληση του Έλληνα πρωθυπουργού διαβιβάζω το ακόλουθο τηλεγράφημα: “Η Ελληνική Κυβέρνηση αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακοινώσει στην Υμετέρα Εξοχότητα ότι η Υμετέρα ευγενής απόφαση για την απελευθέρωση των Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών είχε την καλύτερη απήχηση στη φυλή του ελληνικού λαού και επωφελείται της ευκαιρίας για να δηλώσει ότι η θερμότερη ευχή της και η πλέον εγκάρδια παράκλησή της είναι όπως η Υμετέρα Εξοχότητα αναλάβει στα χέρια της την τύχη της χώρας μας και υπό την προστασία της την ιστορική γη της Ελλάδος”».

Αφού έχει λήξει θετικά το ζήτημα των αιχμαλώτων και αφού έχει σχηματισθεί ούτως ή άλλως ελληνική κατοχική κυβέρνηση, ο Τσολάκογλου και το περιβάλλον του ενεργούν με ακόμη μεγαλύτερη αγωνία, ίσως και πανικό, παραχωρώντας αυτή τη φορά τα πάντα, προκειμένου να αποτρέψουν την ολοκληρωτική παράδοση της χώρας στους Ιταλούς. Πρόκειται περί καθαρής επιλογής κατακτητών. Και για να επιτύχει τη συγκατάνευση του Χίτλερ ως προς τη γερμανική «προστασία», αντί της ιταλικής, απευθύνεται επικουρικώς και στον Γκαίριγκ, τον υπ’ αριθ. 2 στη χιτλερική Γερμανία. Του απευθύνει ιδιαίτερο τηλεγράφημα:

«Η Ελληνική Κυβέρνηση εκφράζει, στο όνομα του ελληνικού λαού, τη μεγαλύτερη επιθυμία της και τη θερμότατη παράκληση όπως ευαρεστηθεί η Υμετέρα Εξοχότητα να μεσολαβήσει, προκειμένου ο Φύρερ και καγκελάριος του Γερμανικού Ράιχ αναλάβει στα χέρια του την τύχη της Ελλάδος και θέσει την ελληνική γη υπό την προστασία του Γερμανικού Ράιχ. Επ’ αυτού ζητεί την άδεια όπως εκφράσει ταπεινά την ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους για το προσωπικό ενδιαφέρον σας».

Έχουμε αναφέρει ότι δεν έχει βρεθεί το πρωτότυπο του αρχικού πρακτικού, βάσει του οποίου αποφασίσθηκε η συγκρότηση της κατοχικής κυβέρνησης, ούτε όμως βρέθηκαν τα πρωτότυπα αυτών των δύο τηλεγραφημάτων, που για τους Γερμανούς αποτελούσαν τίτλους κατοχής, τυπικά ισχυρότερους από το κείμενο μιας στρατιωτικής συνθηκολόγησης. Ούτως ή άλλως τα κείμενα δεν έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικές πηγές, ενώ αν ήταν γνωστά οπωσδήποτε άλλη – ακόμη πιο αρνητική – ατμόσφαιρα θα επικρατούσε στη δίκη των δοσιλόγων υπουργών.

Τα δύο εκείνα ολιγόλεκτα πρωθυπουργικά τηλεγραφήματα, εις επίρρωση του ειδικού βάρους τους, συνοδεύθηκαν από παρομοίου περιεχομένου τηλεγραφήματα προς τον Χίτλερ, που στάλθηκαν από τους επιστημονικούς, παραγωγικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, όπως τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, τον Σύνδεσμο Βιοτεχνών, το Επαγγελματικό και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών, τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών και την Ομοσπονδία Εργατών Θαλάσσης κ.ά.[21] Παρόμοιο τηλεγράφημα έστειλε επίσης και ο δήμαρχος Αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς, ο οποίος σημειωτέον λίγες μέρες αργότερα αντικαταστάθηκε.

Η σωρεία αυτή των τηλεγραφημάτων, που εκ καθήκοντος διαβίβασε η γερμανική πρεσβεία από την Αθήνα, δεν συγκίνησαν κανέναν στο Βερολίνο. Αντίθετα, ίσως να δημιούργησαν κάποια ανησυχία μήπως παρερμηνευθεί η γερμανική βούληση από τους Ιταλούς και δημιουργηθεί κάποια ανεπιθύμητη παρεξήγηση. Γι’ αυτό και τελικά αγνοήθηκε η σημασία του περιεχομένου των ευχαριστιών-παρακλήσεων, προκρίθηκε δε να απαντηθούν με απλές ευχαριστίες προς τον Τσολάκογλου μόνον, όπως προκύπτει από ένα υπηρεσιακό σημείωμα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 11 Μαΐου 1941:

«Ο πρεσβευτής Άλτενμπουργκ να ειδοποιηθεί τηλεγραφικώς να ανακοινώσει στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι το τηλεγράφημά του προς τον Φύρερ υποβλήθηκε προς αυτόν και ότι εξουσιοδοτείται να εκφράσει τις ευχαριστίες προς τον πρωθυπουργό για το εν λόγω τηλεγράφημα. Το ίδιο ισχύει και για το τηλεγράφημα του πρωθυπουργού προς τον στρατάρχη του Ράιχ. Το τηλεγράφημα του πρωθυπουργού προς τον στρατάρχη του Ράιχ να διαβιβασθεί αμέσως στον ίδιο με την προσθήκη ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός απηύθυνε παρόμοιο τηλεγράφημα προς τον Φύρερ και ότι ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Αθήνα θα εξουσιοδοτηθεί να εκφράσει προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ευχαριστίες και για τα δύο τηλεγραφήματα, ώστε το υπουργείο Εξωτερικών να πάρει την έγκριση του στρατάρχη του Ράιχ».

Για το Βερολίνο, όλο το ζήτημα ήταν να μη δημιουργηθεί καμιά ιταλική δυσαρέσκεια, η αντίθετη δηλαδή βούληση από ό,τι ήλπιζαν οι Έλληνες κατοχικοί στην Αθήνα ότι θα επιτύχουν. Δεν υπάρχει μαρτυρία για το ποιος ήταν εκείνος που επηρέαζε τον Τσολάκογλου και τον παρότρυνε σε τέτοιες κινήσεις. Πλην του Άλτενμπουργκ, που οπωσδήποτε προφορικά θα τον καθοδηγούσε για να επιχειρηθεί η ματαίωση της ιταλικής κατοχής, θέση που και ο ίδιος ειλικρινά πίστευε και επανειλημμένα είχε προβάλει προς τους προϊσταμένους του και θέση που βρισκόταν σε αρμονία με τη δεδομένη αρχική ιταλοφοβία των κατοχικών υπουργών της Αθήνας, υπήρχε και μια παρασκηνιακή ισχυρή ολιγάριθμη ομάδα γερμανοφίλων, άλλων από εκείνων που μέχρι τώρα έχουμε συναντήσει.

 

ΚΑΝΑΡΙΣ ΚΑΙ ΧΙΜΛΕΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

 

Αυτή η ομάδα, που την αποτελούσαν γερμανόφιλοι Έλληνες και ανήκαν στον κύκλο του ναυάρχου Κανάρις, είχε και επί Μεταξά επιδείξει μια ανάλογη κινητικότητα. Επρόκειτο για τους Ιω. Βουλπιώτη, Χρ. Νικολόπουλο (διευθυντή της Λουφτχάνσα), Ε. Κοντουμά κ.ά., οι οποίοι εξακολουθούσαν να θεωρούν ως καταστροφική την κάθοδο των Ιταλών στην Αθήνα και οι οποίοι φυσικά προτιμούσαν – αντί της ιταλικής πρωτοκαθεδρίας – τη γερμανική μονοκαθεδρία, είτε από ιδεολογία είτε από ιδιοτέλεια, αν ληφθούν υπ’ όψη και τα οικονομικά συμφέροντα που σχεδόν όλοι είχαν τότε. Υπό την έννοια αυτή, καθόλου άσχετο δεν ήταν το ταξίδι του πολυάσχολου Γερμανού ναυάρχου στην Ελλάδα αμέσως μετά την κατάληψή της. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχθεί ότι ο άλλος κορυφαίος της χιτλερικής ιεραρχίας, που είχε φθάσει στην Ελλάδα, ο Χάινριχ Χίμλερ, είχε παρόμοια πρόθεση, διότι παντού αναφέρεται ότι ήλθε μόνο για να επιθεωρήσει τη «Σωματοφυλακή Αδόλφου Χίτλερ» των Ες-Ες, που υπαγόταν στην αρμοδιότητά του, και παράλληλα να πραγματοποιήσει ένα προσκύνημα στους τάφους των Βαυαρών προγόνων του, που είχαν ζήσει στο Ηράκλειο επί Όθωνος[22].

Περισσότερο «πολιτικού» χαρακτήρα ήταν η επίσκεψη του αρχηγού της Άμπβερ, αφού άλλωστε είναι γνωστό ότι όταν ήλθε επισκέφθηκε ιδιωτικά πολλούς Έλληνες γνωστούς του από το παρελθόν, μεταξύ των οποίων τον διπλωμάτη Αλέξη Κύρου και τον άλλοτε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κονδύλη Τζων Θεοτόκη. Πέραν αυτών και των άλλων Ελλήνων, που αποδεδειγμένα συνάντησε ο ναύαρχος Κανάρις, είχε επαφές με μέλη της γερμανικής πρεσβείας και της παροικίας, όπως ο Γκραίβενιτς, Κλεμ φον Χόχενμπεργκ, Κουρτ Ραίσνερ, Τομασχάουζεν κ.ά., των οποίων οι απόψεις ήταν παρόμοιες ως προς την αποτροπή της ιταλικής κατοχής.

Ο Τσολάκογλου, πάντα με την πεποίθηση ότι αυξάνοντας τη γερμανική επιρροή θα απέτρεπε την έλευση των Ιταλών, που μόνον εκείνοι αξιούσαν να καταστήσουν την Ελλάδα προτεκτοράτο, ενώ διαφορετικά η χώρα θα ήταν «ανεξάρτητη», επιχειρεί ταυτόχρονα με τα προαναφερθέντα τηλεγραφήματα, να στρέψει και την κοινή γνώμη στην Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση. Διαθέτοντας ένα καλό χαρτί, ύστερα από την ομιλία του Χίτλερ στο Ράιχσταγκ, θεωρεί σκόπιμο να πολιτικοποιηθεί δημοσίως, εντάσσοντας ανοικτά εαυτόν και την Ελλάδα στον Άξονα.

 

 

 

[1] Βλ. Αντ. Βολταιράκη, Εις την υπηρεσίαν της Γκεστάπο, Αθήναι 1946, σελ. 82. Ο αστυνόμος Βολταιράκης είχε επισκεφθεί με τον αρχιμανδρίτη Κοτσώνη τον στρατηγό Μπάκο στο γραφείο του (στα Παλαιά Ανάκτορα) για θέμα σχετικό με τις πολιτικές ενδυμασίες των απολυμένων εφέδρων και εκεί είδαν το χρηματοκιβώτιό του να έχει γραμμένη με κιμωλία την ένδειξη στα γερμανικά ότι ήταν κατασχεμένο.

[2] Τσολάκογλου, ό.π., σελ. 175-176.

[3] Η επιστολή Γκοτζαμάνη περιλαμβάνεται στα απομνημονεύματα του Τσολάκογλου (ό.π., σελ. 222-223).

[4] Αντίστοιχη αναφορά για το όνομα του τρίτου υπουργού έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης των δοσιλόγων υπουργών. Ο μάρτυρας Ορ. Παπαπαναγιώτου, του προεδρείου της Ενώσεως Εφέδρων Αξιωματικών, κατέθεσε ότι τον Ιούνιο του 1941 το προεδρείο, με τη μεσολάβηση του τότε υπουργού Χ. Κατσιμήτρου, έγινε δεκτό σε μία από τις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου για να αναπτύξει μερικά αιτήματα των εφέδρων αξιωματικών και να διορισθούν δημόσιοι υπάλληλοι για να ζήσουν. «Εκεί άκουσα», είπε ο μάρτυρας, «με κατάπληξη τον στρατηγό Μπάκο να τους καλεί να πλαισιώσουν μία λεγεώνα η οποία θα πολεμήσει βοηθώντας τους Γερμανούς κατά των Ρώσων. Τη σύσταση αυτή του Μπάκου, την υποστήριξαν οι Λογοθετόπουλος και Γκοτζαμάνης, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν».

[5] Βλ. Θρασύβουλου Τσακαλώτου, Σαράντα χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος, Αθήναι 1960.

[6] Τσολάκογλου, ό.π., σελ. 234-236.

[7] Κων. Λογοθετόπουλου, Ιδού η Αλήθεια, Αθήνα 1948, σελ. 9-10.

[8] Σε ταξίδι, που είχε πραγματοποιήσει στη Γερμανία λίγο νωρίτερα η σύζυγος του Λογοθετόπουλου, με πρόσχημα να επισκεφθεί την τότε νεαρή κόρη της Ίριδα, μεταπολεμικά γνωστή ζωγράφο, συναντήθηκε με το ζεύγος Άρνο και Μιμίνας Μπρέκερ. Και ενώ ο Γερμανός γλύπτης φιλοτεχνούσε ένα πορτραίτο της κόρης Λογοθετοπούλου, η Ελληνίδα σύζυγός του με τη Γερμανίδα σύζυγο του κατοχικού πρωθυπουργού «συνωμοτούσαν» για να πεισθεί το περιβάλλον του Χίτλερ και ο ίδιος ως προς τη βιαιότητα που συναντούσαν οι Έλληνες κάτοικοι των βουλγαροκρατούμενων περιοχών στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Φαίνεται πως η Μιμίνα Μπρέκερ, αν δεχθούμε και τη μαρτυρία του Γάλλου ηθοποιού και καλλιτέχνη Ζαν Κοκτώ, που την γνώριζε προσωπικά, ασκούσε μια περίεργη επιρροή στον Χίτλερ, ως εμπειρική χειρομάντις που ήταν και «διάβαζε» την παλάμη του.

[9] Πλην του βιβλίου του Κ. Λογοθετόπουλου, που εν είδει γραπτής απολογίας (δοθέντος ότι είχε δικασθεί και καταδικασθεί ερήμην το 1945) εκδόθηκε το 1948, δεν έχει γίνει χρήση άλλου υλικού από το αρχείο του κατοχικού πρωθυπουργού. Ωστόσο, υπάρχει η πληροφόρηση ότι η σύζυγός του είχε καταγράψει τις αναμνήσεις της από την πολυκύμαντη ζωή της ίδιας και της οικογένειάς της και ότι, μεταφρασμένες στα ελληνικά από τον επιζώντα εγγονό της, πρόκειται να κυκλοφορήσουν προσεχώς στην Ελλάδα.

[10] Κατά τον γνωστό ζωγράφο Περ. Βυζάντιο (ό.π., σελ. 227-228, εγγραφή 20 Δεκεμβρίου 1941), ο Λογοθετόπουλος είχε επιχειρήματα για τη γερμανοφιλία του και ταυτόχρονα για τον μισαγγλισμό του. Παραθέτουμε ολόκληρη την περιγραφή του με τους αποδιδόμενους διαλόγους και τους ενδιαφέροντες σχολιασμούς του:

«Το απόγευμα ήμουνα σ’ ένα τσάι στης Κυρίας Νάζου, που είναι μια από τις πιο έξυπνες και δραστήριες γυναίκες των Αθηνών. Επρόκειτο να έρθει και ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Λογοθετόπουλος, και ήθελα πολύ να τον ακούσω τι λέει για τη σημερινή κατάσταση και πώς βλέπει το μέλλον. Ο Λογοθετόπουλος μου ήταν γνωστός, όπως και στους περισσότερους Αθηναίους, από την ιατρική του ιδιότητα. Τον βρήκα γερασμένο, ιδίως πνευματικά. Άλλοτε είχε μάτια ζωηρά, που πρόδιναν κάποια θέληση και ενεργητικότητα. Τώρα ήταν μια φυσιογνωμία σβησμένη, με κόκκινα γύρω τα μάτια του σαν να ήταν δακρυσμένα, και το στόμα του είχε κυριολεκτικά μετακινηθεί από τον άξονά του. Ήμαστε πολύ λίγοι στο τραπέζι του τσαγιού, και αυτόματα η κουβέντα έπεσε στα γεγονότα. Ακούστηκε ότι αύριο πρόκειται να κοπούν τα τραμ. Ο Λογοθετόπουλος μας το βεβαίωσε, με την προσθήκη:

–Αφού οι φίλοι μας οι Άγγλοι μάς βούλιαξαν τα βαπόρια;

Τον ρώτησα πώς βλέπουν οι Γερμανοί τις επιχειρήσεις στη Ρωσία.

–Πώς τις βλέπουν; Όπως είναι. Τραβιούνται πιο πίσω, να περάσει ο χειμώνας, για να ξαναεπιτεθούν την άνοιξη. Εγώ, μας είπε, νομίζω ότι τρελάθηκε όλη η Ελλάς να πιστεύει ότι είναι δυνατόν να νικηθεί η Γερμανία.

Του είπα πως αυτό είναι και η μόνη παρηγοριά μας, γιατί μόνον έτσι θα απελευθερωθούμε.

–Με προσβάλλετε, μου λέει, αν νομίζετε ότι θα ελάμβανα μέρος στην Κυβέρνηση χωρίς να είμαι βέβαιος πως η Ελλάς θα εξέλθει ακεραία μετά τη νίκη της Γερμανίας. Η Γερμανία ούτε τη Βουλγαρία συμπαθεί, ούτε είναι ενθουσιασμένη με την Ιταλία, ώστε να καταστρέψει την Ελλάδα. Απεναντίας, η Ελλάς, που είναι ναυτικό κράτος, θα της είναι στο μέλλον χρησιμότατη – αλλά πού αφήνει η αγγλική προπαγάνδα…

–Καλά, Κύριε Πρόεδρε, αλλά τι θα μας ωφελούσε αυτή τη στιγμή μια συναδέλφωση με τη Γερμανία; Το πολύ να μας επιστράτευε για τα χιόνια της Ρωσίας.

–Δε λέω για τώρα, μου απάντησε, αλλά για τον γελοίο τον Μεταξά που είπε το ΟΧΙ χωρίς να σκεφτεί.

Επειδή καταλάβαμε πως καμιά συζήτηση δεν ήταν δυνατή, αλλάξαμε θέμα. Η Κυρία Νάζου τού είπε:

–Κύριε Πρόεδρε, γιατί δεν προσέχετε περισσότερο τα εσωτερικά; Όλα έχουν ξεχαρβαλωθεί. Η Αστυνομία, τα Υπουργεία…

–Τι θέλετε να κάμω, κυρία μου, δεν μπορώ να βρω συνεργάτες. Όλοι οι Έλληνες είναι αγγλόφιλοι.

Επανέλαβα φωνογραφικώς ό,τι ειπώθηκε. Δεν άκουσα τίποτ’ άλλο, γιατί έφυγα. Η συζήτηση δεν άξιζε περισσότερο τον κόπο. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που βρήκαν οι Γερμανοί για να σχηματίσουν Κυβέρνηση. Ας σημειωθεί ότι από κοινωνική άποψη ο Λογοθετόπουλος είναι χίλιες φορές καλύτερος από τους άλλους. Είναι βέβαιο ότι προ ετών ουδέποτε θα δεχόταν να υπηρετήσει τέτοια υπόθεση. Αλλά ένα πρόωρο γήρας, μια πικραμένη εγωιστική φιλοδοξία, μια Γερμανίδα γυναίκα, τον έσπρωξαν να αναλάβει μια υπόθεση τόσο ανάξια και αντιπαθητική».

[11] Λ. Άρτσερ, ό.π.:

«[30 Απριλίου]. Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, ονομαστός χειρουργός και κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής, είναι αντιπρόεδρος του συμβουλίου. Με σπουδές στη Γερμανία, είναι από καιρό γνωστός ηγέτης της κίνησης υπέρ της γερμανικής κουλτούρας στην Ελλάδα. Πιστεύαμε όμως ότι μετά τον θάνατο του γιατρού γαμπρού του κατά τον τρομακτικό βομβαρδισμό του νοσοκομείου των Ιωαννίνων, οι συμπάθειές του αυτές θα είχαν κάπως κρυώσει. Είναι μελαχροινός σαν τον Γάλλο Λαβάλ και πολύ ικανός ιππέας· καβαλάει σκληρά τα άλογά του στην ίδια λέσχη του Χαλανδρίου όπου πηγαίνω κι εγώ. Τον βρίσκω δύσκολο κι αινιγματικό χαρακτήρα, αν και δεν τον γνωρίζω καλά. Θα είναι επίσης υπουργός Προνοίας, πράγμα που σημαίνει ότι θα έχω στενότερη συνεργασία μαζί του.

[11 Μαΐου]. Ο Λογοθετόπουλος, ο πλέον δραστήριος ηγέτης στην κυβέρνηση, προσπαθεί να εξασφαλίσει τη συνδρομή των παλαιών φιλελευθέρων συλλαμβάνοντας όλους τους ανθρώπους του μεταξικού καθεστώτος που έχουν μείνει στη χώρα, συμπεριλαμβανομένου και του Κριμπά, του πρώην υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, και του φίλου μου του Ταμπακόπουλου, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης. Δεν λυπήθηκε ούτε τον εβδομηνταδυάχρονο πρώην υπουργό Γεωργίας, τον Κυριακό. Επικαλείται οικονομική κακοδιαχείριση και κατονομάζει τον Διάκο, τον προσωπικό γραμματέα του μακαρίτη πρωθυπουργού, μαζί με τον Κοτζιά, πρώην υπουργό Διοικήσεως Πρωτευούσης, και τον Αποστολίδη, πρώην υπουργό Οικονομικών. Και οι τρεις τους έχουν διαφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες…

Πήγαμε να επισκεφθούμε τον Λογοθετόπουλο έπειτα από πρόσκλησή του «να τον τιμήσουμε διά της παρουσίας μας», ο Πωλ Θορν, η Δρ Πάρμαλη κι εγώ. Μας παρακάλεσε να ζητήσουμε τηλεγραφικώς από την Αμερική να συνεχίσει την αποστολή βοηθείας παρά την κατοχή. Ο μικρόσωμος μελαχρινός κοσμήτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου φαινόταν τσακισμένος από την υπερένταση, και τα δυνατά χέρια του, χέρια χειρούργου, έτρεμαν σαν να ήταν παράλυτος. Μας είπε ότι είχε αρχίσει να εξαπλώνεται πείνα στη χώρα και ότι η Ελλάδα επρόκειτο να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που κανένας ποτέ δεν φαντάστηκε. Όταν τον πληροφορήσαμε ότι όχι μόνο οι εντολές πληρωμών από τα χρηματικά αποθέματα που είχαμε στην πρεσβεία, και που δεν συμπεριλήφθηκαν στη διαταγή παγώματος των πιστώσεων, δεν γίνονταν δεκτές στις ελεγχόμενες από τους Γερμανούς τράπεζες, αλλά και ότι δεν είχαμε τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε με τους διευθυντές μας, προσφέρθηκε να μεσολαβήσει αμέσως στον Γερμανό πρεσβευτή. Ο γραμματέας του μου είπε αργότερα ιδιαιτέρως ότι ο «κοσμήτωρ» είχε αναφέρει πως οι Γερμανοί αυτοί δεν ήταν ο κόσμος που ήξερε όταν σπούδαζε στην Ιατρική Σχολή του Ράιχ.

[15 Ιουνίου] …Ο Λογοθετόπουλος μου είπε χθες ότι, ακόμα και με το σταγονόμετρο του δελτίου που ισχύει τώρα, υπάρχουν αποθέματα ψωμιού για δέκα μόνο μέρες. Δεν γνωρίζει τι μέρος της φετινής εσοδείας, αν και νομίζει πως, τώρα που οι περισσότεροι Γερμανοί έφυγαν, οι Ιταλοί έχουν κάθε διάθεση να κατευνάσουν τον λαό. Ο Λογοθετόπουλος ήταν η τέλεια εικόνα του ανθρώπου που έχει χάσει εντελώς τις ψευδαισθήσεις του για έναν πρώην φίλο, τη Γερμανία.

[27 Ιουλίου] …Επισκέφθηκα τον Λογοθετόπουλο για να τον αποχαιρετήσω και να τον προτρέψω να συνεργαστεί καλά με το προσωπικό μας, που συνεχίζει θαρραλέα μόνο του. Μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη το κοκκαλιάρικο και τσακισμένο παρουσιαστικό του. Ο γενικός γραμματέας του μου είπε αργότερα: «Δεν θα είμαστε εδώ όταν γυρίσετε. Θα πληρώσουμε γι’ αυτά με το αίμα μας».

[12] Βλ. Παναγιώτη Π. Δεμέστιχα, Αναμνήσεις, Αθήνα 2002, σελ. 285.

[13] Βλ. Έρσης Χατζημιχάλη, Περίπατος με την Αγγελική, Εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1999, σελ. 221-225.

[14] Σε επιβεβαίωση των όσων αναφέρει η Έρση Χατζημιχάλη για την αρνητική ατμόσφαιρα που συναντούσε στο ίδιο του το σπίτι ο πατέρας της, μόλις έγινε κατοχικός υπουργός, ο Αμερικανός Λαιρντ Άρτσερ έχει γράψει στο ημερολόγιό του (εγγραφή 30 Απριλίου 1941, μάλλον όμως εκ των υστέρων): «[Το υπουργικό συμβούλιο] περιλαμβάνει στη θέση του υπουργού Οικονομικών έναν από τους πιο γνωστούς φιλελευθέρους, τον Χατζημιχάλη, που πείστηκε να συμπράξει με το σκεπτικό ότι είναι απαραίτητο να αρχίσει και πάλι να γυρίζει ο τροχός της δημόσιας διοίκησης, για να αποφευχθούν χειρότερα δεινά. Ωστόσο, η ίδια η οικογένειά του διαφωνεί μ’ αυτό, και η σύζυγός του, που είναι ιδιαίτερα δραστήρια στην πολεμική μας περίθαλψη, μιλά φανερά εναντίον του…».

[15] Ο Λούβαρις στα απομνημονεύματά του δίνει και μια περιγραφή της συναισθηματικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν όταν έφευγε από τη συνάντηση με τον Τσολάκογλου και τους άλλους υπουργούς: «Καθ’ οδόν συνήντησα τον κ. Δ. Σβολόπουλον, με τον οποίον μετέβην εις το υπουργείον Τύπου, όπου του ανεκοίνωσα ότι δεν θα μετάσχω της κυβερνήσεως. Ο κ. Σβολόπουλος απήντησε με χαρακτηριστικήν σιωπήν. Βαδίζων προς την οικίαν μου διήλθον διά του Εθνικού Κήπου. Μέσα εις ένα εκ των διαδρόμων του, που το δειλινόν τον έκαμεν ήδη πένθιμον, αντίκρυσα ένα χωροφύλακα. Αξύριστος, ατημέλητος, αποσκελετωμένος, σχεδόν ρακένδυτος, μου εφάνη ως συγκεκριμένος συμβολισμός της δούλης πλέον Ελλάδος. Εστηρίχθην εις κάποιο δένδρον και αφήκα διέξοδον εις τους λυγμούς, που συνεκράτουν διά της βίας καθ’ όλην την ημέραν».

[16] Ήδη από τις 10 Απριλίου 1941 ο στρατηγός Ν. Ραγκαβής είχε αναλάβει καθήκοντα γενικού διοικητή Μακεδονίας, ύστερα από άτυπη απόφαση του λεγομένου Εθνικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, που το αποτελούσαν σεβαστά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Γενναδίου.

[17] Σύμφωνα με πληροφορίες του συγγραφέα, ο Πλάτων Χατζημιχάλης έχει συγγράψει αναμνήσεις από την εποχή εκείνη, οι οποίες παραμένουν ανέκδοτες με απόφαση της οικογένειάς του. Σήμερα ο συνονόματος εγγονός του, στα χέρια του οποίου βρίσκονται τα χειρόγραφα, είναι υψηλόβαθμο στέλεχος της ελληνικής διπλωματικής υπηρεσίας. Είναι προφανές ότι στις αναμνήσεις του ο κατοχικός υπουργός Εθνικής Οικονομίας θα δίνει ερμηνείες για τις απόψεις που είχε στο επίμαχο διάστημα.

[18] Ο στρατηγός Τσολάκογλου (ό.π., σελ. 215-216) διευκρινίζει πώς έγινε υπουργός ο Α. Ρουσόπουλος: «Μετά τινας ημέρας παρουσιάσθη ενώπιόν μου ο υποστράτηγος Ρουσσόπουλος, όστις κατηγορηθείς ότι δήθεν εγκατέλειψε την Μεραρχίαν του δεν είχε συμπεριληφθή εις τον κατάλογον καίτοι συμμετασχών εις την σύναψιν της ανακωχής. Ούτος ητήσατο να χρησιμοποιηθή εις θέσιν υπουργού διά να μη προσαφθή εις αυτόν η κηλίς της συκοφαντικής διαδόσεως, διαβεβαιών ότι ευγνωμόνως θα καταβάλλη πάσαν προσπάθειαν όπως ανταποκρίνηται εις το καθήκον του. Κρίνων ότι δεν έπρεπε να διασύρηται το όνομα ενός στρατηγού με τας κακοβούλους φήμας και πεποιθώς ότι θα ειργάζετο ελληνοπρεπώς και ειλικρινώς τω ανέθηκα το υπουργείον Εργασίας». Η ψυχρή αυτή στάση του Τσολάκογλου δεν είναι άσχετη με τη στάση, που κράτησε ο Ρουσόπουλος κατά τη δίκη των δοσιλόγων υπουργών, διαφοροποιημένος από τους άλλους συναδέλφους του για να αποφύγει την καταδίκη του.

[19] Γ. Τσολάκογλου, ό.π., σελ. 174.

[20] Στις αθηναϊκές εφημερίδες της 21ης Μαΐου 1941 (Ελ. Βήμα) δίνεται η ακόλουθη είδηση: «Ο γενικός διοικητής Ηπείρου κ. Τσιριγώτης αναχωρεί διά την νέαν του θέσιν την προσεχή Παρασκευήν [23.5.1941] συνοδευόμενος υπό συνεργείου υπαλλήλων. Χθες ο κ. Τσιριγώτης συνειργάσθη επί μακρόν με τον υπουργόν του Επισιτισμού κ. Πολύζον».

[21] Στην απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, που έκρινε την πολιτεία των κατοχικών υπουργών (το πλήρες κείμενό της έχει δημοσιευθεί αυτούσιο στην επιθεώρηση «Λαβύρινθος», τεύχη 52-55) αναφέρεται σχετικά:

«Αλλά εις τας ανωτέρω αντιλήψεις του ο κατηγορούμενος ούτος [Τσολάκογλου] δεν παρέλειψε να προσπαθήση όπως τας επιβάλη από τας πρώτας ημέρας της πρωθυπουργίας του και προς τας πνευματικάς αρχάς του Κράτους, ως και προς όλους σχεδόν τους εκπροσώπους του Ελληνικού λαού. Ούτω ως προκύπτει εκ των πρακτικών συνεδριάσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών της 5 Μαΐου 1941 ο Πρωθυπουργός Τσολάκογλου, εκάλεσεν εις το Πρωθυπουργικόν Γραφείον των Πρόεδρον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Άγγ. Σταυρόπουλον, τον Πρύτανιν του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Φωτεινόν, τον Πρόεδρον της Ακαδημίας κ. Σωτηρίου, τον εκπρόσωπον της Αρχαιολογικής Εταιρίας και Καθηγητήν Πανεπιστημίου Γ. Οικονόμου, τον Πρόεδρον του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Καρζήν, τον Πρόεδρον του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου Ορφανόν και πολλούς Προέδρους Σωματείων εκπροσωπούντας τον Εμπορικόν, Βιοτεχνικόν και εργατικόν κόσμον της Ελλάδος, παρισταμένου δε και του εκ των κατηγορουμένων Π. Χατζημιχάλη ως Υπουργού Οικονομικών και του Γιοκαρίνη εμφανιζομένου ως ανωτέρου υπαλλήλου του Πρωθυπουργικού Γραφείου, ανέπτυξε τους λόγους δι’ ους ούτος έκρινε ότι έδει να αναλάβη την αρχήν και εζήτησεν ίνα πάντες ταχθώσι παρά το πλευρόν της Κυβερνήσεως και αποστείλωσιν υπό το ανάλογον πνεύμα τηλεγραφήματα προς τον Φύρερ της Γερμανίας Αδόλφον Χίτλερ εις α εκτός των άλλων να παρακαλώσι όπως ούτος περιβάλη την Ελλάδα με την υψηλήν του προστασίαν, διότι μόνον υπό Γερμανικήν προστασίαν θα αναθάλλη η Ελληνική γη».

[22] Ο Χάινριχ Χίμλερ κατά την επίσκεψή του εκείνη, μάλλον μοναδική, στην Ελλάδα, εκτός από την Αθήνα, έκανε ένα σύντομο ταξίδι στις Μυκήνες, όπου και διανυκτέρευσε σε κοντινό πανδοχείο. Είχε επισκεφθεί επίσης το Ηράκλειο Αττικής, όπου είχαν ζήσει κάποιοι πρόγονοί του, ως καλός καθολικός προσκύνησε στην εκεί καθολική εκκλησία, καθώς και στους τάφους συγγενών του, αφού συνάντησε μία επιζώσα θεία του ονόματι Βολφ (πολύ πιθανόν τη μητέρα του διαβόητου πράκτορα της Στάζι Βολφ, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο).

Πηγή: aera2012.blogspot.gr

—————————————————————————————————-

Ο στρατηγός Τσολάκογλου βγαίνοντας από το γραφείο του στα Παλαιά Ανάκτορα αμέσως μετά την ορκωμοσία του (29 Απριλίου 1941).

Ο στρατηγός Τσολάκογλου βγαίνοντας από το γραφείο του στα Παλαιά Ανάκτορα αμέσως μετά την ορκωμοσία του (29 Απριλίου 1941).

Φωτογραφία από εφημερίδα της εποχής που ενθρονίστηκε ο Δαμασκηνός (Ιούλιος 1941).

Φωτογραφία από εφημερίδα της εποχής που ενθρονίστηκε ο Δαμασκηνός (Ιούλιος 1941).

Η φτωχική τελετή των Θεοφανείων στον Πειραιά τον Ιανουάριο 1942. Αριστερά ο Τσολάκογλου και στο άκρο δεξιά ο στρατηγός Σωτήριος Μουτούσης, υπουργός Συγκοινωνίας. Παρίσταται ανώτερος Γερμανός αξιωματικός, ως εκπρόσωπος των γερμανικών στρατιωτικών αρχών κατοχής.

Η φτωχική τελετή των Θεοφανείων στον Πειραιά τον Ιανουάριο 1942. Αριστερά ο Τσολάκογλου και στο άκρο δεξιά ο στρατηγός Σωτήριος Μουτούσης, υπουργός Συγκοινωνίας. Παρίσταται ανώτερος Γερμανός αξιωματικός, ως εκπρόσωπος των γερμανικών στρατιωτικών αρχών κατοχής.

Η εφημερίδα "Ακρόπολις" την επομένη του σχηματισμού της κυβέρνησης Τσολάκογλου.

Η εφημερίδα «Ακρόπολις» την επομένη του σχηματισμού της κυβέρνησης Τσολάκογλου.

Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου (3)

Του Δημοσθένη Κούκουνα

5. Η κρατική εξουσία και οι Αρχές Κατοχής.

 

Οι σχέσεις ανάμεσα στην ελληνική κατοχική κυβέρνηση και τους κατακτητές είχαν περάσει από διάφορες φάσεις. Τη γερμανική μονοκαθεδρία των πρώτων εβδομάδων διαδέχεται η ιταλική πρωτοκαθεδρία, χωρίς ποτέ να πάψει να υπάρχει γερμανική επιρροή. Οι πρακτικές ανάγκες επιβάλλουν την επικοινωνία με τον ξένο κατακτητή, ο οποίος είναι ολοένα και πιο απαιτητικός.

Τα κύρια σημεία τριβής στις σχέσεις της ελληνικής πολιτικής διοίκησης με τις κατοχικές αρχές αναφέρονταν στα εθνικά θέματα, το επισιτιστικό και την οικονομική αφαίμαξη εκ μέρους των κατακτητών, καθώς και το ζήτημα της δημόσιας ασφάλειας, το οποίο οξυνόταν στην πρώτη περίοδο από μεμονωμένες εκδηλώσεις εχθρότητας απέναντι στους κατακτητές. Αυτό το τελευταίο ήταν ζήτημα που αφορούσε ευθέως την κατοχική κυβέρνηση, ως εντολοδόχο των κατακτητών, υποχρεωμένη να εκδώσει αυστηρές νομοθετικές πράξεις ήδη από το πρώτο δεκαπενθήμερο της ύπαρξής της[1], αφού είχαν προηγηθεί οι πρώτες αυθόρμητες εκδηλώσεις πολιτών υπέρ Συμμάχων αιχμαλώτων, όταν τους έβλεπαν στους αθηναϊκούς δρόμους να μετάγονται. Αφού είχε συμπληρωθεί ήδη ένας μήνας ξενικής κατοχής, σημειώθηκαν δύο γεγονότα που επέτειναν την ατμόσφαιρα και προκάλεσαν την οργή του Γερμανού κατακτητή. Το πρώτο ήταν η ανατίναξη βουλγαρικών πλοίων στο λιμάνι του Πειραιά[2] και με διαφορά 24 ωρών η κλοπή της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη.

Χάριν πάντως αυτής της απαραίτητης επικοινωνίας κυβέρνησης και κατοχικών αρχών αποφασίσθηκε η σύσταση ειδικών υπηρεσιών. Σχηματίσθηκαν δύο επιτροπές, η Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως και η Επιτροπή Συνδέσμου μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής, στελεχωμένες αντίστοιχα με ιταλομαθείς και γερμανομαθείς Έλληνες αξιωματικούς[3]. Επικεφαλής της πρώτης ορίσθηκε ο συνταγματάρχης Νικόλαος Μπαλής και της δεύτερης ο υποστράτηγος Ιωάννης Τέτσης, ο οποίος λίγο αργότερα αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κανελλόπουλο (μεταπολεμικά δραστήριο διευθυντή της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ). Επρόκειτο για δημόσιες υπηρεσίες, που εντάχθηκαν οργανικά στο Γραφείο Πρωθυπουργού και είχαν, από τη φύση τους, προσωρινό χαρακτήρα. Οι επιτροπές αυτές στελεχώθηκαν με την απόσπαση αξιωματικών, δημοσίων υπαλλήλων και τον διορισμό εκτάκτων υπαλλήλων, ενώ επιδιώχθηκε η συνεργασία διπλωματικών και ειδικών.

Η παρουσία διπλωματών στις υπηρεσίες αυτές ήταν εκ των πραγμάτων αναγκαία, καθώς τα συντασσόμενα απ’ αυτές έγγραφα αφορούσαν κυρίως εθνικά θέματα ή εν πάση περιπτώσει έπρεπε να έχουν τον τύπο διπλωματικών εγγράφων. Ωστόσο οι διπλωματικοί (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) του πρώην υπουργείου Εξωτερικών, αφότου αυτό τελικά δεν ανασυστάθηκε, δεν έστερξαν να καλύψουν τις θέσεις αυτές, τελικά δε παραιτήθηκαν για να μην δώσουν τον νέο όρκο προς την «Ελληνική Πολιτεία», που επιβλήθηκε σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους τον Αύγουστο του 1941.

Ο γερμανομαθής υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών Πολύβιος Σαραντόπουλος[4] ανέλαβε το Τμήμα Αλληλογραφίας με τις γερμανικές πολιτικές αρχές, βοηθούμενος από άλλους συναδέλφους του και μεταφραστές. Με πρωθυπουργική απόφαση τον Οκτώβριο 1941 η υπηρεσία αυτή μετονομάσθηκε ως Υπηρεσία Ανταποκρίσεων μετά των Πολιτικών Γερμανικών Αρχών Κατοχής, αναλαμβάνοντας τη «διενέργεια ανταποκρίσεων και διαπραγματεύσεων μετά της Υπηρεσίας του Πληρεξουσίου του Ράιχ διά την Ελλάδα διά πάντα τα μεταξύ των Ελληνικών Αρχών και της υπηρεσίας ταύτης ζητήματα». Η αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων κάλυπτε όλες τις ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες έπρεπε μέσω αυτής να απευθύνονται στους κατακτητές, ακόμη και όσοι ιδιώτες είχαν θέματα για τα οποία έπρεπε να επικοινωνήσουν μαζί τους. Υπήρξε όμως εξαίρεση για τα υπουργεία Συγκοινωνίας, Εσωτερικών και Παιδείας, επειδή είχαν θέματα ειδικά σε σχέση με τις κατοχικές αρχές.

Η βασική στελέχωση της Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων περιελάμβανε τους αξιωματικούς της Επιτροπής Συνδέσμου, καθώς και τους ειδικούς νομικούς συμβούλους του υπουργείου Εξωτερικών Ιωάννη Γιούπη και Κυριάκο Τενεκίδη, οι οποίοι παρέμειναν εν υπηρεσία, παρά τις πιέσεις που τους ασκήθηκαν από τους άλλους συναδέλφους τους να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους και να παραιτηθούν[5]. Η δραστηριότητα αυτής της Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων εκτεινόταν κυρίως σε οικονομικά, πολιτικά και εθνικά ζητήματα, με ιδιαίτερη σημασία – εκ των πραγμάτων – στα προβλήματα που προέκυπταν από τη βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά και μια σειρά άλλων ενεργειών για την αποτροπή συλλήψεων και εκτελέσεων ομήρων, διώξεων και καταστροφών, απονομή χάριτος σε καταδικασθέντες κ.ά. Η διαχείριση των ζητημάτων αυτών απαιτούσε ευελιξία και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία, ενώ ο φόρτος της εργασίας ήταν μεγάλος.

Η πραγματικότητα είναι ότι αρκετά από τα διαβήματα γραπτά ή προφορικά, που πραγματοποιούσε η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων, έβρισκαν ικανοποιητική λύση, άλλα ήταν λιγότερο αποδοτικά και άλλα καθόλου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως προκειμένου περί υποβολής στους κατακτητές αιτημάτων για απελευθέρωση κρατουμένων ή μετατροπή ποινών, οι κατοχικές αρχές ασφαλείας (Ες-Ες και Ες-Ντε) είχαν απαγορεύσει να υποβάλλονται καν.

Ωστόσο, το κύριο βάρος των αυτοπροσώπων επαφών με τις κατοχικές αρχές είχε επωμισθεί ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου, δευτερευόντως ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Λογοθετόπουλος και σε ειδικές περιπτώσεις οι αρμόδιοι υπουργοί, ενώ αρκετές φορές χρησίμευσε και ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Εξαιρετικής σπουδαιότητας ήταν η ύπαρξη και λειτουργία του Γραφείου Μελετών, κύριο αντικείμενο του οποίου ήταν η συγκέντρωση στοιχείων για εθνικά θέματα και η σύνταξη αναλόγων εγγράφων.

Σε όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του ο στρατηγός Τσολάκογλου είχε ως κύριους συνομιλητές τον πρεσβευτή Γκύντερ Άλτενμπουργκ και τον Ιταλό Πελεγκρίνο Γκίτζι, με τους οποίους είχαν αναπτυχθεί προσωπικές σχέσεις.

Η ελληνική εξουσία είχε περιορισθεί στα εδάφη που κατείχαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί (πλην Επτανήσου και Θεσπρωτίας) και μόνο σ’ αυτά υπήρχαν ελληνικές διοικητικές αρχές, καθώς και σε μέρος του Νομού Έβρου. Η ελληνική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα εντός αυτών των ορίων να διορίζει νομάρχες ως αντιπροσώπους της, αλλά η λειτουργία του κράτους σε κάθε περιοχή είχε συνάρτηση με τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές των κατακτητών. Παρά τις αρχικές επίμονες και αγωνιώδεις προσπάθειές της μέσα από διαβήματα προς τους Γερμανούς, δεν κατόρθωσε να στείλει διοικητικές αρχές στα βουλγαροκρατούμενα εδάφη.

Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση είχε σε σχεδόν καθημερινή βάση ανάγκη επικοινωνίας με τις κατοχικές αρχές, ιδιαίτερα με τις γερμανικές, οι οποίες δέχονταν να ακούν τα αιτήματα και τις διαμαρτυρίες της, ανεξάρτητα από τις τελικές ρυθμίσεις. Αυτό ήταν επωφελές ιδιαίτερα για τα βουλγαροκρατούμενα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς η κυβέρνηση δεν είχε και δεν ήθελε να έχει καμιά άμεση επικοινωνία με τις βουλγαρικές κατοχικές αρχές ή με τη βουλγαρική πρεσβεία στην Αθήνα. Ο Τσολάκογλου είχε τοποθετήσει στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τον έμπιστό του συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου[6], η κύρια αρμοδιότητα του οποίου ήταν να συγκεντρώνει στοιχεία σχετικά με την ασκούμενη από τους Βουλγάρους προπαγάνδα στις περιοχές της Μακεδονίας, που δεν ήλεγχαν οι βουλγαρικές αρχές κατοχής, καθώς και για τα όσα συνέβαιναν στις βουλγαροκρατούμενες, όπου από την αρχή υπήρξε κύμα ανθελληνικών διώξεων και γενικότερα αφελληνισμού. Τα στοιχεία αυτά διοχετεύονταν στην Αθήνα και επ’ αυτών στηρίζονταν τα διάφορα έγγραφα που συνέτασσε το Γραφείο Μελετών. Στον τομέα ευθύνης του Χρυσοχόου αναγόταν και η άσκηση εθνικής προπαγάνδας σε μη βουλγαροκρατούμενες ευαίσθητες περιοχές λόγω των βουλγαρικών ενδιαφερόντων, καθώς και η άμεση παρέμβασή του για ζητήματα που θα μπορούσαν να λυθούν από τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές του κατακτητή, Γερμανούς ή Ιταλούς.

Πέραν των δύο μεγάλων εθνικών θεμάτων που είχαν προκύψει, δηλαδή του βουλγαρικού και του κουτσοβλαχικού, το μέγα και ολοένα πιο ακανθώδες ήταν το οικονομικό, άμεσα συνυφασμένο με τον επισιτισμό και το νομισματικό. Οι συνεχώς ογκούμενες απαιτήσεις των κατακτητών για τα έξοδα κατοχής έφερε σε πολλές φάσεις τις σχέσεις της κυβέρνησης με τις κατοχικές αρχές κοντά στο πλήρες αδιέξοδο.

 

ΤΑ ΕΠΙΛΗΨΙΜΑ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

 

Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τους δύο επόμενους, απολάμβανε μια ανοχή από την ελληνική κοινή γνώμη. Ωστόσο είναι εκείνος που υπήρξε πλησιέστερος προς τους κατακτητές, ιδιαίτερα τον Γερμανό.

Στις αθηναϊκές εφημερίδες της 6ης Μαΐου 1941, δημοσιεύεται μια ημερησία διαταγή του «προς τον τέως στρατόν μας». Σ’ αυτήν, αφού συνιστά να εκτιμηθεί κατάλληλα η συνθηκολόγηση, που ο ίδιος είχε υπογράψει με τον εχθρό, πάει πολύ μακρύτερα. Προπαγανδίζει την ανεπιφύλακτη συνεργασία με τη «νέα πολιτική θρησκεία του εθνικοσοσιαλισμού», που ίδρυσε ο χαρακτηριζόμενος περίπου ως μεγαλοφυής και μεγαλόψυχος Χίτλερ. Γράφει:

«Τώρα, που χάρις εις την γενναιόψυχον χειρονομίαν του Φύρερ, Αρχηγού του Γερμανικού Έθνους, απεδόθη η ελευθερία εις πάντας τους αξιωματικούς και οπλίτας, έχω να απευθύνω προς πάντας τους συμπολεμιστάς μου και συμπολεμιστάς των συνεργατών μου στρατηγών τα επόμενα:

α) Πρέπει να κρατήτε το μέτωπον υψηλά διότι επετελέσατε με αυτοθυσίαν το προς την πατρίδα καθήκον σας, πράγμα, όπερ εξετιμήθη και από τα στρατεύματα και επισήμως εδηλώθη παρά των στρατηγών των.

β) Εφ’ όσον όλοι σας, ως τίμιοι και γενναίοι στρατιώται, έσχετε σαφή επίγνωσιν ότι διεσώθητε διά της επικαίρου συνθηκολογήσεως από βεβαίου αλλά και ασκόπου και αδίκου θανάτου χάρις εις την πρωτόβουλον ενέργειαν των στρατηγών σας, των μεράρχων σας και διοικητών σας, και μαζί με σας διεσώθησαν από βεβαίας καταστροφής η Ήπειρος και η Αιτωλοακαρνανία, οφείλετε να διαφωτίσητε τους συγγενείς σας, τους φίλους σας, το περιβάλλον σας, ώστε να εξέλθουν από την ατμόσφαιραν του ψεύδους και του σκότους, εις α η προπαγάνδα της καταλυθείσης κυβερνήσεως και η τρομοκρατία τούς ετήρει.

Οφείλετε να καταβάλλητε πάσαν προσπάθειαν ώστε να εκτιμηθή παρά πάντων τίνες ήσαν οι στοργικοί ηγήτορες και τίνες ήσαν οι άστοργοι και ανοικτίρμονες.

γ) Οφείλετε ωσαύτως σεις, των οποίων τα μεγαλουργήματα εδόξασαν τα όπλα μας, ν’ αποβάλητε την αισθηματολογίαν, την οποίαν ενέπνευσαν τα ψευδή κηρύγματα της ραδιοφωνίας των Αθηνών και του Τύπου, που έγραφεν υπό το κράτος της βίας. Οφείλετε να προσγειωθήτε εις το πεδίον της πραγματικότητος. Οφείλετε να ακολουθήσητε την λογικήν, ήτις θα δείξη την αλήθειαν. Όλοι σας κατανοείτε ότι ως στρατιώται της πατρίδος οφείλετε να εξυπηρετήσητε το συμφέρον της πατρίδος και το συμφέρον του ελληνικού λαού διά μίαν έτι φοράν.

Εάν με ακούσητε, εάν συμμορφωθήτε προς τας συστάσεις μου θα παράσχητε μίαν και μεγίστην υπηρεσίαν εις την πατρίδα και τον ελληνικόν λαόν.

Ο γερμανικός στρατός δεν ήλθεν ως εχθρός, ως πολέμιος. Ήλθεν ως φίλος. Κατέλαβε τα εδάφη μας διά να εκδιώξη εκ της ηπειρωτικής Ελλάδος τους Άγγλους, οίτινες κακή τη μοίρα προσεκλήθησαν παρά της εγκληματικής κυβερνήσεως εις το εθνικόν μας έδαφος.

Εν τη περιπτώσει ταύτη έχομεν υποχρέωσιν να δείξωμεν τα φιλικά μας αισθήματα, να συμμμορφωθώμεν προς την νέαν τάξιν πραγμάτων και να ενστερνισθώμεν τα μεγάλα δόγματα και τας υψηλάς αρχάς του εθνικοσοσιαλισμού και της νέας αυτής πολιτικής θρησκείας, την οποίαν η φωτεινή διάνοια και η μεγάλη ψυχή του Φύρερ εδημιούργησε.

δ) Μεταβαίνοντες εις τας εστίας σας διατηρήσατε αμείωτον την ευγνωμοσύνην προς τον Φύρερ και επιδοθήτε μετά ζήλου εις τα ειρηνικά σας έργα, όπου εύχομαι να επιτύχητε πάσαν πρόοδον προς ευημερίαν σας.

Μη λησμονήτε ποτέ το συμφέρον της πατρίδος και το συμφέρον του ελληνικού λαού, όπερ είναι ατομικόν σας συμφέρον.

Ας προσβλέψωμεν με πίστιν εις το μέλλον της Ελλάδος»[7].

Το ζήτημα πλέον παίρνει άλλη διάσταση, διότι ο Τσολάκογλου πιστεύει ότι με τη διακήρυξη τέτοιων αντιλήψεων θα καταστεί εφικτή η δημιουργία της Ελλάδος ως δορυφόρου κράτους, θα αγνοηθούν δε οι επιδιώξεις των Ιταλών. Ενδιαφέρεται να εντάξει την Ελλάδα «υπό τη γερμανική προστασία» στο πλαίσιο της νέας τάξης πραγμάτων, μάλιστα δε με διακριτό ρόλο στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στη νέα ευρωπαϊκή οικονομία. Ακόμη πιο σαφείς ήταν οι δηλώσεις του στην εκδιδόμενη τότε εβδομαδιαία οικονομική εφημερίδα «Κέρδος», τονίζοντας μεταξύ άλλων[8]:

«…Πρέπει να εισέλθωμεν εις την νέαν τάξιν πραγμάτων της Ευρώπης με το μέτωπον υψηλά όχι μόνον διότι επολεμήσαμεν με ηρωισμόν. Αλλά και διότι θα έχωμεν αποδείξη κατά το χρονικόν διάστημα, το οποίον πρόκειται να μεσολαβήση μέχρι της ειρήνης, ότι είμεθα λαός με ζωτικότητα, με θέλησιν και με εξαιρετικήν φιλοπονίαν, στοιχείον πολύτιμον, συνεπώς και παράγων ουχί δευτερευούσης σημασίας διά την στήριξιν και την προοδευτικήν εξέλιξιν της νέας τάξεως πραγμάτων εις την νοτιοανατολικήν Ευρώπην. Πρόκειται να δώσωμεν κατά το διάστημα αυτό ένα είδος εξετάσεων, θα έλεγα. Και εις τα εξετάσεις αυτάς κάθε Έλλην εννοεί, φαντάζομαι, ότι πρέπει να πρωτεύσωμεν.

Είναι ευτύχημα ότι οι Γερμανοί ήλθον εις την χώραν μας όχι ως εχθροί, αλλ’ ως ειλικρινείς φίλοι και ότι ο Φύρερ εξεδήλωσεν επανειλημμένως ήδη την συμπάθειαν και την εκτίμησίν του προς τους Έλληνας κατά τρόπον, ο οποίος δικαιολογεί πολλάς ελπίδας διά το μέλλον μας. Είναι καθήκον μας, νομίζω, να φανώμεν αντάξιοι της στοργής και της γενναιοφροσύνης αυτής. Και είναι συμφέρον μας να την ενισχύσωμεν. Θα την ενισχύσωμεν δε όχι μόνον με την ευγνωμοσύνην μας και την πολιτικήν αφοσίωσίν μας, η οποία θα είναι αμέριστος εφεξής, αλλά κυρίως με την απόδειξιν της εργατικότητός μας και της ικανότητός μας όπως αναλάβωμεν ρόλον προσήκοντα εις την οργάνωσιν και την εξέλιξιν της νέας ευρωπαϊκής οικονομίας…».

Και όταν, λίγες μέρες αργότερα, θα έχει αρχίσει η Μάχη της Κρήτης και η Γερμανία θα διατυπώσει κατηγορίες περί παραβιάσεων της Συνθήκης της Χάγης εκ μέρους Κρητικών πολιτών, ο στρατηγός Τσολάκογλου – δυστυχώς – δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Θα απευθύνει ένα διάγγελμα προς τους Κρητικούς, όπως αναφέρει ο Άλτενμπουργκ σε τηλεγράφημά του προ το Βερολίνο, στις 27 Μαΐου 1941:

«Με την πληροφορία ότι κακοποιήθηκαν Γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου από τον ελληνικό πληθυσμό της Κρήτης, ο πρωθυπουργός απηύθυνε το ακόλουθο διάγγελμα προς τον κρητικό λαό:

“Αγαπητοί Κρήτες,

Επληροφορήθην, ότι η συμπεριφορά σας προς αιχμαλώτους Γερμανούς, δεν είναι η αρμόζουσα προς τα διεθνή νόμιμα και εις τον πολιτισμόν μας.

Οι ανδρείοι πολεμισταί, ως είσθε σεις, συμπεριφέρονται με καλωσύνην και ευγένειαν προς τους αιχμαλώτους, ως όλοι μας συμπεριεφέρθημεν άριστα προς άπαντας τους αιχμαλώτους.

Γνωρίζετε καλώς, ότι αι αιχμάλωτοι τυγχάνουν ασυλίας και ιερού σεβασμού ως εκτελούντες το ύψιστον προς την πατρίδα καθήκον των. Επειδή δε σεις έχετε και το αίσθημα της φιλοξενίας υπεραναπτυγμένον, πρέπει να το επιδείξητε εις τους ανδρείους αντιπάλους, με όλην σας την καρδιά.

Αναλογισθήτε τας βαρείας ευθύνας, που αναλαμβάνετε έναντι της ωραίας Κρήτης, έναντι της ιστορίας και έναντι του πολιτισμού μας.

Συμπεριφερθήτε ευγενώς.

Δεν πρέπει να ξεχωρίσητε σεις, ως μη σεβόμενοι τους αιχμαλώτους.

Στρατηγός Τσολάκογλου

Πρόεδρος Κυβερνήσεως”

Το διάγγελμα, ύστερα από συνεννόηση με τις στρατιωτικές υπηρεσίες, μεταδόθηκε σήμερα από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών. Επί πλέον, έχω την πρόθεση, αν συμφωνεί και η Λουφτβάφε, να ρίξω στην Κρήτη 100.000 φέιγ-βολάν με το κείμενο του διαγγέλματος. Παρακαλώ να έχω τηλεγραφική έγκριση».

Το κείμενο του διαγγέλματος δημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες της 27ης Μαΐου, αλλά δεν θα είναι η μόνη φωνή που από την κατεχόμενη Ελλάδα θα απευθυνθεί προς τους μαχόμενους στην Κρήτη. Πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες, κυρίως καταγόμενοι από τη μεγαλόνησο, θα διαλαλήσουν παρόμοια φωνή. Και αυτές από ιταλοφοβία άραγε;

 

Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Είναι επιτρεπτό ένα ιστορικό ερώτημα: Με την παρουσία και τη δράση του αυτή ο Τσολάκογλου απέτρεψε το ιταλικό προτεκτοράτο; Θα ήταν επιπόλαιο να απαντήσουμε απόλυτα, ναι ή όχι. Οπωσδήποτε δεν απέτρεψε την ιταλική κάθοδο, η οποία άλλωστε ήταν αναμενόμενη από τις αρχές της Κατοχής, αλλά το ιταλικό προτεκτοράτο δεν το είδαμε να δημιουργείται.

Όσο περνούν τα χρόνια και αμβλύνεται η ιστορική μνήμη, στην Ελλάδα όλο και γιγαντώνεται ο «ιταλικός μύθος»[9]. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική αντίσταση στην ιταλική εισβολή, που είναι όντως μια εποποιία με διεθνείς διαστάσεις (εξ ου και κέρδισε τον ανάλογο θαυμασμό), κινδυνεύει να απαξιωθεί ηθικά. Την ίδια χαλάρωση γνωρίζει και η μνήμη της ιταλικής παρουσίας επί Κατοχής, ιδίως μάλιστα στα υπό προσάρτηση εδάφη. Ένας σύγχρονος δήμαρχος της Κέρκυρας (κατά σύμπτωση με ξενικό όνομα) είχε την ιδέα και επιμένει να την υλοποιήσει, να στήσει μνημείο προς τιμήν της …Μεραρχίας Ακουί, οι άνδρες της οποίας αποβιβάσθηκαν αμαχητί στην Κέρκυρα και διασκορπίσθηκαν στα υπόλοιπα έξι νησιά για να εξαφανίσουν την ελληνική σημαία[10] και να επιβάλλουν τον εξελληνισμό στην ατυχή Επτάνησο! Αυτό, αφού έχει προηγηθεί η λήθη των χιλιάδων θυμάτων από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Με την ίδια λογική έχει διεθνώς αγιοποιηθεί ο γαμπρός του Μουσολίνι Γκαλεάτσο Τσιάνο, απλώς επειδή εκτελέστηκε από την κυβέρνηση του πεθερού του, κατηγορούμενος για προδοσία. Αυτή η εισαγόμενη και στην Ελλάδα βελτιωμένη εικόνα του Τσιάνο είναι όμως αδικαίωτη ιστορικά, αφού ο φιλόδοξος γαμπρός και υπουργός του Μουσολίνι ήταν εκείνος που μεθόδευσε την όλη ιταλική επίθεση εις βάρος της Ελλάδος.

Σε ό,τι μας αφορά, τον Απρίλιο του 1941 ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο, του οποίου ο ανθελληνισμός ήταν δεδομένος, είχε δυσαρεστηθεί από τη «λύση Τσολάκογλου». Αν και ο Έλληνας στρατηγός, όσο βρισκόταν στη ζωή, γνώρισε κατηγορίες ότι ήταν προδότης κ.ο.κ., το πιο σαφές εύσημο το έχει πάρει από τον Τσιάνο, ο οποίος στο ημερολόγιό του (29 Απριλίου 1941) έχει γράψει:

«Αυτή η ιστορία του Τσολάκογλου δεν μου αρέσει καθόλου. Ο Ανφούζο πληροφορεί ότι πρόκειται περί σχηματισμού κυβερνήσεως συμφώνως προς όλους τους τύπους. Μολονότι υφίσταται η εδαφική κατοχή εκ μέρους των στρατών του Άξονος, είναι φανερό ότι ο στρατηγός αυτός επιδιώκει να σώσει την εθνική ενότητα της Ελλάδος. Μου φαίνεται ότι το λιγότερο που είναι δυνατόν να γίνει εκ μέρους μας, είναι να απαιτήσουμε από τους Γερμανούς, να επιτρέψουν να εγκαθιδρύσουμε και εμείς πολιτική κυβέρνηση στα εδάφη τα οποία διεκδικούμε. Ειδεμή, φοβάμαι ότι στο τέλος του λογαριασμού το κέρδος που επιφυλάσσεται για εμάς, θα είναι πάλι μέτριο».

Κάπου-κάπως γινόταν ενός αγώνας δρόμου για την «εθνική ενότητα της Ελλάδος». Από τη μια μεριά οι Ιταλοί πάλευαν για να την διασπάσουν, από την άλλη ο κατοχικός πρωθυπουργός νοιαζόταν για να την διασώσει[11].

Υπό το πνεύμα αυτό μπορούν να ερμηνευθούν οι συνεχείς ενοχλήσεις των Ιταλών, ιδίως στην πρώτη περίοδο της Κατοχής, που επιζητούσαν να εκδικηθούν τον ηττημένο αντίπαλό τους με διάφορες φθηνές μεθοδεύσεις. Ακριβώς μ’ αυτό το πνεύμα μπορεί να ερμηνευθεί και η υποστήριξη που παρέσχαν στον Αλκιβιάδη Διαμάντη, στον Νικόλαο Ματούση και τους λοιπούς συνεργάτες τους, για να δημιουργήσουν το ανιστόρητο κουτσοβλαχικό κρατίδιο – όπως θα δούμε αναλυτικότερα σε άλλο σημείο. Ένα κρατίδιο, όμως, που διεκδικούσε κομβικής σημασίας γεωγραφικό χώρο διαχωρίζοντας το ελληνικό κράτος σε νότιο και βόρειο.

Ωστόσο, η Ιταλία δεν θα είναι σε θέση να αποπειραθεί την «εγκαθίδρυση δικής της πολιτικής κυβέρνησης» στα υπό προσάρτηση εδάφη, παρά τον φόβο που έτρεφε ο Τσιάνο ότι τα «κέρδη» του από την ελληνική λεία θα είναι απογοητευτικά. Παρ’ όλα αυτά, όταν από τα τέλη Ιουνίου 1941 θα έχει αποφασιστικό λόγο σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, πλην των περιορισμένων εδαφών που παρέμειναν υπό γερμανική κατοχή και των βουλγαροκρατούμενων, θα αρκεσθεί στο να έχει καθημερινά μπροστά της την υπό τον Τσολάκογλου κυβέρνηση των γερμανοφίλων Ελλήνων, χωρίς να μπορεί να την ανατρέψει, καθώς αφενός δεν υπήρχε δεξαμενή σοβαρών ιταλοφίλων για να στηριχθεί, αφετέρου δε η γερμανική βούληση δεν είχε μεταβληθεί. Η είσοδος ενός- δύο υπουργών ευδιάθετων έναντι της Ιταλίας, όπως ο Γκοτζαμάνης και ο Καραμάνος, δεν ανέτρεπε τη συμπαγή εικόνα του γερμανόφιλου προσανατολισμού της κατοχικής κυβέρνησης.

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ;

 

Στην αρχική σύνθεση της κυβέρνησης Τσολάκογλου δεν περιλαμβάνεται το υπουργείο Εξωτερικών. Δεν ήταν ελληνική επιλογή και το ζήτημα αυτό παρέμεινε για ένα διάστημα σε εκκρεμότητα, μέχρις ότου υπήρξε ιταλική παρέμβαση. Οι Ιταλοί ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι στην ύπαρξη ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών κατά την Κατοχή. Οι μόνοι «σύμμαχοί» τους σ’ αυτό ήταν οι Έλληνες διπλωματικοί που, και όταν ακόμη είχαν παραιτηθεί ομαδικά[12], εκδηλώθηκαν κατά της επανασύστασης του υπουργείου Εξωτερικών[13].

Αντίθετα, ο Άλτενμπουργκ είχε υποστηρίξει την άποψη να υπάρξει υπουργείο Εξωτερικών της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου, άποψη που δεν είχε αποκλεισθεί στο Βερολίνο. Στις 24 Μαΐου 1941 ο Ρίμπεντροπ είχε εγκρίνει να αποδοθεί το κτίριο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών στην ελληνική κυβέρνηση, μόλις θα ολοκλήρωνε την εργασία της η Ειδική Αποστολή Κύνσμπεργκ, που μελετούσε το ιστορικό αρχείο του υπουργείου. Το μέγαρο τελικά στις 19 Ιουνίου θα παραδοθεί στους Έλληνες με πρωτόκολλο, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το κτίριο και η επίπλωση βρίσκονται σε άριστη κατάσταση. Ωστόσο, έχοντας στη διάθεσή της και το κτίριο του υπουργείου Εξωτερικών, όπου κατά τα τελευταία χρόνια είχε το γραφείο του ο πρωθυπουργός και όπου συνεδρίαζε το υπουργικό συμβούλιο, η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει, διότι μετά λίγες ημέρες εισήλθαν επίσημα στην Αθήνα οι ιταλικές κατοχικές δυνάμεις και αυτό έγινε η έδρα του στρατιωτικού διοικητή, του περίφημου στρατηγού Κάρλο Τζελόζο.

Η ιδέα της επαναλειτουργίας του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται, ύστερα από ιταλική άρνηση. Στις 10 Ιουνίου 1941 ο Γερμανός πρεσβευτής Άλτενμπουργκ έστειλε αναφορά του στο Βερολίνο, με το αίτημα να μεταβιβασθεί στις ιταλικές αρχές η ευθύνη της προστασίας του διπλωματικού σώματος στην ελληνική πρωτεύουσα, μόλις θα γινόταν η επίσημη εγκατάσταση ιταλικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Μέχρι τότε την ευθύνη είχε η γερμανική πρεσβεία. Η αίτηση αυτή του Άλτενμπουργκ έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή του γραφείου του υπουργείου Εξωτερικών Ρίμπεντροπ δύο μέρες αργότερα.

Στις 24 Ιουλίου 1941, ο Άλτενμπουργκ ενημέρωσε τους προϊσταμένους του στο Βερολίνο ότι ο Ιταλός πρεσβευτής Γκίτζι ζητούσε την απέλαση όλων των ουδετέρων διπλωματικών αντιπροσωπειών από την Αθήνα. Αυτό είχε βαθύτερη πολιτική σημασία, διότι απέκλειε οριστικά κάθε πιθανή αναβάθμιση του πολιτικού ρόλου της κατοχικής ελληνικής κυβέρνησης. Στο έγγραφό του, ο Άλτενμπουργκ σημείωνε χαρακτηριστικά: «Εμείς, ως γνωστόν, ακολουθήσαμε αντίθετη γραμμή. Θεωρώ απαραίτητο να αποσαφηνισθεί πλήρως το θέμα μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου. Παρακαλώ να με ενημερώσετε τηλεγραφικώς».

Οι διχογνωμίες ανάμεσα στις ιταλικές και γερμανικές πολιτικές αρχές της Αθήνας πλήθαιναν, όπως προκύπτει από άλλο έγγραφο του Άλτενμπουργκ. Στις 26 Ιουλίου ανέφερε στο Βερολίνο:

«Οι Ιταλοί επικαλούνται στις συνομιλίες, που διεξάγονται τις τελευταίες ημέρες, για τη ρύθμιση ζητημάτων του Τύπου, του ραδιοφώνου και των πολιτιστικών σχέσεων, την υποτιθέμενη συμφωνία Γκαίμπελς-Παβολίνι, βάσει της οποίας αναγνωρίζεται αποκλειστική αρμοδιότητα στους Ιταλούς στους τομείς αυτούς.

Όπως είναι αυτονόητο, το απέκρουσα αυτό ευγενικά, αλλά έντονα, και δήλωσα ότι συμφωνία τέτοιου είδους μού είναι άγνωστη και σε μένα χωρίς αξία, διότι ακριβώς σε μένα έχει ανατεθεί ρητώς η προστασία των γερμανικών πολιτιστικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Παρακαλώ θερμά να με ενημερώσετε τηλεγραφικώς για την υποτιθέμενη συμφωνία Γκαίμπελς-Παβολίνι περί Ελλάδος».

Στις επόμενες μέρες πολλαπλασιάστηκαν οι γερμανοϊταλικές τριβές μεταξύ των δύο πρεσβειών της Αθήνας, με τον Άλτενμπουργκ να μην μπορεί να δεχθεί ότι το Βερολίνο άφηνε τους Ιταλούς να πιστεύουν ότι έχουν αδιαμφισβήτητα το πρώτο χέρι για τα ελληνικά πράγματα. Στις 15 Αυγούστου 1941 έστειλε μια νέα αναφορά με παρόμοιο περιεχόμενο (το κείμενο της οποίας δεν διασώθηκε στα γερμανικά αρχεία), που προκάλεσε την οργή του Ρίμπεντροπ, με αποτέλεσμα στις 18 Αυγούστου να του στείλει ένα αυστηρό «απόρρητο και προσωπικό» τηλεγράφημα:

«Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τα συμπεράσματα της αναφοράς σας. Οι οικονομικοπολιτικές απόψεις που εκθέτετε βρίσκονται σε αντίθεση προς τη βασική γραμμή μας, που συνίσταται στο ότι το Α και το Ω της πολιτικής μας στην περιοχή της Μεσογείου, είναι ο σεβασμός των συμμαχικών μας σχέσεων με την Ιταλία. Σας παρακαλώ να έχετε πάντοτε προ οφθαλμών αυτή τη γραμμή κατά τον χειρισμό των προβλημάτων που αναφύονται εκεί. Φυσικά, τα εκεί συμφέροντά μας πρέπει να διαφυλαχθούν και έναντι των ιταλικών αξιώσεων, εφ’ όσον αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο φιλικής ανταλλαγής απόψεων. Ως εκ τούτου αποκλείεται να ακολουθήσουμε πολιτική που θα μας έφερνε αναγκαστικά σε αντίθεση προς τις ιταλικές προσπάθειες στην Ελλάδα».

Την επομένη (19 Αυγούστου) σπεύδει να απαντήσει ο Άλτενμπουργκ, δηλώνοντας απόλυτη προσαρμογή στις εκάστοτε οδηγίες του Βερολίνου:

«Σας γνωρίζω με ευχαριστίες λήψη των κατευθυντηρίων γραμμών ως προς την ακολουθητέα πολιτική έναντι της Ιταλίας στην Ελλάδα. Οι υπηρεσιακές επαφές, όπως και οι προσωπικές σχέσεις με τους Ιταλούς, όπως ανέφερα και στην υπ’ αριθ. 62/41 της 15ης τρ.μ. έκθεσή μου, υπήρξαν μέχρι τώρα πολύ φιλικές. Οι καλές αυτές σχέσεις θα συνεχισθούν εκ μέρους μου και στο μέλλον. Για τις σημειούμενες ιταλικές προσπάθειες προς επικράτηση, όπως και για τις αντιθέσεις συμφερόντων που μπορεί να εκδηλωθούν, θα επιφυλαχθώ, όπως μέχρι τώρα έπραξα, να αναφερθώ σε σας και να ζητήσω οδηγίες, σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα μπορέσω να επιτύχω επί τόπου συμβιβαστικές λύσεις».

Ωστόσο, ο Γερμανός διπλωμάτης είναι ανήσυχος από τις παρατηρήσεις που του έγιναν εκ μέρους του Ρίμπεντροπ. Και στις 20 Αυγούστου στέλνει μια επιστολή προς τον μόνιμο υφυπουργό Εξωτερικών Βαϊτσαίκερ, ζητώντας να πληροφορηθεί το κλίμα που επικρατεί στο Βερολίνο ως προς το πρόσωπό του. Στις 25 Αυγούστου, του απαντά καθησυχαστικά ο Γερμανός υφυπουργός:

«Αγαπητέ Κύριε Άλτενμπουργκ,

Για την επιστολή σας της 20ής τρ. μ., σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Μπορείτε να είσθε πεπεισμένος ότι στο Βερολίνο δεν επικρατεί η εντύπωση ότι θέλατε, από δική σας πρωτοβουλία, να προκαλέσετε προστριβές με τους Ιταλούς. Και αν τυχόν ακόμη αυτό αποτελούσε ενδόμυχη επιθυμία σας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν θα υποκύπτατε σε παρορμήσεις, αλλά θα είχατε ως γνώμονα την πολιτική φρόνηση. Συνεπώς, καμιά στενοχώρια δεν υπάρχει απ’ αυτόν τον λόγο. Άλλωστε εμείς, όπως αντιλαμβάνεσθε, μόνον ευγνωμοσύνη απέναντί σας αισθανόμαστε, διότι με τόση αντικειμενικότητα μας ενημερώσατε. Ως εκ τούτου, μπορείτε να είσθε βέβαιος ότι εδώ δεν ακούστηκε η παραμικρότερη κακή λέξη για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεσθε τα ζητήματα και ούτε θα ακουσθεί.

Με πολλούς χαιρετισμούς εκ μέρους όλων

Βαϊτσαίκερ».

 

ΟΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΕΣ ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ

 

Με την έναρξη της Κατοχής, οι ξένες διαπιστευμένες αρχές στην Αθήνα ακολούθησαν δύο βασικές επιλογές. Ορισμένες πρεσβείες ακολούθησαν την ελληνική κυβέρνηση Τσουδερού κατά τη μετακίνησή της στην Κρήτη, ενώ άλλες παρέμειναν στην ελληνική πρωτεύουσα. Χώρες συνδεόμενες με τον Άξονα ή άλλες ουδέτερες συνέχισαν να εκπροσωπούνται στην Αθήνα, χωρίς να χρειασθεί να γίνει νέα διαπίστευση στη ντε φάκτο κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ορισμένες υποβάθμισαν τον ρόλο τους σε επίπεδο προξενικό, ενώ άλλες για να αποφύγουν εντάσεις με τις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας προτίμησαν να μην κάνουν αλλαγές. Αλλά και από πλευράς των κατακτητών ήταν συγκεχυμένο τι ακριβώς ήθελαν.

Υπηρεσιακό σημείωμα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 16 Μαΐου 1941 αναφέρει σχετικά με προηγούμενη ανακοίνωση του Τούρκου πρεσβευτή ότι καταργείται η τουρκική πρεσβεία Αθηνών:

«Η εδώ τουρκική πρεσβεία με την από 7η τρ. μηνός ρηματική διακοίνωσή της μας ανακοίνωσε ότι η τουρκική κυβέρνηση σκόπευε να καταργήσει την πρεσβεία της στην Αθήνα. Ταυτόχρονα παρακαλούσε όπως δοθούν στο προσωπικό της πρεσβείας Αθηνών οι συνηθισμένες διευκολύνσεις ταξιδίου.

Ο κ. υπουργός Εξωτερικών του Ράιχ είχε διατάξει να παρελκυσθεί η υπόθεση αυτή. Ο πληρεξούσιος του Ράιχ για την Ελλάδα, ο οποίος ενημερώθηκε τηλεγραφικώς, αναφέρει ότι ο Τούρκος πρεσβευτής τού δήλωσε ότι έλαβε διαταγή από την κυβέρνησή του να αναχωρήσει αμέσως, αλλά ότι δεν προβλεπόταν η κατάργηση της πρεσβείας και ότι θα παρέμενε ο γενικός πρόξενος ως επιτετραμμένος. Κατά τη γνώμη του πρεσβευτή Άλτενμπουργκ, ύστερα από τη ρητή εντολή που έλαβε ο [Τούρκος] πρεσβευτής, δεν θα είναι δυνατόν για πολύ να του απαγορευθεί η αναχώρηση. Ο Άλτενμπουργκ παρακαλεί να έχει οδηγίες για τη στάση που θα έπρεπε να τηρήσει, καθώς προβλέπει ότι ασφαλώς ο Τούρκος πρεσβευτής θα επαναλάβει το διάβημά του.

Κατά τη γνώμη του νομικού τμήματος, στον Τούρκο πρεσβευτή που – όπως διευκρίνισε προφορικά στον πρεσβευτή Άλτενμπουργκ – δεν είχε λόγο να επισπεύσει την αναχώρηση, θα ήταν αδύνατο να του δοθεί αρνητική απάντηση σε νέα αίτησή του».

Πλην του ζητήματος της τουρκικής πρεσβείας, υπήρχαν και άλλες πρεσβείες που ήθελαν να τερματίσουν τη λειτουργία τους. Όπως ενημερωνόμαστε από υπηρεσιακό σημείωμα υπογραφόμενο από τον διευθυντή του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών (4 Ιουνίου 1941), η πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης ήθελε να κλείσει πλήρως τα γραφεία της:

«Ο πρέσβης Άλτενμπουργκ ανέφερε τηλεγραφικώς ότι η ρωσική πρεσβεία Αθηνών ζήτησε με ρηματική διακοίνωσή της να τύχει διευκολύνσεων εκ μέρους των γερμανικών αρχών, για τη μεταφορά ολόκληρου του προσωπικού της πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη. Δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί αν η διακοίνωση επιδόθηκε ύστερα από εντολή της ρωσικής κυβέρνησης ή με πρωτοβουλία της πρεσβείας. Ο πρέσβης Άλτενμπουργκ παρακαλεί να έχει τηλεγραφικώς οδηγίες για την απάντηση που θα δώσει. Το αίτημα αυτό της ρωσικής πρεσβείας βρίσκεται εντός του πλαισίου της τάσης, όπως την διαπίστωσε ο πρέσβης Άλτενμπουργκ, του διπλωματικού σώματος στην Αθήνα να εγκαταλείψει την ελληνική πρωτεύουσα. Κατά τη γνώμη του πρέσβη Άλτενμπουργκ, η τάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ότι προσεχώς θα ξεκαθαρισθεί η μελλοντική σύνθεση της ελληνικής κυβέρνησης και θα αναμένεται μία επωφελής συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνητικές υπηρεσίες.

»Η προσπάθεια ώστε οι διπλωματικές αποστολές των ουδετέρων κρατών να υποχρεωθούν να συνεχίσουν να παραμένουν στην Αθήνα, προβάλλοντας δυσκολίες στην αναχώρησή τους, δεν φαίνεται ότι θα έχει επιτυχία, όπως διδαχθήκαμε από το προηγούμενο της Τουρκίας. Κατά τη γνώμη του Τμήματος Πρωτοκόλλου πρέπει συνεπώς να επιτραπεί η αναχώρηση της ρωσικής πρεσβείας από την Αθήνα, χωρίς όμως να της δοθούν ειδικές διευκολύνσεις. Προσθέτω ότι σύμφωνα με πληροφορία του DNB (Γερμανικού Πρακτορείου Ειδήσεων) της 4ης Ιουνίου 1941 η κυβέρνηση των Σοβιέτ δήλωσε στον μέχρι τώρα Έλληνα πρεσβευτή στη Μόσχα, ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν προτίθεται να διατηρήσει διπλωματικές σχέσεις με την πρώην ελληνική κυβέρνηση».

Ούτως ή άλλως η σοβιετική πρεσβεία στην Αθήνα θα έχει κλείσει μετά από μερικές μέρες λόγω της γερμανικής επίθεσης. Τη θέση του θα εγκαταλείψει αμέσως ο πρεσβευτής των ΗΠΑ Λίνκολν ΜακΒή, ενώ η πρεσβεία θα διατηρείται για μερικούς ακόμη μήνες, καθώς θα εξελίσσεται η σταδιακή αποχώρηση των λοιπών Αμερικανών διπλωματών.

Οι Αμερικανοί θέλουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, αλλά η αποχώρησή τους εμποδίζεται έντεχνα από τους Γερμανούς, οι οποίοι άλλωστε ετοιμάζονται για την επίθεσή τους κατά της Κρήτης. Χαρακτηριστικές είναι μερικές καταγραφές ενός Αμερικανού:

«Ο Λέσλι Ρηντ είπε χθες στην συγκέντρωση της επιτροπής εκτάκτου ανάγκης στην πρεσβεία ότι οι Γερμανοί δεν θα επιτρέψουν την αποχώρησή μας για δύο εβδομάδες – όσο τουλάχιστον συνεχίζονται οι επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης – για να αποφύγουν έτσι την διαρροή πληροφοριών. Μου φαίνεται απίστευτο πως μια τόσο ισχυρή πολεμική μηχανή είναι δυνατόν να πάθει ζημιά από κάποια έμμεση πληροφορία που θα μετέφερε η μικρή μας ομάδα των Αμερικανών που απομείναμε. Σίγουρα δεν θα μπορούσε να τους βλάψει όταν θα φτάναμε στην Λισαβώνα.

Ο Λέσλι μάς πληροφόρησε επίσης ότι η ρωσική πρεσβεία είχε αρνηθεί την αίτησή του να μας χορηγήσουν άδειες διέλευσης, όταν και αν καταφέρναμε να φύγουμε προς εκείνη την κατεύθυνση. Του μετέφεραν ότι είχε σταματήσει κάθε ταξιδιωτική κίνηση στην χώρα, ακόμα και των ίδιων των διπλωματών. Αυτό πρέπει να σημαίνει ότι η Ρωσία ετοιμάζεται να αποκρούσει την επίθεση»[14].

«Στην διάρκεια μιας σύσκεψης των Αμερικανών της παροικίας, ο Ραλφ Κεντ έδωσε πλήρη αναφορά αξιολογώντας τα μέλη της, τις οικονομικές τους δυνατότητες για επιστροφή στην πατρίδα κλπ. Ο Λέσλι Ρηντ μάς είπε ότι η γερμανική πρεσβεία επανέλαβε την απροθυμία της να δοθούν άδειες αναχωρήσεως μέχρις ότου περατωθούν οι επιχειρήσεις στην Κρήτη. “Και τι θα συμβεί τότε;” είχε ρωτήσει ο Λέσλι. Σταμάτησε λίγο πριν συνεχίσει, για να απομακρυνθεί τελείως ο βόμβος των αεροπλάνων που περνούσαν πάνω μας, όπως καθόμασταν για φαγητό στον κήπο της κατοικίας του ΜακΒή. Γύρω μας άστραφταν οι πανσέδες σε μια ψεύτικη ειρηνική ατμόσφαιρα. Και ο Ρηντ κατέληξε λέγοντας ότι οι Γερμανοί τού απάντησαν ότι ίσως η επιχείρηση της Κρήτης να οδηγήσει και σε άλλες επιχειρήσεις στην Μεσόγειο με βάση την Ελλάδα. Και ότι έτσι θα παρατείνονταν ίσως οι παρούσες δυσκολίες».

Ο ίδιος Αμερικανός καταχωρεί επίσης στο ημερολόγιό του[15]:

«Ο πρέσβης ΜακΒή ανακλήθηκε για “διαβουλεύσεις” στην πατρίδα. Οι Γερμανοί τού χορήγησαν άδεια εξόδου και φεύγει με την οικογένειά του αεροπορικώς στις 5 Ιουνίου. Θα μεταβούν πρώτα στην Βιέννη, όπου θα μεταφέρουν τις ανησυχίες της απομονωμένης αμερικανικής παροικίας μας στον παλιό μας φίλο Λελάν Μόρρις – επιτετραμμένο στην πρεσβεία του Βερολίνου και παλαιότερα στην Αθήνα – και θα επιστρέψουν στην πατρίδα μέσω Λισαβώνας».

Και ακόμη[16]:

«Η αμερικανική πρεσβεία καταστρέφει βιαστικά σπουδαία έγγραφα και κλείνει άλλα κουτιά για μια αρχική μετακόμιση από το παρόν κτίριο, που δεν είναι ιδιοκτησία του Θείου Σαμ, στα ιδιότητα κτίρια της Αμερικανικής Σχολής. Εν τω μεταξύ, ο Μπάρτον Μπέρρυ κάνει εξαίρετη δουλειά προβαίνοντας σε πληρωμές από τα εναπομείναντα κονδύλια πολεμικής πρόνοιας σε αρκετές εκατοντάδες Ελληνοαμερικανών που εξαρτώνται από εμβάσματα συγγενών τους στην πατρίδα και που τώρα έχουν αποκοπεί. Τα χρήματα που έχει στην διάθεσή του δεν του φτάνουν, και αντιμετωπίζει δυσκολίες προσπαθώντας να τηρήσει την τάξη στις μακριές ουρές που σχηματίζονται στον δρόμο και που προκαλούν δυσφορία στα γερμανικά γραφεία προπαγάνδας εκεί δίπλα.

Ο Λέσλι Ρηντ έστειλε στην ιταλική πρεσβεία τα 27 πρώτα αμερικανικά ονόματα από τους 110 συμπατριώτες μας που βρίσκονται σε αναμονή, αλλά δεν περιμένει ευνοϊκή απάντηση από την Ρώμη».

Τα διπλωματικά μέλη της αμερικανικής πρεσβείας Αθηνών αποχωρούν σταδιακά, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει συμφωνία με την Ιταλία. Οι κατακτητές όμως έχουν να αντιμετωπίσουν νέο ζήτημα.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 ο Άλτενμπουργκ στέλνει τηλεγράφημα στο Βερολίνο, αναφορικά με την αποχώρηση του Γάλλου επιτετραμμένου από την Αθήνα. Σημειώνει ότι βάσει των γενικών οδηγιών που του έχουν δοθεί, συναίνεσε στην αξίωση των Ιταλών να απομακρυνθεί ο Γάλλος διπλωμάτης, η οποία στηριζόταν στο επιχείρημα ότι αφού στη Ρώμη δεν υπήρχε γαλλική διπλωματική αντιπροσωπεία δεν μπορούσε να υπάρχει στην Αθήνα. Θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι η Ιταλία συνέχιζε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Γαλλία (του Πεταίν), ενώ το ίδιο δεν συνέβαινε με την Ελλάδα. Η απορία του Άλτενμπουργκ, για την οποία ήθελε διευκρινίσεις, ήταν αν η ίδια άποψη ίσχυε και για το Βερολίνο, με το οποίο το καθεστώς Βισύ συνέχιζε να έχει διπλωματικές σχέσεις. Αλλά η κυρίαρχη άποψη που επικρατούσε στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ήταν να μην διαταράσσονται πρωτευόντως οι ιταλογερμανικές σχέσεις, δηλαδή να μην θίγεται η ιταλική πλευρά.

Ο Κουρτ-Φριτς φον Γκραίβενιτς τηλεγραφεί προς το Βερολίνο, στις 3 Ιουλίου 1941:

«Συζήτησα και πάλι την υπόθεση της αμερικανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας με τον Ιταλό συνάδελφό μου, ο οποίος μου ανακοίνωσε ότι η αναχώρησή της έχει ήδη αρχίσει και ότι το θέμα είναι πρακτικά λυμένο.

Η παραμονή της αμερικανικής πρεσβείας, υπό τον όρο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της τηλεγραφικής διαταγής σας, δεν είναι δυνατή, διότι η αμερικανική πρεσβεία – όπως είναι γνωστό εδώ – δεν θέλει να συνεργασθεί με τη νέα ελληνική κυβέρνηση, ενώ εξάλλου, όπως μου είπε ο Ιταλός συνάδελφός μου, η ιταλική κυβέρνηση δεν αποβλέπει σε μια τέτοια απευθείας επαφή. Με την προβλεπόμενη απαγόρευση, από την 15η Ιουλίου, της άμεσης επαφής του προξενικού τμήματος της αμερικανικής πρεσβείας με τις εδώ τοπικές αρχές, καμιά πρακτική δυνατότητα εργασίας στην Αθήνα θα υπήρχε για τους Αμερικανούς. Και γι’ αυτόν επίσης τον λόγο, ο Ιταλός συνάδελφός μου θα προτιμούσε την άμεση εκκαθάριση της υπόθεσης με την αναχώρηση ολόκληρου του προσωπικού της αμερικανικής πρεσβείας».

Στις 8 Ιουλίου, το Βερολίνο απαντά στον Γκραίβενιτς με τηλεγράφημα που υπογράφει ο Βέρμαν:

«Ο πρεσβευτής Κοσμέλι μου είπε σήμερα ότι η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα θα αναχωρήσει. Η αμερικανική πρεσβεία Ρώμης εξέφρασε την επιθυμία, αντίθετα προς την ιταλική πρόταση, η αναχώρηση να πραγματοποιηθεί όχι μέσω Ιταλίας, αλλά μέσω Κωνσταντινούπολης. Ερώτησα αν εμείς έχουμε αντίθετη γνώμη σ’ αυτό, και απάντησα αρνητικά».

Μέσα στην ένταση αυτών των ημερών, υπάρχει και μια νότα διαφορετική, που επιβεβαιώνει τον αδιάψευστο κανόνα ότι πέρα από την κυνικότητα της πολιτικής υπάρχει και ο ανθρώπινος παράγων. Το ειδύλλιο μιας νεαρής Ελληνίδας μ’ έναν Αμερικανό δημοσιογράφο θριαμβεύει[17]:

«Ο Σάυρους Σούλτζμπεργκερ μάς διασκέδασε την νύχτα με την τακτική του ραδιοφωνική εκπομπή απ’ την Άγκυρα λέγοντας: “Μ όπως λέμε Μαρίνα”, όποτε το γράμμα αυτό παρουσιαζόταν στα ονόματα που μετέδιδε συλλαβιστά στην Νέα Υόρκη. Η ίδια η Μαρίνα το έσκασε απ’ την Ελλάδα πριν λίγες μέρες για να τον βρει στην Τουρκία, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει ακόμα. Η ριψοκίνδυνη αυτή νεαρή κοπέλα κέρδισε από τους Γερμανούς την άδεια εξόδου της με τον πιο θαρραλέο τρόπο. Ενώ ο βαρόνος Σρέντερ απέρριπτε τις αιτήσεις όλων μας, αυτή τον μπέρδεψε κατορθώνοντας να τον ξεμοναχιάσει κάποιο πρωί. Όταν την ρώτησε με αυταρχικό ύφος γιατί χρειαζόταν την άδεια εξόδου, του απάντησε απλά: “Είμαι ερωτευμένη μ’ έναν νεαρό Αμερικανό που βρίσκεται στην Τουρκία, και θέλω να πάω να τον παντρευτώ”. Ο γερο-βαρόνος ύψωσε τα χέρια του σε μια χειρονομία έκπληξης και της έδωσε την άδεια παρατηρώντας: “Ο έρωτας είναι υπέροχο πράγμα!”».

Σημαντικότερες θα είναι οι περιπέτειες της νεαρής Ελληνίδας κατά τα Δεκεμβριανά.

 

 

 

6. Υπηρεσιακή ή προσωποπαγής δικτατορική κυβέρνηση;

 

Την πρώτη Κυριακή αφότου οι Γερμανοί είχαν εισέλθει στην Αθήνα, έγινε μια ασυνήθιστη συγκέντρωση στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Μια συγκέντρωση που θα μπορούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση Τσολάκογλου ή να προκαλέσει καθοριστικές μεταβολές στη χώρα. Έτσι λοιπόν, μια μικρή είδηση, που δημοσιεύθηκε στο «Ελεύθερον Βήμα», μας εισαγάγει στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε μια ορισμένη ολιγάριθμη ομάδα πολιτών:

«Οι συλληφθέντες και οπωσδήποτε δεινοπαθήσαντες υπό του πρώην καθεστώτος ως γερμανόφιλοι, καλούνται την προσεχή Κυριακήν 4ην τρέχοντος και ώραν 10 π.μ. εις την αίθουσαν του φιλολογικού συλλόγου “Παρνασσός” (πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση) προκειμένου να συζητηθούν επειγούσης φύσεως ζητήματα»[18].

Είναι προφανές ότι η μικρή αυτή είδηση διέφυγε από τους λογοκριτές, γι’ αυτό και δεν βρίσκεται καμιά δημόσια συνέχεια στο θέμα αυτό. Έγινε ή δεν έγινε τελικά αυτή η συγκέντρωση; Ποιοι και πόσοι πήραν μέρος σ’ αυτήν; Τι ελέχθη και τι ακολούθησε;

Εντοπίσαμε έναν επιζώντα, ίσως τον μοναδικό, από εκείνους που πριν από 67 και πλέον χρόνια είχαν συγκεντρωθεί στον «Παρνασσό». Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε μεγάλη ηλικία και επιμένει να διατηρήσει την ανωνυμία του, αρκετά πράγματα μπορεί να θυμηθεί από τη συνεύρεσή του εκείνη με τους ομοϊδεάτες του. Εξακολουθεί να κάνει χρήση του όρου «γερμανόφιλος» με σοβαρότητα, να τον θεωρεί ως συνώνυμο με τον πατριωτισμό «κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο» και δίνει εξήγηση πώς προέκυψε αυτός ο συνδικαλισμός των ομοϊδεατών του, που τελικά πήρε μορφή με την ίδρυση της γνωστής οργάνωσης ΕΣΠΟ.

Επρόκειτο για πρόσωπα που δεν δίσταζαν να εκδηλώνουν ανοιχτά τον φιλογερμανισμό τους, ακόμη και μετά την 28η Οκτωβρίου 1940, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνονται από τις υπεύθυνες αρχές ασφαλείας, να περιορίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή να κρατούνται προσωρινά σε αστυνομικά τμήματα, σε άλλες περιπτώσεις δε να εκτοπίζονται και σε ελαφρύτερες να απομονώνονται με πλέγμα καχυποψίας. Θεωρώντας πως άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο είχαν διωχθεί παράνομα, είχαν επιδιώξει να αποζημιωθούν για τις διώξεις που υπέστησαν. Υπήρχε όμως και ιδεολογικό υπόβαθρο στην κίνηση αυτή, διότι στο σύνολό τους οι γερμανόφιλοι ήταν οπαδοί του εθνικοσοσιαλισμού, παρά το γεγονός ότι διαπιστώθηκε σ’ εκείνη τη συγκέντρωση η ύπαρξη πολλών μερικοτέρων τάσεων.

Θέλησαν να πολιτικοποιήσουν εκείνη την κίνησή τους, διαγράφοντας τις όποιες διαφορές είχαν μέχρι τότε μεταξύ τους, προκειμένου ενωμένοι να επιζητήσουν τη συμμετοχή τους στην (κατοχική) κυβέρνηση ως πολιτικά μέλη, δηλαδή ως σταθεροί γερμανόφιλοι και όχι ως συγκυριακοί και καιροσκόποι, όπως οι ίδιοι θεωρούσαν τους στρατηγούς του Τσολάκογλου. Ο καθένας απ’ αυτούς είχε μια προσωπική προϊστορία κατά τα τελευταία χρόνια, ενώ μερικοί είχαν υπάρξει στελέχη των φιλοφασιστικών κινήσεων της περασμένης δεκαετίας.

Εν τούτοις ο σημερινός πληροφοριοδότης μας, ηλικίας τότε 24 ετών, ο οποίος είχε έλθει από τη Γερμανία όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, διακόπτοντας τις μεταπτυχιακές σπουδές του, προκειμένου να στρατευθεί, δεν είχε καμιά πολιτική προϋπηρεσία. Αν και στρατεύθηκε, δεν στάλθηκε σε μάχιμη μονάδα και του ανατέθηκαν καθήκοντα ήσσονος σημασίας, παρά την προθυμία του. Η εικασία ότι θα μπορούσε να είναι γερμανόφιλος λόγω των σπουδών του δεν ήταν εκείνη που λίγο πριν ξεσπάσει ο ελληνογερμανικός πόλεμος υπήρξε η αιτία για να απομονωθεί και να του απαγορεύεται η έξοδος από το στρατόπεδο στο οποίο είχε τοποθετηθεί. Είχε όμως εμπιστευθεί τον θαυμασμό του για τον Χίτλερ σε συναδέλφους του, γεγονός που τον κατέστησε ύποπτο.

Πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, η συγκέντρωση των «οπωσδήποτε δεινοπαθησάντων υπό του πρώην καθεστώτος» υπήρξε η αφορμή για να γνωρίσει άλλα πρόσωπα, με τα οποία από κοινού πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να σώσουν την Ελλάδα. Προβάλλοντας τη γερμανοφιλία τους και διεκδικώντας πολιτικά αξιώματα, νόμισαν ότι θα εμπόδιζαν τη «φασιστικοποίηση» της Ελλάδος με την πρόταξη των ούτως ή άλλως ριζοσπαστικότερων εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών, τονίζοντας έναντι των Γερμανών την ειλικρινή τοποθέτησή τους στο πλαίσιο της νέας τάξης πραγμάτων. Αυτό ήταν το βασικό πρίσμα, με το οποίο ερμήνευαν την κίνησή τους ως πατριωτική και όχι προδοτική. Πίστευαν ότι είχαν τα αυθεντικά εχέγγυα για να μεταλαμπαδεύσουν στην Ελλάδα το πνεύμα του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού, σε αντίθεση με την πρώτη κατοχική κυβέρνηση, που την έβλεπαν αρνητικά και ίσως απαξιωτικά.

Αλλά η κίνηση εκείνη των γερμανοφίλων των πρώτων κατοχικών ημερών, που θέλησαν να συνδικαλισθούν για να ικανοποιήσουν αξιώσεις και φιλοδοξίες, θα αναλυθεί σε άλλο σημείο όταν θα γίνει λόγος για το τι αντιπροσώπευε και τι επεδίωξε η ΕΣΠΟ με την ίδρυσή της. Εδώ, επισημαίνεται η ανταγωνιστική τους διάθεση έναντι της κυβέρνησης του Τσολάκογλου, ο οποίος δεν θέλησε να τους χρησιμοποιήσει ή σε χαμηλότερο τόνο να συνεργασθεί μαζί τους. Την ίδια αντίληψη, για άλλους λόγους, είχε και η γερμανική πρεσβεία, ιδιαίτερα ο Άλτενμπουργκ, που επίμονα προσπάθησε να προσδώσει στην κυβέρνηση Τσολάκογλου σοβαρότητα και κύρος, πεισματικά απομακρύνοντας και υπονομεύοντας όσους γερμανόφιλους πλησίαζαν την πρεσβεία.

Η γραμμή, την οποία ο διπλωμάτης εκείνος με κόπο εξασφάλιζε από τους ανώτερους Γερμανούς στρατιωτικούς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο από τους προϊσταμένους του στο Βερολίνο, ήταν να χαρακτηρισθεί η κυβέρνηση Τσολάκογλου ως υπηρεσιακή εθνικής ανάγκης. Ακόμη, για τους Γερμανούς, η κυβέρνηση θα είχε αξία να υπάρχει αν εξασφάλιζε πραγματικό κύρος, γεγονός που αρχικά φάνηκε να εξασφαλίζει. Υπό την έννοια αυτή, την απέτρεπαν να παίρνει πρωτοβουλίες που θα την κομματικοποιούσαν και θα περιόριζαν το πιθανό εύρος της απήχησής της.

 

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑΝ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

Το δέλεαρ της πρωθυπουργίας, έστω και υπό Κατοχή, είχε συγκινήσει αρκετούς, είτε ως καλοπροαίρετη διάθεση προσφοράς υπηρεσιών, είτε ως μια κατάλληλη ευκαιρία για την άνοδο στο ύπατο πολιτικό αξίωμα – έστω και υπό ξενική κατοχή. Προσωπικότητες του μεγέθους του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, του στρατηγού Θ. Πάγκαλου ή του Ιω. Σοφιανόπουλου είχαν αυτοβούλως ενδιαφερθεί για την ανάληψη πρωθυπουργικών καθηκόντων επί Κατοχής, στη μία ή στην άλλη περίπτωση.

Αντίστοιχα – και οπωσδήποτε συχνότερα – έχει καταγραφεί η επιθυμία κάποιων άλλων να αρκεσθούν στο υπουργικό αξίωμα επί Κατοχής. Τουλάχιστον δύο στρατηγοί, ο Β. Βραχνός και ο Π. Δέδες, αν και ήθελαν να αναλάβουν, δεν τους δέχθηκε ο Τσολάκογλου. Προφανώς για λόγους προσωπικούς, που δεν είναι γνωστοί. Για τον Βραχνό (μεταπολεμικά, το 1954, υφυπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπάγου), ο Τσολάκογλου ισχυρίζεται ότι τον απέρριψε επειδή διαπίστωσε «ότι ήτο αδιάλλακτος εναντίον τέως υπουργών και άλλων πολιτικών προσώπων». Για τον Δέδε, υπήρχε η σύσταση από τον Κ. Λογοθετόπουλο και τη γερμανική πρεσβεία να αναλάβει κάποιο υπουργείο ή να γίνει δήμαρχος Αθηναίων, αλλά ο Τσολάκογλου δεν τον δέχθηκε. Παρά την επίμονη σύσταση της γερμανικής πρεσβείας, δεν δέχθηκε για υπουργό ούτε τον Κωνσταντίνο Γούλα, αρχηγό των ΕΕΕ.

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε σ’ εκείνους που έγιναν υπουργοί ή εν πάση περιπτώσει σ’ εκείνους, των οποίων η υπουργοποίηση αντιμετωπίσθηκε σοβαρά. Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά και σ’ εκείνους που δεν κατάφεραν να γίνουν υπουργοί, παρά το ενδιαφέρον που έτρεφαν, ίσως και για την πρωθυπουργία, στις περιστάσεις εκείνες:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ. Το όνομα του άλλοτε εκδότη της «Εσπερινής» και αρχηγού μιας από τις σημαντικότερες φασιστικές οργανώσεις της μεσοπολεμικής Ελλάδος συζητήθηκε εντονότερα κατά τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Ο Γιάνναρος ενδιαφερόταν για να σχηματίσει δική του «εθνικοσοσιαλιστική» κυβέρνηση, όπως και ο Γ. Μερκούρης για τον εαυτό του. Τελικά, από το Βερολίνο δόθηκε εντολή να αγνοηθούν αυτές οι υποψηφιότητες, οι οποίες δεν αντιπροσώπευαν λαϊκό έρεισμα.

Αρχικά, μόλις άρχισε η Κατοχή, ο Γιάνναρος είχε έλθει σε επαφή με τον τότε πρεσβευτή της Ρουμανίας Γκάνε, «εξουσιοδοτημένον προς τούτο» από τους Γερμανούς, με τον οποίο συζήτησε την υποψηφιότητά του. Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιήσει ως υπουργούς τους: αντιστράτηγο Ιω. Παπαφλέσσα, αντιναύαρχο Φρ. Πορτάρο, αρχίατρο Π.Ν. Κ. Ρόκο, συνταγματάρχη Περ. Κάβδα, υποστράτηγο Μ. Πάσσαρη, Σπ. Μπότσαρη, Δημ. Πετρακάκο, Δ. Θεοφιλάτο, Γ. Παμπούκα, Ν. Καλύβα, Γ. Στράτο κ.ά[19].

Περί των συζητήσεων του Γιάνναρου με τον Ρουμάνο πρεσβευτή, του οποίου η διαπραγματευτική ιδιότητα δεν πρέπει να είχε ιδιαίτερη αξία, όπως είναι ευνόητο, έχουν γραφεί από τον Πέτρο Στεριώτη[20] τα εξής:

«Ο Γκάνε είπεν ότι ελπίζει τα πρόσωπα [που προαναφέρθηκαν] να είναι αρεστά εις τας εν Αθήναις Γερμανικάς αρχάς και ότι ο σχηματισμός της Κυβερνήσεως είναι ζήτημα ελαχίστου χρόνου. Ο κ. Γιάνναρος εζήτησε ωρισμένας εγγυήσεις πριν ή αναλάβη τας ευθύνας της εξουσίας. Και πρώτον εζήτησε να του διευκρινισθή εάν ο Γερμανικός στρατός ήλθεν εις τας Αθήνας ως φίλος ή κατακτητής. Και εάν μεν ήλθεν ως φίλος πρέπει αφ’ ενός να μην ζητήση την καταβολήν εκ μέρους της κατεστραμμένης Ελλάδος των εξόδων κατοχής, και αφ’ ετέρου να εξασφαλίση τα σύνορα της Ελλάδος και να απαγορεύση την είσοδον των εκ μέρους των Ελλήνων ηττηθέντων Ιταλών. Εάν δε η Γερμανία είχεν ανάγκην διά την συντήρησιν του στρατού κατοχής ωρισμένων πραγμάτων, ταύτα θα έπρεπε να ληφθώσιν επ’ ανταλλαγή με είδη πρώτης ανάγκης. Εάν όμως ο Γερμανικός στρατός ήρχετο ως κατακτητής, τότε οι Έλληνες θα αντέδρων δι’ όλων των των δυνάμεων, καταφεύγοντες εκεί που και άλλοτε, εις παρομοίαν περίπτωσιν, κατέφυγον, δηλ. εις τα όρη.

Ο Γκάνε ετόνισεν ότι η χειρονομία του Χίτλερ διά την απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων καθώς και το διάγγελμα το οποίον απηύθυνε μετά την κατάληψιν της Ελλάδος, όπως και το διάγγελμα του Λιστ, παρέχουν την εγγύησιν ότι οι Γερμανοί ήλθον ως φίλοι. Προκειμένου όμως περί των συνόρων της Ελλάδος, είπεν ο Γκάνε, πρέπει να λεχθή ότι η διέξοδος των Βουλγάρων προς το Αιγαίον είναι ζήτημα το οποίον το ταχύτερον θα ετίθετο επί τάπητος.

Εις το τελευταίον αυτό ζήτημα ο κ. Γιάνναρος απήντησεν ότι τόσον αυτός όσον και οι συνεργάτες του, θεωρούν μίαν τοιαύτην χειρονομίαν των Γερμανών ως θανάσιμον πολιτικόν πλήγμα διά την Γερμανίαν…».

Αναφέρεται ότι οι όροι του Γιάνναρου θεωρήθηκαν απαράδεκτοι από τους Γερμανούς, αν και ακολούθησε νέα συνάντηση Γιάνναρου και Γκάνε, παρόντος και ενός μη κατονομαζόμενου εκπροσώπου του γερμανικού υπουργείου Προπαγάνδας (που δεν αποκλείεται παρά να ήταν ένας απλός Γερμανός δημοσιογράφος, που στάλθηκε για να διαπιστώσει τι επιτέλους αντιπροσώπευε το κόμμα του Γιάνναρου). Η απόρριψη του Γιάνναρου έγινε, όπως αναφέρεται στα γερμανικά αρχεία, επειδή ήταν επιχειρηματίας και όχι πολιτικός, αν και πιστευόταν ότι στο παρελθόν είχε φθάσει η οργάνωσή του να έχει 100.000 μέλη. Στη συνέχεια, όμως, το όνομα του Αλ. Γιάνναρου αναφέρθηκε σε διάφορες φάσεις για την ανάληψη υπουργείου σε κατοχική κυβέρνηση. Οπωσδήποτε, γύρω από το πρόσωπό του είχαν συγκεντρωθεί στις πρώτες μέρες της Κατοχής διάφοροι φιλόδοξοι και καιροσκόποι, που ήθελαν να καταλάβουν κυβερνητικές θέσεις, ανάμεσα στους οποίους και ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Μιχάλης Τυρίμος.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Το όνομα του ιδρυτή του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος (1933) συζητήθηκε πολλές φορές επί Κατοχής για υπουργοποίηση (είχε διατελέσει υπουργός Επισιτισμού το 1922 μέχρι τις παραμονές της μικρασιατικής καταστροφής, καθώς και Εθνικής Οικονομίας το 1926 στην οικουμενική κυβέρνηση Αλεξ. Ζαΐμη), ακόμη και για τη θέση πρωθυπουργού το 1943, υποστηριζόμενος από την ιταλική πρεσβεία. Στις αρχές της Κατοχής ανασύστησε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος, που είχε ιδρύσει το 1933, και κατέβαλε προσπάθειες για να γίνει πρωθυπουργός, υπολογίζοντας ότι θα διαδεχθεί τον Τσολάκογλου, συγκεντρώνοντας γύρω του πολλές προσωπικότητες διαθέσιμες να αναλάβουν υπουργεία. Τελικά, τον Ιανουάριο 1943 έγινε απλώς διοικητής της Εθνικής Τράπεζας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΔΑΚΗΣ. Επρόκειτο για αξιωματικό σε π.δ., ο οποίος ήταν πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Παλαιών Πολεμιστών. Εθεωρείτο μάλλον ιταλόφιλος, παρά γερμανόφιλος, και επιζήτησε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με τη θερμή σύσταση της ιταλικής πρεσβείας, να γίνει υπουργός Εργασίας. Για να το επιτύχει αρθρογραφούσε συχνά επί εργατικών και παλαιοπολεμικών θεμάτων, κυρίως στην εφημερίδα «Ακρόπολις», με τον διευθυντή της οποίας Θεόφ. Βουτσινά είχε στενό προσωπικό σύνδεσμο, καθώς και στο «Κουαδρίβιο». Γύρω του είχε δημιουργήσει έναν κύκλο συνδικαλιστών (Ν. Καλύβας, Ε. Ευαγγέλου, Κ. Σπέρας), δημοσιογράφων (Θ. Μεταξάς, Σ. Κωνσταντόπουλος, Π. Δημητρακαρέας)[21] κ.ά. Ο Κονδάκης, που στις πρώτες μέρες της Κατοχής είχε εμφανισθεί με το Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα του Γιάνναρου, δεν θα κατορθώσει να πάρει το υπουργικό χαρτοφυλάκιο, που τόσο επίμονα είχε επιδιώξει. Μεταπολεμικά, υπόδικος ων ως δοσίλογος, θα βρει τραγικό θάνατο την παραμονή της δίκης του, πιθανόν δολοφονημένος στις φυλακές – μια υπόθεση που τότε προκάλεσε πολλά ερωτηματικά.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ο νεαρός γιατρός που υπήρξε υπαρχηγός του Γιάνναρου και είχε ιδρύσει την εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση «Τρίαινα» στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1930 (θα διατελέσει βουλευτής και υπουργός πριν από τη δικτατορία του 1967, καθώς και αντιπρόεδρος της Βουλής) είχε προταθεί να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, με υπόδειξη του καθηγητή Κων. Μέρμηγκα, ο οποίος για μικρό διάστημα έγινε δήμαρχος Αθηναίων, και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου[22].

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΕΛΙΒΑΝΗΣ. Ο γνωστός οικονομολόγος, που σε νεαρή ηλικία επί Μεταξά είχε γίνει γενικός γραμματέας του υπουργείου Προνοίας (μετέπειτα καθηγητής του Α.Π.Θ.), είχε βολιδοσκοπηθεί για να γίνει υπουργός Οικονομικών στην κατοχική κυβέρνηση Μερκούρη, αλλά τελικά θα αναλάβει τη διεύθυνση της Γερμανοελληνικής Οικονομικής Εταιρίας.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΪΚΟΣ. Επρόκειτο περί του αρχηγού της «Εθνικοσοσιαλιστικής Φρουράς Ελλάδος», μιας οργάνωσης που αναφάνηκε στις αρχές της Κατοχής και έκανε μια πρώτη εμφάνιση στα ψιλά των εφημερίδων όταν δημοσιοποιήθηκε η κλοπή της γερμανικής σημαίας από τους Γλέζο και Σάντα, προκηρύσσοντας αμοιβή για την ανακάλυψη και τη σύλληψή τους. Στις αρχές Ιουλίου 1941, αφού έχει αρχίσει ο γερμανοσοβιετικός πόλεμος, θεωρώντας ότι η οργάνωσή του έχει βαρύνουσα γνώμη στέλνει έγγραφο προς τον στρατηγό Τσολάκογλου με το οποίο ζητάει ανασχηματισμό της κατοχικής κυβέρνησης ώστε να κληθούν να συμμετάσχουν οι ακόλουθοι «ιδεολόγοι και ικανοί άνδρες οίτινες πιστεύουν μετ’ αυταπαρνήσεως εις τα υψηλά Πεπρωμένα του Μείζονος Ράιχ». Το έγγραφο απευθύνεται στον «Κύριον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως», χωρίς να αναφέρεται ονομαστικά, είναι δε αξιοσημείωτο ότι ζητείται από τον ίδιο η …άμεση αντικατάστασή του από τον Θ. Τουρκοβασίλη. Κατά τη γνώμη του αρχηγού της οργάνωσης, η νέα κυβέρνηση «επί σκοπώ όπως αναγεννηθή η Πατρίς» θα πρέπει να απαρτισθεί από τους κάτωθι[23]:

«1) Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (πρώην Υπουργός). Είνε ο εξέχων πολιτικός ανήρ της εποχής μας, δυνάμενος να δράση ως άμεσος αντικαταστάτης Υμών. 2) Αθανάσιος Σκλαβούνος διά το Υπουργείον Γεωργίας. 3) Ιωάννης Πασσαδάκης διά το Υπουργείον Εμπορικής Ναυτιλίας. 4) Ανδρέας Κονδάκης (Αξιωματικός) διά το Υπουργείον Εργασίας. 5) Νικόλαος Αναστασόπουλος (Δημοσιογράφος) διά το Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας. 6) Γεώργιος Κυριακού (Δικηγόρος) διά το Υπουργείον Δικαιοσύνης. 7) Δημοσθένης Παλμιώτης (Δικηγόρος) διά το Υπουργείον Οικονομικών. 8) Νικόλαος Ζωγράφος (Δικηγόρος) διά το Υπουργείον Επισιτισμού. 9) Νικόλαος Πάικος (Δημοσιολόγος) διά το Υπουργείον Δημοσίας Ασφαλείας».

Η οργάνωση δεν είχε καμιά αξιόλογη δραστηριότητα επί Κατοχής, προφανώς λόγω λειψανδρείας, ενώ τα ίχνη του Πάικου χάνονται στα Δεκεμβριανά, όταν το νεοκλασικό σπίτι του στη γωνία Πατησίων-Ιθάκης ανατινάχτηκε από τον ΕΛΑΣ.

Τέλος, ανάμεσα σ’ εκείνους που δεν έγιναν υπουργοί θα έπρεπε να περιληφθεί και ο δικηγόρος Νικόλαος Θεολόγος που, εκπροσωπώντας τα διάφορα προσφυγικά σωματεία, πρότεινε στον Τσολάκογλου να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Φυσικά, η περίπτωσή του είναι εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες[24].

 

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

 

Η κυβέρνηση Τσολάκογλου αγνόησε συστηματικά και μέχρι παρεξηγήσεως (έναντι ορισμένων παραγόντων των κατοχικών αρχών) τη συνεργασία με τις διάφορες πολιτικές ομάδες γερμανοφίλων, καθώς ομάδες ιταλοφίλων δεν είχαν παρουσιαστεί. Στερούμενη λαϊκού ερείσματος, αφού είχε απροσδόκητα αναφανεί σε τραγικές ώρες, στόχευσε αρχικά στην ανοχή της κοινής γνώμης. Άντλησε τη δύναμή της αποκλειστικά από τη συγκατάθεση των Γερμανών, οι οποίοι στο θέμα αυτό ενήργησαν πρωτοβούλως σε σχέση με τους Ιταλούς συμμάχους τους, όχι όμως χωρίς τη συναίνεσή τους. Έχουμε ήδη κάνει λόγο για την ύπαρξη απορρήτου πρωτοκόλλου που υπέγραψαν οι πρώτοι κατοχικοί υπουργοί ως εντολοδόχοι των κατακτητών, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν έχει ανευρεθεί μέχρι σήμερα.

Δεν ήταν όμως αυτή η νομική υπόστασή της. Προσχηματικά εμφανιζόταν ως πλήρως κυρίαρχη, σύμφωνα με το πρώτο νομοθετικό διάταγμά της, που καθόριζε την ύπαρξή της, με την επισήμανση ότι αντλούσε την ισχύ της από τον ελληνικό λαό και ειδικότερα από τη «θέληση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας». Επρόκειτο για κυβέρνηση επαναστατική, την οποία εμφανιζόταν να έχει εγκαταστήσει ο ελληνικός στρατός και όχι ο στρατός του κατακτητή, ενώ επιφυλασσόταν να παρουσιάσει μελλοντικά τη μορφή του πολιτεύματος και ανάλογο καταστατικό χάρτη. Σύμφωνα με το πρώτο διάταγμα εκείνο, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:

«Η Κυβέρνησις ως κυρίαρχος, αντλούσα την δύναμιν αυτής εκ του ελληνικού λαού και της θελήσεως των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, αποφασίζει:

Άρθρον 1ον. Παρέχει εις εαυτήν το δικαίωμα της εκδόσεως διαταγμάτων, συντακτικού και νομοθετικού χαρακτήρος και περιεχομένου.

Άρθρον 2ον. Η μορφή του πολιτεύματος κανονισθήσεται διά προσεχώς εκδοθησομένου, μετά γνώμην ειδικής επιτροπής, καταστατικού χάρτου της Πολιτείας.

Άρθρον 3ον. Εξουσιοδοτεί όπως έκαστος των υπουργών ασκήση απάσας τας αρμοδιότητας συμβατικού ή διοικητικού περιεχομένου βάσει των κειμένων νόμων και του παρόντος.

Άρθρον 4ον. Εξουσιοδοτεί όπως έκαστος των υπουργών εκδώση κανονιστικά διατάγματα, καταργουμένης πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως.

Άρθρον 5ον. Εξουσιοδοτεί όπως έκαστος των υπουργών εκδίδη διατάγματα [περί διορισμών, μεταθέσεων, τοποθετήσεων, απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων κ.ο.κ. …] άνευ τηρήσεως των κειμένων διατάξεων του Συντάγματος και των Νόμων. Η αυτή διάταξις ισχύει και διά τους εκπαιδευτικούς και εκκλησιαστικούς λειτουργούς πάσης ιεραρχίας και κατηγορίας. Η ανωτέρω διάταξις ισχύει επί εξάμηνον.

Άρθρον 6ον. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος αι δικαστικαί αποφάσεις και άλλα εκτελεστά έγγραφα εκτελούνται εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους. Τα μέχρι τούδε εν ονόματι του Βασιλέως εκδοθέντα απόγραφα εκτελεστών εγγράφων είναι ισχυρά.

Άρθρον 7ον. Ο όρκος, τον οποίον υποχρεούνται κατά τας κειμένας διατάξεις να ομνύουν εφεξής οι αναλαμβάνοντες οιαδήποτε αξιώματα ή καθήκοντα δημοσίου δικαίου έχει ως εξής: “Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού και της Πατρίδος να εκτελώ τα καθήκοντά μου εντίμως και ευσυνειδήτως και να καταβάλλω απάσας τας δυνάμεις μου όπως εξυπηρετώ τα συμφέροντα του Έθνους και του λαού”.

Άρθρον 8ον. Η σφραγίς του Ελληνικού Κράτους και των δημοσίου δικαίου αρχών, υπηρεσιών και καταστημάτων φέρει άνευ ουδενός εμβλήματος τας λέξεις: “Ελληνική Πολιτεία” μετά των χαρακτηριστικών εκάστης αρχής, υπηρεσίας ή καταστήματος, επωνυμιών. Ο τύπος, το έμβλημα και αι διαστάσεις της μεγάλης του Κράτους σφραγίδος καθορισθήσονται διά κανονιστικού διατάγματος.

Άρθρον 9ον. Εις ισοβίους δικαστάς, έχοντας βαθμόν τουλάχιστον εφέτου, αντεισαγγελείς Αρείου Πάγου και εισαγγελείς Εφετών, εις συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανωτάτους διοικητικούς υπαλλήλους δύνανται να ανατίθενται καθήκοντα και αρμοδιότητες γενικού γραμματέως, μετ’ απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου και προτάσει του αρμοδίου υπουργού, παρ’ εκάστω εκ των πολιτικών υπουργείων πλην του υπουργείου της Εθνικής Αμύνης.

Άρθρον 10ον. Διά κανονιστικών διαταγμάτων ρυθμισθήσονται αι λεπτομέρειαι του παρόντος συντακτικού χαρακτήρος και περιεχομένου νόμου, ούτινος η ισχύς άρχεται από της εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αυτού».

Η τόσο περιληπτική διατύπωση προγραμματικού πλαισίου άφηνε περιθώρια προσαρμοστικότητας στις εμφανιζόμενες συγκυρίες, αλλά θα πρέπει να εντυπωσιάσει τον ερευνητή το γεγονός ότι η ολιγομελής κυβερνητική ομάδα μέσα σε ελάχιστες ώρες ή έστω ημέρες πήρε με ταχύτητα καθοριστικές αποφάσεις, που αφορούσαν το σύνολο της δημόσιας δραστηριότητας, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική διάσταση προς αποτροπή δυσαρέστων ανισορροπιών. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη διατύπωση των πρώτων υπό μορφή νομοθετημάτων αποφάσεων, οι οποίες από πλευράς ουσίας εγκαινιάζουν βαθιές ρήξεις με το προηγούμενο καθεστώς, εκπλήσσεται κανείς από την ταχύτητα αυτή, σε σημείο που μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε προετοιμασία.

Σημειωτέον ότι μόνον ένας από τους υπουργούς ήταν νομικός, ο Αντώνιος Λιβιεράτος, ο οποίος και είχε αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης. Αν συσχετισθεί με το γεγονός ότι ο τελευταίος υπήρξε μία από τις σοβαρότερες προσωπικότητες που επεδίωξαν προγενέστερα να ανατρέψουν τη δικτατορία Μεταξά, μάλιστα δε σε επαφή μεταξύ άλλων με τον στρατηγό Γ. Μπάκο, καταλήγει κανείς στο λογικό συμπέρασμα ότι πράγματι είχε γίνει ανάλογη προετοιμασία[25], αφού πρακτικά δεν θα ήταν δυνατόν μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες – και αν ακόμη είχε επιστρατευθεί ένας πολυάριθμος μηχανισμός ειδημόνων – να επιτευχθεί τέτοιο αποτέλεσμα. Πλην του νομικού μέρους, αντίστοιχη είναι η εντύπωση που προκύπτει και για τις πολυποίκιλες στρατιωτικές αποφάσεις που ελήφθησαν τις πρώτες ημέρες, με υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Μπάκο, επιλύοντας σωρεία εκκρεμούντων προβλημάτων και λαμβάνοντας μέριμνα για πολλά άλλα.

Δεν υπάρχει τέτοια πληροφόρηση, όμως, ούτε ο Αντ. Λιβιεράτος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι υπήρξε οποιαδήποτε προετοιμασία, ούτε δέχεται ότι είχε νεώτερη επαφή από την προπολεμική περίοδο με τον στρατηγό Μπάκο. Το νέο καθεστώς συστάθηκε εκ των ενόντων και απλώς ο καθένας από τους συμμετέχοντες κατέβαλε εργώδη προσπάθεια για να ανταποκριθεί στον τομέα του. Ως προς δε τις κατευθυντήριες γραμμές της νέας κυβέρνησης, προς τις οποίες δεν είναι γνωστό να διατυπώθηκε καμιά αντίρρηση εκ των έσω, φαίνεται να ήταν καταστάλαγμα του Τσολάκογλου και του περιβάλλοντός του σε προσωπικό επίπεδο.

 

Ο ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

 

Ακριβώς την πρώτη ημέρα της νέας κυβέρνησης διοχετευόταν και δημοσιευόταν στις εφημερίδες η είδηση ότι «εντός των ημερών» θα καταρτιζόταν επιτροπή για τη σύνταξη του νέου συντάγματος. Τελικά θα περάσει όλη η Κατοχή χωρίς να γίνει καμιά σοβαρή ενέργεια γι’ αυτό, ενώ θα συνεχισθεί η έκδοση συντακτικών πράξεων και νομοθετημάτων συντακτικού περιεχομένου.

Η φιλοδοξία του στρατηγού Τσολάκογλου, ανάλογη με εκείνη του δικτάτορα Θ. Πάγκαλου, ο οποίος όμως την υλοποίησε και μάλιστα ικανοποιητικά κατά την κρίση των συνταγματολόγων, ήταν όντως να υπάρξει ένα νέο σύνταγμα. Το έβλεπε όχι ως νομική αναγκαιότητα, αλλά μάλλον ως πολιτική κατοχύρωση του καθεστώτος του, αφού το φανταζόταν να περιέχει διατάξεις που θα καθόριζαν την πολιτική δομή του νέου κράτους. Είναι ομιχλώδες τι απόψεις επικρατούσαν, αλλά το γεγονός ότι κλήθηκε ο καθηγητής Κων. Πολυχρονιάδης να συνεχίσει τη μελέτη περί νέου συντάγματος, που είχε αρχίσει επί των ημερών της τελευταίας πρωθυπουργίας του Ελευθ. Βενιζέλου, είναι ένδειξη της βούλησης να υπάρξει υπέρβαση των ήδη καθιερωμένων προτύπων του Συντάγματος 1911 και εκείνου του 1927. Και ο Ιωάννης Μεταξάς είχε ενδιαφερθεί στην πενταετία 1936-41 να καταρτίσει νέο σύνταγμα που θα καθιστούσε το καθεστώς του πιο κατοχυρωμένο τυπικά, αλλά οι σκέψεις του διατυπωμένες σε χειρόγραφά του δεν προωθήθηκαν ενόσω ζούσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Τσολάκογλου, καθώς διατηρούσε την πρόθεση να οργανώσει τους πολιτειακούς θεσμούς του καθεστώτος, οπωσδήποτε προσαρμοσμένου στη νέα τάξη πραγμάτων, έφευγε από τον χαρακτήρα του αρχηγού μιας κυβέρνησης εκτάκτων αναγκών και προσανατολιζόταν στη μονιμότερη άσκηση της εξουσίας, ανεξάρτητα αν θα προβλέπονταν κατ’ επίφαση δημοκρατικές διαδικασίες ή όχι. Δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα αν εννοούσε ότι θα ακολουθούσε το παράδειγμα των αρχηγών της Επανάστασης του 1922 Πλαστήρα-Γονατά για να παραδώσει την εξουσία σε εύθετο χρόνο, έχοντας πραξικοπηματικά και φυσικά ανεξέλεγκτα βελτιώσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες ανάδειξης πολιτικών ηγετών. Συνεπώς, θα πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι η κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν υπηρεσιακή, αφού ούτε ορισμένου χρόνου ήταν ούτε συγκεκριμένα καθήκοντα είχε.

Μάλλον θα πρέπει να την δούμε ως προσωποπαγή δικτατορική κυβέρνηση, αφού στο πρόσωπο του επικεφαλής της συγκεντρωνόταν όλη η διοικητική εξουσία και δεν υπήρχε κανένα, έστω και γνωμοδοτικό, θεσμικό όργανο που να υποκαθιστά το κοινοβούλιο, όπως π.χ. έγινε στην αντίστοιχη δοσιλογική της Σερβίας υπό τον στρατηγό Νέντιτς όπου λειτούργησε υποτυπώδης εθνοσυνέλευση. Σύμφωνα με τον Κ. Λούλο[26]:

«Το πρώτο κατοχικό καθεστώς, στην επιδίωξή του να νομιμοποιηθεί απέναντι στην κοινή γνώμη, προσπάθησε να διαμορφώσει μια δική του ταυτότητα. Γι’ αυτό το λόγο τονιζόταν σε κάθε ευκαιρία από τον Τσολάκογλου και τους συνεργάτες του ότι η ανάληψη της εξουσίας αποτελούσε επιθυμία του στρατού και αποσκοπούσε στο καλό του λαού, ενώ παράλληλα ο ίδιος ισχυρισμός αποτελούσε και “επιχείρημα” για τη “συνεργασία” με τους κατακτητές. Όπως συμβαίνει στις στρατιωτικές δικτατορίες, ο Τσολάκογλου θεωρούσε το στρατό ως το μόνο σχετικά απαλλαγμένο από τη διαφθορά κομμάτι του κρατικού μηχανισμού. Ενδεικτικό αυτής της αντίληψης είναι ότι ακόμα και τα δικαστήρια κατά της μαύρης αγοράς ήταν αρχικά στρατοδικεία».

Είναι δεδομένο το στρατοκρατικό πνεύμα που διέπει αρχικά την πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Πέρα από το ιδεολογικό υπόβαθρο, επισημαίνονται δύο συνιστώσες που ευνοούν την ανάληψη καιρίων τομέων από αξιωματικούς εν ενεργεία και ελάχιστους απόστρατους. Η πρώτη συνδέεται με την όλη εικόνα που έχει η κυβέρνηση ότι θα ασχοληθεί με την αντιμετώπιση των «εκτάκτων αναγκών» – υπό την έννοια της επιστράτευσης των πιο ζωτικών στοιχείων, τα οποία έχουν το πρόσθετο πλεονέκτημα να λειτουργούν αγόγγυστα υπό απόλυτη πειθαρχία. Η δεύτερη συνιστώσα έχει πιο πρακτικό χαρακτήρα και έχει να κάνει με την εξεύρεση απασχόλησης στους επαγγελματίες στρατιωτικούς ηγέτες, οι οποίοι έχουν στερηθεί εκ των πραγμάτων της συνήθους εργασίας τους.

 

ΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

 

Η κύρια κριτική που έχει ασκηθεί έναντι των κατοχικών κυβερνήσεων στηρίζεται στο αν ήταν επιβλαβείς ή όχι. Η Ιστορία όμως τις κρίνει αν ήταν επωφελείς ή όχι. Οι δοσίλογοι υπουργοί μεταπολεμικά δικάσθηκαν για αδικήματα που οριοθετήθηκαν με αναδρομική ισχύ και μέσα σε κλίμα έντασης, με αποτέλεσμα να μην εκτιμηθούν ορισμένες παράμετροι. Στη δίκη τους, που κράτησε εκατό ημέρες, σημειώθηκαν δύο συγκυριακές επιρροές, εκ των οποίων η μία είχε θετικό αντίκτυπο για τους κατηγορούμενους και η άλλη αρνητικό. Από τη μία πλευρά, η κοινή γνώμη είχε νωπά τα γεγονότα των Δεκεμβριανών και έτσι μπόρεσε να διαμορφωθεί επιεικέστερη αντιμετώπιση των δικαζομένων υπουργών, ενώ από την άλλη υπήρχε ευρύτερη εθνική σκοπιμότητα εν όψει του πολέμου που έληγε στην Ευρώπη και του συνεδρίου ειρήνης που θα ακολουθούσε.

Στο σκεπτικό της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, που τους δίκασε το 1945, αναφέρεται:

«…Ο σχηματισμός εν τω εσωτερικώ Κυβερνήσεων παρ’ Ελλήνων συνεργαζομένων μετά του καταλαβόντος την χώραν εχθρού, ενεφάνιζε την Ελλάδα αποσπασθείσαν των συμμάχων και παρά την σύσσωμον αντίθετον θέλησιν του Ελληνικού λαού ως ενταχθείσαν εις την προπαγανδιζομένην υπό του εχθρού νέαν τάξιν πραγμάτων και εις τον δήθεν υπέρ όλης της Ευρώπης αγώνα του άξονος. Και δεν προέκυψε μεν εκ της αποδεικτικής διαδικασίας ότι εν τη εκτελέσει της πράξεως ταύτης οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι [οι κατοχικοί πρωθυπουργοί] είχον πρόθεσιν προδοσίας της πατρίδος δι’ υποβοηθήσεως του εχθρού προς προσβολήν της αυτονομίας ή της ακεραιότητος της χώρας, απεδείχθη όμως ότι ήχθησαν ούτοι εις αποδοχήν της εντολής διακυβερνήσεως της χώρας εκ της αντιλήψεως ότι ο αγών είχε λήξει διά την Ελλάδα και ότι ο πόλεμος είχε κριθή ήδη υπέρ του άξονος, μεθ’ ου έδει του λοιπού να συνεργάζεται φιλίως η Ελλάς, εν γνώσει τελούντες της εν τούτω αντιθέσεώς των προς την θέλησιν του Ελληνικού λαού και του ηθικώς επιμέμπτου της εκ τοιούτων σκέψεων ενεργείας των εφ’ όσων υπό των νομίμων εκπροσώπων του Ελληνικού Κράτους δεν είχε συνομολογηθή ειρήνη».

Στις φράσεις αυτές του δικαστικού σκεπτικού διατυπώνεται πολύ περιληπτικά, αφού απορρίπτεται η κατηγορία της προδοσίας, πώς οδηγήθηκε ο Τσολάκογλου στην απόφαση να συνεργασθεί «φιλίως» με τους κατακτητές, πιστεύοντας πως «ο πόλεμος είχε κριθή ήδη υπέρ του άξονος». Θα μπορούσε να γίνει πολλή συζήτηση γύρω απ’ αυτό, αλλά το βέβαιο είναι ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου, αν και εντολοδόχος των κατακτητών, επεδίωξε να επιβάλει νέα πολιτικοκοινωνική κατάσταση καταγγέλλοντας το προκάτοχο καθεστώς, επί των ημερών του οποίου όμως είχε προβληθεί η ένδοξη και ηρωική αντίσταση απέναντι στους Ιταλογερμανούς εισβολείς.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ «ΣΙΝΙΑΛ»

 

Στο κατ’ εξοχήν όργανο της γερμανικής πολεμικής προπαγάνδας, το «Σινιάλ», που εκδιδόταν σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως και στην ελληνική, ο Τσολάκογλου έδωσε μια συνέντευξη την εποχή που ακόμη πίστευε ότι η Γερμανία θα μπορούσε να τον απαλλάξει από την αναμενόμενη ιταλική κατοχή. Το κείμενό της αναδημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες της 12ης Ιουνίου 1941:

«Εις τα Βασιλικά Ανάκτορα της Πλατείας του Συντάγματος, τα οικοδομηθέντα ακριβώς προ 100 ετών υπό του Βαυαρού αρχιτέκτονος Γκαίρτνερ, εγενόμην δεκτός υπό του Έλληνος Πρωθυπουργού, στρατηγού κ. Τσολάκογλου. Η πτέρυξ, εις την οποίαν έχει εγκατασταθή η νέα Κυβέρνησις πολιορκείται από πολυπληθείς επισκέπτας. Δεν επρόφθασαν ακόμη να εγκατασταθούν αι υπηρεσίαι της Κυβερνήσεως και ήδη ο ρυθμός της εργασίας διά το ανορθωτικόν έργον σφύζει εις τα δωμάτια και τους διαδρόμους.

«Ο Στρατηγός είναι όλη μας η ελπίς». Ενεθυμήθην τας λέξεις αυτάς, τας οποίας τας τελευταίας ημέρας τόσον συχνά επαναλαμβανομένας εις τας Αθήνας, όταν είδον τον Πρωθυπουργόν κ. Τσολάκογλου, του οποίου η προσωπικότης εμποιεί τόσην εντύπωσιν.

«Η Ελληνική Κυβέρνησις, είπε, στηρίζει το έργον της ανοικοδομήσεως επί της κραταιάς προστασίας του Γερμανικού Ράιχ και όλως ιδιαιτέρως εις την ευμένειαν του Φύρερ. Η Ελληνική Κυβέρνησις προσπαθεί να φέρη τάξιν και ν’ ανεγείρη τα ερείπια, τα οποία αφήκε ο πόλεμος, να δημιουργήση δυνατότητας εργασίας ίνα καταπολεμήση την δυστυχίαν της ανεργίας και να επιτύχη την αύξησιν της παραγωγής. Όλως εξαιρετική θα είναι η πρόνοια αυτής διά τους απολυθέντας στρατιώτας, τους αναπήρους πολέμου και όλους τους πολεμοπαθείς».

Ο στρατηγός δηλοί, ότι η Ελληνική Κυβέρνησις θα πράξη το παν ίνα η Ελλάς εισέλθη εις την νέαν τάξιν της Ευρώπης και επωφελείται της ευκαιρίας, δεδομένου ότι ομιλεί προς τον αντιπρόσωπον της «Σινιάλ» ίνα εκφράση τον θαυμασμόν του διά τα μεγαλειώδη κατορθώματα του Γερμανικού στρατού και την μεγαλοφυά ηγεσίαν του Φύρερ.

-«Εκφράζω την ικανοποίησίν μου διά την άμεμπτον στάσιν των Γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής, η οποία θα συμβάλη τα μέγιστα εις την ταχείαν εξέλιξιν φιλικών σχέσεων. Ο Ελληνικός λαός, κατά την μεγάλην αυτού πλειονότητα εκτιμά και θαυμάζει τον Γερμανικόν λαόν. Ο Έλλην στρατιώτης, μολονότι εξετέλεσεν, το εις αυτώ ανατεθέν έργον με την συνήθη εις αυτόν ανδρείαν, δεν τρέφει εχθρικά αισθήματα έναντι του Γερμανού στρατιώτου και απεδοκίμασεν με την απλήν λογικήν του την αφροσύνην του αγώνος, ο οποίος του επεβλήθη χάρις εις μίαν κακήν πολιτικήν ηγεσίαν».

Υψηλός και ευθυτενής, με την μορφήν του στρατιώτου, ίσταται ο στρατηγός, ο οποίος ανέλαβε να ηγηθή των πεπρωμένων του λαού του εις σοβαράς στιγμάς προ των Δωρικών κιόνων των βασιλικών ανακτόρων. Εις τους λόγους του εύρον εκείνο, το οποίον εύρον και εις τους λόγους όλων των ειλικρινών Ελλήνων, με τους οποίους ωμίλησα τας ημέρας αυτάς: την εμπιστοσύνην προς την Γερμανίαν και την προθυμίαν διά το έργον της ανορθώσεως».

Η ατμόσφαιρα, που αποδίδει ο Γερμανός δημοσιογράφος του «Σινιάλ», δεν απέχει από εκείνη που υπήρχε μέχρι να έλθουν οι Ιταλοί στην Αθήνα. Η διεθνής προβολή του στρατηγού Τσολάκογλου ως του υπ’ αριθ. 1 γερμανόφιλου στην Αθήνα έχει φυσικά την προπαγανδιστική αξία της, καθώς το περιοδικό κυκλοφορεί όχι μόνο στις χώρες του Άξονα και όλες τις κατεχόμενες απ’ αυτόν, αλλά και σε ουδέτερες. Υπό την έννοια αυτή, εκείνη η συνέντευξή του εκτιμήθηκε ότι αποτελούσε ένα είδος διαβατηρίου του στη «λέσχη» των δορυφόρων κρατών του Άξονα, γεγονός που απείχε πολύ από την πραγματικότητα, αφού ποτέ η Ελλάδα δεν περιήλθε σε τέτοια κατάσταση.

 

 

 

7. Η αναζήτηση πολιτικού στίγματος και η εκστρατεία εναντίον του «εκπεσόντος καθεστώτος».

 

Πρωταρχικής σημασίας για τη νέα κυβέρνηση, η οποία προέκυψε όταν άρχισε η Κατοχή στην Ελλάδα, ήταν να διατυπώσει πολιτικό λόγο και να εκπέμψει το πολιτικό στίγμα της. Ήδη από τα πρώτα διαγγέλματα, τις διακηρύξεις και τις δηλώσεις της διαφαινόταν ότι υπήρχε πολιτικό υπόβαθρο.

Οι στρατηγοί του Μετώπου που υπουργοποιήθηκαν δεν διέθεταν ασφαλώς πολιτικό αισθητήριο, διότι αν το είχαν θα απέφευγαν να καταλάβουν τέτοια αξιώματα.

Κατ’ αρχήν εκφράζονται σαφείς αιχμές εναντίον των αγγλοφίλων της προκάτοχης κυβέρνησης, καθώς και του «φυγάδος» βασιλέως, συνοδευόμενες από απαξιωτικές αναφορές περί υπευθύνων της εθνικής συμφοράς, διεφθαρμένων προσώπων, καθώς και αφορισμοί εναντίον της διεθνούς πλουτοκρατίας. Με κεντρική σημαία την καταδίκη του «εκπεσόντος καθεστώτος», η κυβέρνηση αναζήτησε το πολιτικό στίγμα της στην απομεταξοποίηση, επιλέγοντας να συγκεντρώσει όλους τους αντιδικτατορικούς του παρελθόντος. Ήδη αυτή ήταν μια λανθασμένη επιλογή, διότι απομακρυνόταν από τη φυσική δεξαμενή, στην οποία ανήκαν οι συντηρητικοί πολίτες της χώρας.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου, ως προς την προϊστορία του, δεν ήταν αντίπαλος του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Όχι μόνο δεν είχε εκδηλώσει παρόμοιες απόψεις, αλλά ήταν φιλικός προς αυτό, θεωρούμενος μάλιστα ως στυλοβάτης του. Το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης το 1938 είχε αντιμετωπισθεί από τον ίδιο επιτυχώς με την αποστολή του στη μεγαλόνησο ως στρατιωτικού διοικητή με αυξημένες αρμοδιότητες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας εθεωρείτο ως συμπορευόμενος προς αυτήν, δεν είχαν γίνει διακρίσεις εις βάρος του, αντίθετα δε κατά την πολεμική περίοδο ευνοήθηκε σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους του.

Θα ήταν δύσκολο σήμερα να αναλυθεί πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η μεταστροφή του. Ίσως να επέδρασε καταλυτικά το ολιγοήμερο διάστημα της κατάρρευσης του Μετώπου, κατά τη διάρκεια του οποίου οι αγωνιώδεις εκκλήσεις του για να εγκριθεί η σύναψη συνθηκολόγησης δεν έβρισκαν απήχηση στην Αθήνα. Πάντως ο πειθαρχικός στρατηγός του Μαρτίου 1941 τον επόμενο μήνα βρέθηκε να εξαπολύει μύδρους εναντίον του καθεστώτος που είχε υπηρετήσει με πίστη, αν όχι με φανατισμό.

Μόλις έγινε πρωθυπουργός, η πρώτη δουλειά του Τσολάκογλου ήταν να αφαιρέσει από το προηγούμενο καθεστώς τους δύο κύριους μηχανισμούς του, στους οποίους και στηριζόταν για να ασκεί την πανελλήνια προπαγάνδα του: το υφυπουργείο Τύπου-Τουρισμού και την ΕΟΝ. Πράγματι, στο πρώτο νομοθετικό διάταγμα που εξέδωσε η κυβέρνησή του, το πρώτο-πρώτο εδάφιο αναφέρεται στην κατάργηση του υφυπουργείου, ενώ η διάλυση της πολυθρύλητης ΕΟΝ θα πραγματοποιηθεί ύστερα από λίγες εβδομάδες αμφιταλαντεύσεων.

Ο τρίτος καίριος μηχανισμός της δικτατορίας, το υφυπουργείο Ασφαλείας, δεν διαλύθηκε, διότι οι υπηρεσίες του κρίθηκαν απαραίτητες. Ωστόσο έγιναν σταδιακά και κάπως αθόρυβα μεγάλες ανακατατάξεις στην ιεραρχία των σωμάτων ασφαλείας, ιδιαίτερα στην Αστυνομία Πόλεων.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στηριζόταν και σε μια άλλη μεγάλη δύναμη, που το στήριξε σταθερά: στον ανώνυμο Έλληνα αγρότη. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε αναπτύξει ένα αγνοημένο μεν, αλλά πολυσήμαντο δόγμα για την αγροτική Ελλάδα, συνδυασμένο με τη γεωργική παραγωγή και την επισιτιστική αυτάρκεια.

Ο Τσολάκογλου δεν αγνόησε αυτόν τον παράγοντα και αρχικά επιδίωξε να τον προσεγγίσει και να τον προσεταιρισθεί, με σαφή στόχο να διασφαλίσει έτσι την αναγκαία γεωργική παραγωγή. Αλλά ο Μεταξάς είχε μια επικράτεια, που την ήλεγχε απόλυτα, ενώ ο Τσολάκογλου προΐστατο μιας «κυβέρνησης Αθηνών και περιχώρων», κατά τον ευφυολόγο χαρακτηρισμό συγχρόνου του. Το τμήμα της ελληνικής επαρχίας, που βρισκόταν στην εξουσία της κατοχικής κυβέρνησης, ήταν μόνο στα χαρτιά, διότι οι κατά τόπους στρατιωτικοί διοικητές του κατακτητή σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούσαν αυτόνομα.

 

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

 

Η πρώτη νομοθετική πράξη της κατοχικής κυβέρνησης δεν ήταν άλλη παρά η κατάργηση του υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού, το οποίο υποκαταστάθηκε με τη σύσταση Διεύθυνσης Τύπου και Ραδιοφωνίας, η οποία τελικά αναβαθμίσθηκε σε γενική διεύθυνση. Τη νέα διεύθυνση ανέλαβε ένας γνωστός Αθηναίος δημοσιογράφος, που στο παρελθόν είχε διακριθεί ως οργανωτής καλλιστείων και ως συγγραφέας θεατρικών έργων. Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο σκιώδης αντικαταστάτης του άλλοτε δημοσιογράφου Θεολόγου Νικολούδη υπήρξε ο Νικόλαος Γιοκαρίνης, ο οποίος εκτός από την επαγγελματική απασχόλησή του ως δημοσιογράφος στο Συγκρότημα Λαμπράκη, ταυτόχρονα ήταν διευθυντής Γενικών Αρχείων και Δημοσιευμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθώς ήταν, παράλληλα με τη δημοσιογραφική ιδιότητά του, μόνιμο στέλεχος του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποσπάσθηκε με πρωθυπουργική απόφαση.

Οπωσδήποτε η νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε μια καλύτερη επιλογή προσώπου, αλλά φαίνεται ότι υπήρχε μια διαπροσωπική σχέση που τον καθιστούσε ισχυρό. Πράγματι, η εξήγηση είναι ότι ο Ν. Γιοκαρίνης[27] ως πολεμικός απεσταλμένος των «Αθηναϊκών Νέων» είχε μεταβεί στο Μέτωπο και εκεί απέκτησε φιλικούς δεσμούς με τους διοικητές μονάδων, που του χρησίμευσαν στη συνέχεια. Για την ιδιόρρυθμη πορεία του θα επανέλθουμε σε άλλο σημείο, αλλά στην πρώτη φάση της Κατοχής ο Γιοκαρίνης έγινε ο παντοδύναμος άρχων του Τύπου ως διάδοχος του Νικολούδη. Η πολυάριθμη στελέχωση του πρώην υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού μειώθηκε σημαντικά, καθώς μάλιστα η δεύτερη αρμοδιότητά του για τον τουρισμό λόγω των συνθηκών είχε καταστεί σχεδόν ανύπαρκτη[28]. Το κύριο αντικείμενο της νέας διεύθυνσης περιοριζόταν στην παρακολούθηση του Τύπου και στην άσκηση της ελληνικής λογοκρισίας, ενώ η ξενόγλωσση λογοκρισία (μέχρι τότε με διευθυντή τον γνωστό ποιητή Γιώργο Σεφέρη) περιορίσθηκε σχεδόν ολοσχερώς.

Όσο και αν αποψιλώθηκε από προσωπικό το υφυπουργείο Τύπου, η ραδιοφωνική υπηρεσία έμεινε ανέγγιχτη, όπως άλλωστε προβλεπόταν από την πρώτη νομοθετική πράξη, και όλοι οι εργαζόμενοι σ’ αυτήν παρέμειναν στη θέση τους, ενώ ευθύς μετά παραχωρήθηκε αύτανδρη στην Ανώνυμη Ελληνική Ραδιοφωνική Εταιρία (ΑΕΡΕ), που ανήκε κατά πλειοψηφία στη γερμανική «Τελεφούνκεν» και στον περίφημο Ιωάννη Βουλπιώτη.

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1 Νομοθετική Πράξη:

«Άρθρον μόνον. 1. Το υφυπουργείον Τύπου και Τουρισμού καταργείται. 2. Ιδρύεται παρά τω Πρωθυπουργώ Διεύθυνσις Τύπου και Ραδιοφωνίας ενασκούσα απάσας τας αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του καταργουμένου υφυπουργείου. Εις ταύτην παραδοθήσονται διά τακτικού πρωτοκόλλου αμέσως άπαντα τα αρχεία του καταργουμένου υφυπουργείου, εργαλεία, μηχανήματα, παν περιουσιακόν στοιχείον και λογαριασμοί. 3. Της ανωτέρω διευθύνσεως προΐσταται αποφάσει του Πρωθυπουργού ανώτερος δημόσιος υπάλληλος ή ανώτερος υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατ’ απόσπασιν. Τα της αναλώσεως των εξόδων της ιδρυομένης υπηρεσίας διενεργούνται παρά της ιδίας διευθύνσεως με μόνον διατάκτην τον διευθυντήν επί τη βάσει των εγγεγραμμένων πιστώσεων εις τον προϋπολογισμόν της ραδιοφωνικής υπηρεσίας. 4. Εκ του προσωπικού του καταργουμένου υφυπουργείου διατηρούνται εις τας θέσεις των οι υπηρετούντες εις την ραδιοφωνικήν υπηρεσίαν τεχνικοί υπάλληλοι και υπηρέται, πάντων των λοιπών απολυομένων δι’ αποφάσεως του πρωθυπουργού. 5. Οι υπάλληλοι και οι υπηρέται των υπολοίπων υπηρεσιών του υφυπουργείου υφ’ οιανδήποτε υπηρετούντες σχέσιν διατηρούνται εν τη υπηρεσία εφόσον υπηρέτησαν κατά τον τελευταίον πόλεμον ως κληρωτοί ή ως έφεδροι εις την ζώνην των επιχειρήσεων, καθώς και εάν τυγχάνουν σύζυγοι, χήραι, τέκνα, γονείς ή αδελφοί, ή αδελφαί φονευθέντων ή θανόντων κατά τον τελευταίον πόλεμον. 6. Κατά την, κατά την παράγραφον 2 της παρούσης, παράδοσιν του αρχείου και λοιπών του καταργουμένου υφυπουργείου συμπράττουσιν εις ανώτερος τεχνικός υπάλληλος του υπουργείου Συγκοινωνίας οριζόμενος παρά του αρμοδίου υπουργού και εις ανώτερος υπάλληλος της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού οριζόμενος παρά του υπουργού Οικονομικών. 7. Η ισχύς της παρούσης νομοθετικής πράξεως άρχεται από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Το δημοσιογραφικό προσωπικό της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου δεν έπαψε να υπάρχει, αλλά απομακρύνθηκαν εκείνοι που υπήρξαν ευνοούμενοι του προηγούμενου καθεστώτος. Προστέθηκαν νέα πρόσωπα, καθώς μάλιστα ήταν γνωστό ότι στα γραφεία των κατοχικών πρωθυπουργών εδράζονταν με σχέση εργασίας πολλοί δημοσιογράφοι, άλλοι γνωστοί και άλλοι όχι τόσο.

 

Η ΑΝΤΙΜΕΤΑΞΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 

Η ολιγομελής κατοχική κυβέρνηση επιχειρεί να σταθεροποιηθεί, χωρίς να αποστασιοποιείται από τον βασικό στόχο της να αποτρέψει την έλευση των Ιταλών. Η σταθεροποίησή της όμως προϋποθέτει λαϊκό έρεισμα. Για να το επιτύχει αυτό διεξάγει τη γνωστή αντιμεταξική εκστρατεία, που τελικά θα αποδειχθεί μάλλον ένα προπαγανδιστικό πυροτέχνημα, προσπαθώντας να προσελκύσει την αντιδικτατορική κοινή γνώμη.

Στόχος αυτής της εκστρατείας δεν είναι μόνον η προσέγγιση των αντιμεταξικών Ελλήνων, αλλά και η ταυτόχρονη επίδειξη φιλικών αισθημάτων προς τους Γερμανούς. Παρά τις τυμπανοκρουσίες και την κινητοποίηση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας η εκστρατεία θα εγκαταλειφθεί, χωρίς εν τω μεταξύ να βρεθούν επιλήψιμα στοιχεία. Και έτσι σταδιακά θα αφήνονται ελεύθεροι οι υπουργοί της κυβέρνησης Μεταξά και όσοι άλλοι συνεργάτες της είχαν συλληφθεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι για κανένα σκάνδαλο της δικτατορίας δεν βρέθηκαν κολάσιμα στοιχεία, ούτε από την έρευνα των περιουσιών τους διαπιστώθηκαν παρανομίες.

Οπωσδήποτε οι χθεσινοί υπουργοί απομονώθηκαν από τον κύκλο τους και με αυτόν τον τρόπο εξέλιπε κάθε κίνδυνος τυχόν ανατροπής του νέου καθεστώτος από τους παράγοντες του προηγουμένου. Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία με τη σύλληψη του αρχιστρατήγου Αλεξ. Παπάγου, ο οποίος μετά την αποστράτευσή του εξακολουθούσε να είναι για την κοινή γνώμη ο πιο σεβαστός παράγων – παρά τα όσα είχαν να του προσάψουν σε επίπεδο φημών οι αντίπαλοί του.

Η αντιβασιλική φόρτιση, που εκφράζεται με συχνές προσωπικές αναφορές εναντίον του Γεωργίου Β΄, αλλά και με τη δημοσίευση άρθρων ή δηλώσεων των βασικών στελεχών της κατοχικής κυβέρνησης[29], συγκινεί οπωσδήποτε μια ευρεία μερίδα της κοινής γνώμης, παράλληλα όμως με το όλο απαξιωτικό πνεύμα της απωθεί μια άλλη μεγαλύτερη μερίδα, στην οποία ανήκουν βασιλικοί και αντιβασιλικοί πολίτες.

Ο Κων. Λούλος γράφει χαρακτηριστικά για την απομεταξοποίηση που επιχείρησε η κυβέρνηση Τσολάκογλου[30]:

«Η πολιτική που εφαρμόστηκε στηριζόταν σε τρεις βασικούς άξονες: Πρώτα απ’ όλα περιελάμβανε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στο δημόσιο τομέα, που, δεύτερον, συνοδεύονταν από μια τακτική αποκατάστασης των διωχθέντων από τον Μεταξά και, τρίτον, επεδίωκε μια μορφή “στρατιωτικοποίησης” του κρατικού μηχανισμού. Καταρχάς οτιδήποτε θύμιζε την 4η Αυγούστου εξοβελίστηκε από τη δημόσια ζωή: Σειρές γραμματοσήμων, χαρτοσήμων, ταχυδρομικών καρτών κτλ. απαγορεύτηκαν. Οι φορολογικές απαλλαγές του βασιλικού οίκου, η μισθοδοσία των εργαζομένων στο παλάτι[31] και η τιμητική σύνταξη της χήρας Μεταξά καταργήθηκαν».

Ως προς το τελευταίο, η κίνηση αυτή εναντίον της χήρας του πρωθυπουργού Μεταξά θα ανακληθεί όταν θα θεσμοθετηθεί με ευρύτερη διάταξη η συνταξιοδότηση πρώην προέδρων της Δημοκρατίας και πρωθυπουργών.

Ταυτόχρονα με την έναρξη των διώξεων εκείνων, πραγματοποιήθηκε – χωρίς να είναι ασύνδετος απ’ αυτή την εκστρατεία – ένας κύκλος επαφών με πολιτικούς αρχηγούς και άλλες προσωπικότητες, όπως έχουμε αναφέρει, όταν βρισκόταν σε έξαρση η απόπειρα δημιουργίας δορυφόρου κράτους. Αλλά από τις κινήσεις του αυτές, ο Τσολάκογλου ήδη γνωρίζει τις πρώτες αντιδράσεις εκ των έσω. Δεν έχει συμπληρωθεί ένα δεκαπενθήμερο από την ανάληψη της πρωθυπουργίας, όταν στις 13 Μαΐου ο Γερμανός πληρεξούσιος διαβιβάζει στο Βερολίνο ακόμη και τον προβληματισμό του για προσεχή αντικατάσταση του στρατηγού Τσολάκογλου:

«Τις τελευταίες ημέρες ακούσθηκαν συγκεκριμένες επικρίσεις εκ μέρους μελών του υπουργικού συμβουλίου εναντίον του πρωθυπουργού, του οποίου οι ηγετικές ικανότητες αμφισβητούνται και καταγγέλλονται οι δεσμοί του με ορισμένη οικονομική ομάδα. Επειδή οι επικρίσεις διατυπώθηκαν από προσωπικότητες, στην κρίση των οποίων τρέφω εκτίμηση, δεν μπορούσα να αποφύγω να τις φέρω σε γνώση σας. Υπέδειξα φυσικά την τήρηση της πειθαρχίας και την αποφυγή λήψεως αποφάσεων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη μας και τις οδηγίες του Βερολίνου επ’ αυτών. Μου υποσχέθηκαν ότι θα συμμορφωθούν. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον το ενδεχόμενο να αντικατασταθούν ορισμένα μέλη της κυβερνήσεως και σε μεταγενέστερο στάδιο ίσως και του ίδιου του πρωθυπουργού. Σ’ αυτές τις μεταβολές δεν αποδίδω μεγάλη σημασία, καθώς η κυβερνητική πολιτική καθορίζεται από τον Άξονα».

Την επομένη κιόλας, αγνοώντας τα μόλις προ 24ώρου αναφερθέντα από τον ίδιο, ο πληρεξούσιος του Ράιχ στέλνει μια νέα εκτενή αναφορά του στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών (14 Μαΐου), στην οποία ζητεί από την κυβέρνησή του να υποστηρίξει τον Έλληνα κατοχικό πρωθυπουργό αποτελεσματικότερα:

«Εξ αιτίας της εξαρτήσεως της ελληνικής κυβερνήσεως από μας και της εμπιστοσύνης που μας δείχνει ο λαός και η κυβέρνηση, η μέχρι τώρα συνεργασία μας με τις ελληνικές υπηρεσίες δεν αντιμετώπισε κανένα αξιόλογο εμπόδιο. Στο μέτρο που θα αρχίσουν να εμφανίζονται εμπόδια, αυτό θα οφείλεται στην ασάφεια που υφίσταται λόγω ελλείψεως συγκεκριμένων αποφάσεων στα εξής ζητήματα:

α) ΚΑΤΟΧΗ. Είναι επείγον να διευκρινισθεί ποια τμήματα της χώρας θα κατέχονται από γερμανικά και ποια από ιταλικά στρατεύματα. Για να κατευνασθούν οι λαϊκές ανησυχίες πρέπει να περιορισθεί το υπό ιταλική κατοχή έδαφος στο ελάχιστο δυνατό. Μόνο μία από τις κατοχές θα δεχόταν ο ελληνικός λαός, χωρίς αντιρρήσεις και σε οποιαδήποτε έκταση. Θα ήταν ευχής έργο, αν η γερμανική δύναμη κατοχής, λόγω του επισιτιστικού ζητήματος, περιοριζόταν στο απαραίτητο, στρατιωτικά, ελάχιστο όριο.

β) ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ. Αν και στο θέμα της συστάσεως Στρατιωτικής Διοικήσεως δεν ελήφθη ακόμη απόφαση, εν τούτοις κάτω από την πίεση των πραγμάτων άρχισε να λειτουργεί η στρατιωτική υπηρεσία που προετοιμάσθηκε για τον σκοπό αυτόν.

Φυσικά, αυτό δημιουργεί άπειρες δυσκολίες στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία από τη μια μεριά αγωνίζεται για την επιβολή της πάνω στον ελληνικό λαό και από την άλλη για την εξομάλυνση των διαφορών που αναφύονται ανάμεσα στις στρατιωτικές αρχές.

Θεωρώ ως αποτελεσματική λύση την εγκατάλειψη της γερμανικής και ιταλικής στρατιωτικής διοικήσεως και την υποστήριξη της ελληνικής κυβερνήσεως από ένα επιτελείο ειδικών στους διάφορους τομείς της διοικήσεως που θα ανήκουν στη δική μας υπηρεσία.

γ) ΖΗΤΗΜΑ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ. Το ζήτημα αυτό παρουσιάζει δύο όψεις: την οργανωτική και την υλική. Συνεπώς η λύση του εξαρτάται από την απόφαση στο θέμα της Κατοχής, της στρατιωτικής διοικήσεως. Οι γερμανικές αρχές Κατοχής προχώρησαν μέχρι τώρα σε αξιόλογη προεργασία. Ωστόσο η χώρα, εκτός από τη δική μας οργανωτική πείρα χρειάζεται και συγκεκριμένη υλική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις μέχρι τη νέα εσοδεία ανάγκες της.

Γι’ αυτό, παρακαλώ εκ νέου να ληφθεί το ταχύτερο απόφαση στο θέμα Κατοχής και Στρατιωτικής Διοικήσεως, με την επιφύλαξη όπως μόλις την λάβω να σας υποβάλω και άλλες προτάσεις».

Οι Γερμανοί θέλουν να βοηθήσουν τον Τσολάκογλου, αλλά – παρά τα ανοίγματά του – είναι έναντι των Ιταλών δεσμευμένοι να μην τον δεχθούν στον Άξονα. Η πολιτική, που ο ίδιος θέλει να εκφράσει, είναι ελλειμματική από πλευράς στόχων και δεν έχει παρά κυρίως αρνητικές τοποθετήσεις.

 

ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ

ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

 

Όπως έχει αναφερθεί αναλυτικότερα, η πρώτη κατοχική κυβέρνηση πρόθυμα ήρθε σε επαφή με τους γνωστότερους πολιτικούς παράγοντες της χώρας, καθώς και με μια σειρά προσωπικοτήτων (πανεπιστημιακών καθηγητών, οικονομολόγων, στρατηγών, διπλωματών κ.ά.), επιχειρώντας να διαμορφώσει κλίμα πολιτικοποίησης και μέσω αυτού τον προσεταιρισμό της κοινής γνώμης. Σχεδόν όλοι οι «συνομιλητές» της, φάνηκαν θετικοί σ’ αυτή την κίνηση, η οποία προβλήθηκε προπαγανδιστικά, σε σημείο που να νομίζει κανείς ότι πράγματι ο ελληνικός λαός είχε ξαναβρεί τις ελευθερίες του!

Η επιδίωξή της ήταν να διεκδικήσει γενικό κύρος, ει δυνατόν από ολόκληρο τον ελληνικό λαό, και όχι μόνον από τους ελάχιστους γερμανόφιλους.

Οι προσωπικότητες αυτές ήταν: Θ. Πάγκαλος, Στ. Γονατάς, Α. Οθωναίος, Δ. Μάξιμος, Κ. Τσαλδάρης, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος, Β. Δεληγιάννης, Γ. Πεσμαζόγλου, Γ. Μερκούρης, Ν. Βελέντζας, Περ. Ράλλης, Ι. Σοφιανόπουλος, Τ. Ροδόπουλος, Στ. Στεφανόπουλος, στρατηγός Δ. Καθενιώτης, Σ. Γκοτζαμάνης, Π. Μαυρομιχάλης, Στ. Κωστόπουλος, Κ. Ζαβιτσιάνος, Μ. Νεγρεπόντης, Κρ. Δηλαβέρης, Πέτ. Ράλλης, Ανδρ. Λαμπρόπουλος, ναύαρχος Δ. Οικονόμου, Ε. Τσιρονίκος, Λ. Κανακάρης-Ρούφος, Γ. Μόδης, Αλ. Σβώλος, Γ. Δ. Ράλλης, Σπ. Τρικούπης, Ν. Τζερμιάς, Γ. Καρτάλης, Ι. Κούνδουρος, Δ. Χατζηγιάννης, Γ. Τσόντος-Βάρδας, Αρ. Χασαπίδης, Δ. Πετρίτης, Αχ. Πρωτοσύγκελλος, Μοσχονάς, Λαπαθιώτης, Θ. Τουρκοβασίλης, οι καθηγητές Ν. Εξαρχόπουλος, Σακελλαρίου, Ν. Λούβαρις, Ιερ. Πίντος, Μιχ. Δένδιας Ξ. Ζολώτας, Άγγ. Αγγελόπουλος, Αντ. Κεραμόπουλος, Σ. Βλάχος κ.ά., οι πρεσβευτές Δελμούζος, Μελάς, Γάφος και Ιω. Πολίτης, καθώς και ως εκπρόσωποι του προσφυγικού κόσμου οι πρώην υπουργοί και βουλευτές: Αντ. Αθηνογένης, Μιχ. Αργυρόπουλος, Εμμ. Εμμανουηλίδης, Αν. Μπακάλμπασης, Αχ. Παπαδάτος, Απ. Ορφανίδης, Δημοσθ. Ελευθεριάδης, Μιχ. Τσιγδέμογλου, Κων. Γιαβάσογλου, Στ. Χούρσογλου, Νικ. Μανούσης, Λ. Λαμπριανίδης, Στ. Χατζήμπεης, όπως και οι Κων. Λαμέρας, Σωκρ. Σινανίδης και Δ. Παρθένης-Μιλάνος.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η συμπεριφορά των προαναφερθέντων απέναντι στη νέα κυβέρνηση δεν ήταν ομόθυμη. Άλλοι ήταν πιο επιφυλακτικοί και άλλοι πιο ευμενείς. Αν και το αντικείμενο των επαφών εκείνων δεν ήταν η άντληση προσώπων για να χρησιμοποιηθούν σε κυβερνητικές θέσεις, αλλά όπως έχουμε ήδη δει είχε ευρύτερο αντικείμενο, κάποιοι απ’ αυτούς θα συνεργασθούν ευθέως με την κατοχική κυβέρνηση. Άλλοι αναλαμβάνοντας πολιτικά αξιώματα, όπως ο Σ. Γκοτζαμάνης, άλλοι ως άτυποι σύμβουλοί της σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, ενώ άλλοι θα αναλάβουν διοικήσεις τραπεζών. Από τις ίδιες επαφές προέκυψε και η επιλογή των Αλ. Σβώλου και των άλλων καθηγητών, καθώς και των επιφανών Μακεδόνων και Θράκων, που συνέπραξαν για τα εθνικά θέματα με την ίδρυση της περίφημης επιτροπής και του Γραφείου Μελετών.

Από το «άνοιγμα» του Τσολάκογλου προέκυψαν στη συνέχεια και άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιήθηκαν σε πολιτικές θέσεις, στελεχώνοντας γενικές γραμματείες υπουργείων και νομαρχίες, ή για εμπιστευτικές αποστολές.

 

ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

Από το 1936, όταν ο Κώστας Κοτζιάς αναβαθμίσθηκε και έγινε υπουργός διοικητής Πρωτευούσης, δήμαρχος Αθηναίων είχε αναλάβει ο Αμβρόσιος Πλυτάς[32]. Το αξίωμα είχε καταλάβει δικαιωματικά, διότι ήταν ο πρώτος σε αριθμό ψήφων δημοτικός σύμβουλος μετά τον Κοτζιά. Συνεργάσθηκε στενά και χωρίς να υπάρξουν προβλήματα με τις κυβερνήσεις Μεταξά και Κοριζή, ενώ ως δήμαρχος Αθηναίων παρέδωσε την ανοχύρωτη πρωτεύουσα στους Γερμανούς, όπως έχουμε δει αναλυτικότερα. Από την άφιξη των Γερμανών μέχρι να ορκισθεί η κατοχική κυβέρνηση, ο Α. Πλυτάς ασκούσε κατ’ εντολήν τους ευρύτερα καθήκοντα από εκείνα της αρμοδιότητάς του.

Δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο αν οι Γερμανοί ή οι υπουργοί της κατοχικής κυβέρνησης είναι εκείνοι που δυσαρεστήθηκαν και αποφάσισαν την παύση του δημάρχου Πλυτά. Από τις πρώτες κατοχικές ημέρες, πάντως, ο δήμαρχος βρέθηκε στο στόχαστρο, με κύρια κατηγορία από γερμανικής πλευράς ότι μία μόλις εβδομάδα πριν εκδηλωθεί η γερμανική επίθεση, είχε πάρει την πρωτοβουλία να μετονομάσει με κάθε επισημότητα την κεντρική αρτηρία Ακαδημίας σε λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Αντιλαμβανόμενος ίσως ο Αμβρόσιος Πλυτάς τις γερμανικές καχυποψίες, είχε σπεύσει να στείλει ένα ευχαριστήριο τηλεγράφημα προς τον Χίτλερ:

«Προς την αυτού Εξοχότητα τον Καγκελλάριον του Γερμανικού Ράιχ κ. Αδόλφον Χίτλερ, Βερολίνον.

Οι γενναίοι και ιπποτικοί λόγοι, τους οποίους εξεφωνήσατε ενώπιον των εκλεκτών του Γερμανικού Λαού διά τον Ελληνικόν Λαόν και Στρατόν, έσχον βαθυτάτην απήχησιν εις την ψυχήν του Αθηναϊκού Λαού, απηχούντος τα αισθήματα ολοκλήρου της Χώρας. Ως Δήμαρχος Αθηναίων διερμηνεύων τα αισθήματα ταύτα, λαμβάνω την υψηλήν τιμήν να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνην της πόλεως των Αθηνών, τόσον διά την συγκινητικήν διακριτικότητα και τον σεβασμόν, τον οποίον επέδειξαν τα γενναία στρατεύματά σας απέναντι της ιστορικής Πρωτευούσης της Ελλάδος, όσον και διά την στοργήν και συμπάθειαν μεθ’ ων υμείς ο ένδοξος Φύρερ του Γερμανικού Λαού περιβάλλετε την Ελλάδα, κοιτίδα των πνευματικών φώτων της τέχνης και του πολιτισμού, του οποίου είσθε ενθουσιώδης μύστης.

Ο Δήμαρχος Αθηναίων

Αμβρόσιος Πλυτάς».

Τελικά στις 6 Ιουνίου 1941 με Ν.Δ. ο Πλυτάς παύθηκε επίσημα, ενώ ήδη από τις 11 Μαΐου είχε αντικατασταθεί ανεπίσημα από τον διάδοχό του Κ. Μέρμηγκα, όπως και όλο το Δημοτικό Συμβούλιο. Με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών Π. Δεμέστιχα, νέος δήμαρχος ορίσθηκε στις 13 Ιουνίου ο γνωστός καθηγητής Ιατρικής Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, του οποίου η θητεία θα είναι πολύ σύντομη. Στη σύνθεση του νέου Δημοτικού Συμβουλίου περιλαμβάνονταν ως επί το πλείστον επιφανείς κατά γενική ομολογία Αθηναίοι, των οποίων η επιλογή βασικά είχε θεσμικά κριτήρια: Π. Πουλίτσας, Ιω. Αντωνιάδης, Αλ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Γεωργαλάς, Άγγ. Γεωργάτος, Ευ. Ευαγγέλου, Μιχ. Ευλάμπιος, Ιω. Καλομοίρης, Ιω. Κανελλόπουλος, Κων. Κατσανάκος, Περ. Μαζαράκης, Παν. Μπρατσιώτης, Στ. Οικονομάκης, Δ. Ορφανός, Κων. Σκαρλάτος, Στ. Χαλκιαδάκης και Σπ. Χατζηκυριάκος. Πρόεδρος ανέλαβε ο Παναγιώτης Πουλίτσας και γραμματέας ο Άγγελος Γεωργάτος.

Ο Κ. Μέρμηγκας, άσχετος από την πολιτική πρακτική και πιστεύοντας αρχικά ότι το έργο του δεν θα ήταν άπελπι, σύντομα απογοητεύθηκε και τον Αύγουστο 1941 παραιτήθηκε, ενώ μετά από μερικούς μήνες απεβίωσε[33]. Ως αιτία, που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη δημαρχία, θεωρείται η επιμονή των κατακτητών προς εκείνον, ύστερα από μια επιχείρηση δολιοφθοράς που διέπραξαν άγνωστοι, να παρουσιάσει έναν κατάλογο ομήρων για την περίπτωση επανάληψης δολιοφθορών.

Τον διαδέχθηκε ο νεαρός και φιλόδοξος Άγγελος Γεωργάτος[34], ο οποίος υπήρξε δραστήριος και κινούμενος με πολιτικότητα και φιλική διάθεση προς όλες τις πλευρές – πλην του ΕΑΜ. Στο θετικό ενεργητικό του πιστώνεται η ίδρυση των δημοτικών συσσιτίων, καθώς και των παιδικών. Γενικός διευθυντής του Δήμου ήταν ο Πάνος Χαλδέζος, στον οποίο είχε δώσει εντολή να διευκολύνει την έκδοση ταυτοτήτων των διωκομένων Εβραίων, αφού προηγουμένως είχε δημιουργήσει ένα δεύτερο μητρώο δημοτολογίου με πλαστές εγγραφές. Στο Κέντρο Νεότητος του Δήμου Αθηναίων είχε τοποθετηθεί ως διευθυντής ο Γεώργιος Ζομπανάκις, ο οποίος το οργάνωσε με νέα πιο ευέλικτη διάρθρωση. Στενός συνεργάτης του Γεωργάτου στον Δήμο ήταν, μεταξύ άλλων, ο γνωστός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Μπόγρης[35].

Ο Γεωργάτος, που αρχικά είχε εμφανισθεί ως ιταλόφιλος[36], προσαρμόστηκε και στη γερμανική κατοχή που ακολούθησε, ενώ – πολυπράγμων καθώς ήταν – διατήρησε καλές σχέσεις με τους σημαντικότερους πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες της εποχής εκείνης.

Μετά την αποχώρηση του καθηγητή Μέρμηγκα, είχε παραιτηθεί και ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παναγιώτης Πουλίτσας (πρωθυπουργός τον Απρίλιο 1946), στη θέση του οποίου διορίσθηκε ο Ιωάννης Γρ. Αθανασιάδης, άλλοτε βενιζελικός βουλευτής (1928-32) και ο μόνος αιρετός δημοτικός σύμβουλος που είχε εκλεγεί κατά τις τελευταίες δημοτικές εκλογές του 1934. Ως γραμματέας, στη θέση του Α. Γεωργάτου, διορίσθηκε ο Ανδρ. Γεωργαλάς, θέση που αργότερα θα έχουν διαδοχικά ο Σπύρος Χατζηκυριάκος (νεαρός οικονομολόγος, ο οποίος θα γίνει ο τελευταίος κατοχικός διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος) και ο δημοσιογράφος Μιχαήλ Ροδάς, άλλοτε γενικός γραμματέας της Αρμοστείας Σμύρνης κατά τη μικρασιατική εκστρατεία.

Κατά το το τελευταίο έτος της Κατοχής, σε αναπλήρωση άλλων που είχαν αποχωρήσει ή αντικατασταθεί, ως μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου συμμετείχαν επίσης οι Παν. Γυφτόπουλος, Ευ. Ευαγγέλου, Γ. Μπλέτης, Άγγ. Σταυρόπουλος, Μιχ. Τόμπρος, Στ. Χαλκιαδάκης, Δημ. Χαλούλος, Σπ. Χατζηκυριάκος και Ι. Χατζηλουκάς[37].

Ο Α. Γεωργάτος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα στις τελευταίες ημέρες πριν φύγουν οι κατακτητές, προσπαθώντας να φέρει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Γερμανών και εκπροσώπων του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, προκειμένου να αποφευχθούν οι μάχες μέσα στην πόλη και να μην γίνουν οι προγραμματισμένες καταστροφές.

 

ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

 

Στον Πειραιά, δήμαρχος ήταν ο βιομήχανος και άλλοτε βουλευτής Μιχαήλ Μανούσκος[38]. Είχε διορισθεί επί Μεταξά τον Οκτώβριο 1938, διαδεχθείς τον αιρετό δήμαρχο ιατρό Σωτήριο Στρατήγη (1860-1945), και παρέμεινε στη θέση του μέχρι τις 19 Σεπτεμβρίου 1941. Τον Μανούσκο αντικατέστησε για διάστημα ενός μήνα περίπου ο προσωρινός Εμμαν. Σαουνάτσος και στη συνέχεια επανήλθε ο Σ. Στρατήγης, ασκώντας τα δημαρχιακά του καθήκοντα για σχεδόν δύο χρόνια, από τις 27 Οκτωβρίου 1941 μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1943, οπότε παραιτήθηκε. Νέος δήμαρχος έγινε ο βιομήχανος τροφίμων Κωνσταντίνος Τσιάκος[39], που παραιτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1944, λίγες μέρες μετά τον φοβερό συμμαχικό βομβαρδισμό του Πειραιά. Τον αντικατέστησε ο Χαρίλαος Αντωνάτος, ηγετικό στέλεχος του ΕΔΕΣ Αθηνών. Αλλά και εκείνος δεν μπόρεσε να ελέγξει τις νέες μεγάλες ανάγκες που αντιμετώπιζε ο Πειραιάς μετά τον βομβαρδισμό και επιστρατεύθηκε και πάλι ο ικανός Σ. Στρατήγης, που ανέλαβε και πάλι στις 5 Φεβρουαρίου 1944 για να αντιμετωπίσει τις πληγές και να αποκαταστήσει τη γαλήνη. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον Ιανουάριο του 1945.

Στη Θεσσαλονίκη, η είσοδος των Γερμανών τον Απρίλιο 1941 βρήκε δήμαρχο τον Κωνσταντίνο Μερκουρίου, φιλόλογο και λυκειάρχη (1864-1951). Είχε διορισθεί δήμαρχος Θεσσαλονίκης επί δικτατορίας Μεταξά το 1937. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον Μάρτιο 1943. Υπήρξε πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Τον Μάρτιο 1943, ύστερα από επιλογή του από το Εθνικό Συμβούλιο υπό τον Μητροπολίτη Γεννάδιο, τον Κ. Μερκουρίου διαδέχθηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Σερεμέτης (1879-1950) και παρέμεινε ως δήμαρχος μέχρι το τέλος της Κατοχής. Από το 1926 εκλεγόταν συνεχώς πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Σημαντική θεωρείται η συμβολή του στο να μην υπάρξουν καταστροφές στη Θεσσαλονίκη και κυρίως η ανατίναξη του λιμανιού της κατά την αποχώρηση των Γερμανών.

Στην Πάτρα, από το 1934 ήταν αιρετός δήμαρχος ο Βασίλειος (Λαλάκης) Ρούφος, γόνος παλαιάς πατρινής οικογένειας. Ο ίδιος είχε εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα και υπήρξε νομάρχης Αττικοβοιωτίας στην περίοδο 1920-22. Τον Ιούνιο 1941 παραιτήθηκε από τη θέση του, ύστερα από αξίωση των Ιταλών. Αργότερα διέφυγε στα βουνά και επανήλθε με την Απελευθέρωση, χαρακτηριζόμενος ως «ο βασιλόφρων του ΕΑΜ». Επανεξελέγη δήμαρχος από το 1951 μέχρι το 1959 που παραιτήθηκε.

Διάδοχός του ήταν ο σιδηρέμπορος Ανδρέας Γαλανάκης (1891-1967), ο οποίος παρέμεινε ως δήμαρχος Πατρέων από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο 1941, οπότε τον αντικατέστησε ο γιατρός Ιωάννης Βλάχος, παραμένοντας μέχρι τον Οκτώβριο 1942. Ο Ιω. Βλάχος (;-1954) ήταν πρώτος εξάδελφος του Δ. Γούναρη και είχε διατελέσει αιρετός δήμαρχος στην περίοδο 1925-34, ενώ αργότερα εξελέγη βουλευτής στις εκλογές 1935 και 1936. Τον αντικατέστησε τον Οκτώβριο 1942 ο Ανδρέας Ζωιόπουλος (1896-1968), ένας από τους γνωστούς ναυτικούς πράκτορες της πόλης, ο οποίος παραιτήθηκε τον Μάρτιο 1943. Νέος δήμαρχος ανέλαβε ο έμπορος Γεώργιος Πανταζής, ο οποίος παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ο Γ. Πανταζής είχε διατελέσει γερουσιαστής στην περίοδο 1929-33, ως εκπρόσωπος των βιοτεχνών και των μικρεμπόρων.

Στον Πύργο Ηλείας, επί Κατοχής, υπηρέτησαν ως δήμαρχοι οι Τάκης Βακαλόπουλος και Τάσης Καζάζης (από τον Δεκέμβριο 1943 μέχρι τέλους), ως δημοτικοί σύμβουλοι δε οι Δημήτριος Φωτόπουλος, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Πέτρος Πετρόπουλος, Γεώργιος Γιαννάτος, Χαράλαμπος Θεοχάρης κ.ά.

Στον Βόλο, δήμαρχος ήταν από το 1938 ο Νικόλαος Σαράτσης (1877-1949), ο οποίος τον Μάιο 1944 αντικαταστάθηκε από τον δικηγόρο Θρασύβουλο Παπασακελλαρίου (ύστερα από υπόδειξη του ΕΔΕΣ, όπως υποστήριξε ο ίδιος, ο οποίος στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 εγκατέλειψε την έδρα του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ύστερα από δολοφονική απόπειρα που έγινε εναντίον του). Αναπληρωτές τους ήταν οι Στάμος Αξελός και Δημήτριος Χρήστου, ενώ δημοτικοί σύμβουλοι στην περίοδο 1941-44 διετέλεσαν οι: Κ. Λιάντζουρας, Αλκ. Ζυγαλάκης, Ευ. Παλαμηδάς, Κων. Κατσαρός, Π. Χατζηκωνσταντίνου, Γ. Καπουρνιώτης, Γ. Βαφειάδης, Δημ. Κασσιόπουλος, Ιω. Συνοδινός, Κ. Δέρβος, Ιω. Πρεμέτης, Ρ. Παπακωνσταντίνου, Μ. Παπακώστας, Δ. Φραγκόπουλος κ.ά.

Στη Λάρισα, δήμαρχος επί Κατοχής ήταν ο Στυλιανός Αστεριάδης, γιατρός. Είχε εκλεγεί στις δημοτικές εκλογές 1934. Κατά την Απελευθέρωση παύθηκε από το ΕΑΜ, αλλά επανήλθε τον Μάιο 1945.

Στη Χαλκίδα, αρχικά δήμαρχος ήταν ο Σαραφιανός Σαραφιανός, ο οποίος είχε εκλεγεί στις εκλογές 1934 και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο 1942 (επανήλθε τον Απρίλιο 1945). Τον αντικατέστησε ο Κωνσταντίνος Ρεντίφης μέχρι την Απελευθέρωση, αλλά και αυτός επανήλθε τον Απρίλιο 1945.

Στο Ηράκλειο Κρήτης, από τον Ιούλιο 1941 μέχρι τον Οκτώβριο 1944 δήμαρχος ήταν ο Μάνθος Πλεύρης. Προηγουμένως, για δύο εβδομάδες ο καθένας, δήμαρχοι διετέλεσαν οι Χριστόφορος Ζουράρης και Διομήδης Τσακίρης. Στα Χανιά, αρχικά, δήμαρχος επί Κατοχής ήταν ο Νικόλαος Σκουλάς και από το 1942 μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί ο Απόστολος Φυτράκης.

 

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

 

Η νέα κυβέρνηση, αφότου εμφανίσθηκε, έσπευσε να πραγματοποιήσει ανακατατάξεις στα σώματα ασφαλείας, απομακρύνοντας ή αφαιρώντας δύναμη από τα στελέχη εκείνα που είχαν δράσει εντός του περιβάλλοντος του Κων. Μανιαδάκη, του ισχυρού άνδρα που εξασφάλισε τον τομέα της ασφάλειας στο προηγούμενο καθεστώς. Το γεγονός ότι ήταν αποφασισμένη, σε αντίθεση με το υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, να στηριχθεί στα σώματα ασφαλείας είναι ότι αναβάθμισε το αντίστοιχο υφυπουργείο σε υπουργείο. Έγιναν ευρείες ανακατατάξεις στη διοικητική διάρθρωση των υπηρεσιών, της Αστυνομίας Πόλεων και της Ελληνικής Χωροφυλακής[40].

Διορίζονται νέοι αρχηγοί στα δύο σώματα, ενώ γίνονται και άλλες μεταβολές. Στη θέση του αρχηγού της Αστυνομίας Πόλεων Ι. Σπύρου, που είχε θεωρηθεί ως άνθρωπος της 4ης Αυγούστου, τοποθετείται ο αστυνομικός διευθυντής Δ. Τρύφωνας, ο οποίος δεν θα συμπληρώσει πλήρη μήνα, διότι θα αντικατασταθεί από τον συνταγματάρχη Σ. Δημάρατο, μέραρχο του Μετώπου. Η νέα ηγεσία της Αστυνομίας, εκτός από τον Τρύφωνα, περιελάμβανε τον Ιω. Βασιλόπουλο ως αστυνομικό διευθυντή Αθηνών (στη θέση του Ι. Βαβούρη) και τον Δ. Λεονταρίτη ως αστυνομικό διευθυντή Πειραιώς. Οι αντικαθιστάμενοι δεν απομακρύνονται από το σώμα, αλλά παραμένουν σε διαθεσιμότητα. Ο νέος αστυνομικός διευθυντής Αθηνών τοποθετεί αξιωματικούς εμπιστοσύνης του ως διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της δικαιοδοσίας του[41].

Ωστόσο το νέο πρόσωπο που αναδεικνύεται είναι ο αστυνομικός διευθυντής Άγγελος Έβερτ. Θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πανίσχυρος και μέχρι παρεξηγήσεως συνεργάσιμος με όλες τις πλευρές. Ο τελευταίος, αν και είχε παραιτηθεί για προσωπικούς λόγους προ του πολέμου, αλλά παρέμενε στην εφεδρεία, μετά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης επανέρχεται στην ενεργό υπηρεσία.

Είναι πανταχού παρών σε διάφορα παρασκήνια που συντελούνται επί Κατοχής και κατά την κρίση του διαχειρίζεται όλα τα μυστικά που κυκλοφορούν. Συνεργάζεται με τους πράκτορες των συμμαχικών υπηρεσιών, συλλέγει πληροφορίες, υπογράφει πλαστές αστυνομικές ταυτότητες για να διευκολύνει τους διωκόμενους

Ο Έβερτ είχε κατηγορηθεί ως ενεχόμενος στην κατάδοση του απεσταλμένου της Μ. Ανατολής Ιωάννη Τσιγάντε, αλλά με πόρισμα του τότε ταγματάρχη Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ιω. Κοκορέτσα, που μεταπολεμικά διενήργησε σχετική ένορκη εξέταση, κρίθηκε ότι τέτοιο ενδεχόμενο «δεν αντέχει ούτε εις την πλέον επιπολαίαν κριτικήν». Αντίθετη εντύπωση είχε η χήρα του Τσιγάντε, ο αστυνόμος Γ. Γεωργακόπουλος, η χήρα του αντιστασιακού υπαστυνόμου Τσενόγλου και άλλοι, ενώ ο συνταγματάρχης Ευάγγ. Αποκορίτης, που είχε διατελέσει μέχρι τέλους του πολέμου στρατιωτικός ακόλουθος στην Άγκυρα, είχε μεταφέρει στην κυρία Τσιγάντε πληροφορία ότι για την κατάδοση του συζύγου της ευθυνόταν ο Α. Έβερτ.

Οι σχέσεις του με τους Γερμανούς ήταν τέτοια, ώστε εκείνοι ήταν πεπεισμένοι ότι δεν θα μπορούσαν να βρουν πιο ευνοϊκό τοπικό αστυνομικό διευθυντή για να συνεργασθούν. Ωστόσο εκείνος διευκόλυνε πολλούς να διαφεύγουν τη σύλληψη από τους κατακτητές, μεταξύ των οποίων αποκομμένους στρατιώτες του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος ή Εβραίους όταν άρχισε η δίωξη των τελευταίων. Κατόρθωνε να ξεφεύγει, αλλά σε μια περίπτωση τιμωρήθηκε επειδή δεν επεδείκνυε ενδιαφέρον για τη σύλληψη των Άγγλων στρατιωτών που κρύβονταν. Τότε έγινε γνωστό ότι οι Γερμανοί έπαιρναν πληροφορίες από έναν Κύπριο κληρικό, που υπηρετούσε σε εκκλησία της Αθήνας[42]. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση του έναντι του ΕΑΜ, το οποίο απαίτησε από την κατοχική κυβέρνηση Ιω. Ράλλη να τον επαναφέρει στη θέση του όταν για ένα ολιγόμηνο διάστημα είχε απομακρυνθεί από την αστυνομική διεύθυνση Αθηνών[43]. Παρά τη γενική θετική εικόνα, που άφησε – σύμφωνα με την ελληνική δικαιοσύνη – η πολιτεία του Έβερτ κατά την Κατοχή, του έγινε σκληρή κριτική από συναδέλφους του και ιδίως από τον άλλοτε προϊστάμενό του στη διεύθυνση της Γενικής Ασφάλειας Ιω. Πολυχρονόπουλο, γενικό διευθυντή του υπουργείου Ασφαλείας επί Κατοχής, γνωστό από την ανάμιξή του στην απόπειρα δολοφονίας του Ελ. Βενιζέλου το 1933.

 

ΠΡΟΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ

 

Όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί, ο Έβερτ συνδέθηκε προσωπικά με έναν συνταγματάρχη της αστυνομίας ονόματι Καρλ Γκάισλερ, ο οποίος αργότερα θα μετατεθεί στο Άγκραμ (Ζάγκρεμπ), όπου ανέλαβε τεχνικά καθήκοντα «καθοδηγητή» στην κροατική αστυνομία.

Η πρώτη του κίνηση στην Αθήνα είναι να συγκεντρώσει 300 πρόσωπα, προφανώς προγραμμένα ήδη πριν από την έκρηξη του ελληνογερμανικού πολέμου, ανάμεσα στους οποίους και τον Νίκο Ζαχαριάδη. Για τη δραστηριότητα αυτή, στην οποία συμβάλλει ο Έβερτ, ο Γκάισερ θα συναντήσει εμπόδια από τον πληρεξούσιο του Ράιχ Άλτενμπουργκ, ο οποίος δεν θέλει να δημιουργήσει ρήξεις και εντάσεις στην Ελλάδα. Ο τελευταίος τηλεγραφεί την 1η Μαΐου 1941 προς το Βερολίνο (πρόκειται για την πρώτη επικοινωνία του αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του στην Αθήνα):

«Ο αστυνομικός διευθυντής Γκάισλερ, ο οποίος, ύστερα από εντολή των Διοικήσεων των Ες-Ες και Ες-Ντε, βρίσκεται από τις 27 Απριλίου στην Αθήνα, παρουσιάστηκε σήμερα ενώπιόν μου. Ο κ. Γκάισλερ έχει την εντολή, βάσει εμπιστευτικού καταλόγου, που του δόθηκε, να προβεί στη σύλληψη 300 Ελλήνων, Γερμανών και διαφόρων άλλων ξένων. Για τις συλλήψεις αυτές οφείλει να αναφέρει στο υπουργείο Ασφαλείας του Ράιχ, το οποίο και θα αποφασίσει για την τύχη των συλληφθέντων. Ανάμεσα στις υπό σύλληψη προσωπικότητες περιλαμβάνονται διακεκριμένοι Έλληνες και Γάλλοι, γεγονός που για καθαρά υπηρεσιακούς λόγους δεν πρέπει να συμβεί. Συμφωνούντος του κ. Γκάισλερ, παρακαλώ να προκαλέσετε αμέσως διαταγή του υπουργείου Ασφαλείας, με την οποία να ορίζεται ότι στο μέλλον συλλήψεις διακεκριμένων Ελλήνων και αλλοδαπών θα γίνονται μόνον ύστερα από σύμφωνη γνώμη της υπηρεσίας [της υπ’ αυτόν] και ότι οι μέχρι τούδε συλληφθέντες διακεκριμένοι Έλληνες, για τη σύλληψη των οποίων η υπηρεσία έχει επιφυλάξεις, πρέπει να απελευθερωθούν αμέσως. Θα σας ήμουν ευγνώμων να έχω το ταχύτερο την εντολή για την απελευθέρωσή τους».

Ποιοι ήταν αυτοί οι τριακόσιοι, για τους οποίους οι γερμανικές κεντρικές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν από το Βερολίνο προετοιμάσει τη σύλληψή τους; Επρόκειτο όχι μόνο για Έλληνες, αλλά και για άλλους σχετικώς διάσημους αλλοδαπούς, που είχαν καταφύγει και εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την ειρηνική περίοδο. Ανάμεσά τους ήταν Γερμανοί και Αυστριακοί αντικαθεστωτικοί, καταζητούμενοι στο Ράιχ, για τους οποίους υπήρχε πληροφόρηση ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα, όπως ο αρχικός συνεργάτης του Χίτλερ Όττο Στράσσερ[44], ο οποίος για ένα διάστημα πράγματι είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, αλλά τελικά διέφυγε εγκαίρως με τελικό προορισμό τον Καναδά. Για τη χιτλερική Γερμανία, ο Στράσσερ ήταν ο υπ’ αριθ. 1 καταζητούμενος αντικαθεστωτικός.

Από ελληνικής πλευράς, το σημαντικότερο πρόσωπο που αναζητήθηκε και που εύκολα εντοπίσθηκε, διότι ήταν κρατούμενος στο Κέντρο Αλλοδαπών, ήταν ο αρχηγός του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης. Ο νέος διοικητής της Γεν. Ασφάλειας Α. Έβερτ ανέφερε αρμοδίως στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Ιω. Βασιλόπουλο στις 21 Μαΐου 1941 για τη μεταφορά του Ζαχαριάδη στη Γερμανία[45]:

«Λαμβάνομεν την τιμήν ν’ αναφέρωμεν ότι, ως ανέφερεν ημίν το καθ’ ημάς Κέντρον Αλλοδαπών την 9.40 ώραν της 20-5-1941, ο εκεί εγκατεστημένος Διευθυντής της Γερμανικής Αστυνομίας – Γκεσταμπό – κ. Γκάισλερ παρέλαβε τον εκεί κρατούμενον αρχηγόν του ΚΚΕ Νικόλαον Ζαχαριάδην του Παναγιώτου και της Ερατούς, όστις κατά τας πληροφορίας του ιδίου Αστυνομικού, μετεφέρθη αεροπορικώς εις Βερολίνον».

Στην πραγματικότητα ο Ζαχαριάδης μεταφέρθηκε μέσω Θεσσαλονίκης και Βελιγραδίου στη Βιέννη, απ’ όπου τον Νοέμβριο 1941 τον έστειλαν τελικά στο Νταχάου.

 

ΤΟ ΝΕΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

 

Ένα μήνα μετά την εγκατάσταση της κυβέρνησης Τσολάκογλου και τις αλλαγές στην ηγεσία των Σωμάτων Ασφαλείας, το υπουργείο Ασφαλείας υποχρεώθηκε να κάνει νέες αλλαγές λόγω της κλοπής της γερμανικής σημαίας στην Ακρόπολη και των διαμαρτυριών των Γερμανών για τις φιλοσυμμαχικές εκδηλώσεις ανωνύμων Αθηναίων. Νέοι αρχηγοί της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής ανέλαβαν οι συνταγματάρχες Σωκράτης Δημάρατος και Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος αντίστοιχα.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου για να τονώσει το πνεύμα των υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας, έστειλε την ακόλουθη διαταγή:

«ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

Αριθ. Ε.Π. 217

Εν Αθήναις τη 19 Ιουνίου 1941

Προς τα Αρχηγεία Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής

Ουδενός την αντίληψιν διαφεύγει ότι η ζωή και η υπόστασις του Λαού εξαρτάται από τα Σώματα Ασφαλείας, προς τα οποία είναι εστραμμένα τα βλέμματα όλων και η ελπίς της Πατρίδος. Εν τη ενασκήσει των υψηλών καθηκόντων όλων σας, δεν δύνανται εμφιλοχωρήσουν διαφοραί αντιλήψεων, ή ευχαί ή ευσεβείς πόθοι. Μία είναι η κατευθυντηρία εις την ενάσκησιν της εξουσίας. Πώς θα σωθή από τον κίνδυνον του υποσιτισμού η Φυλή μας και πώς θα διατηρηθούν η τάξις και η ασφάλεια. Αγωνιζόμεθα αγώνα άνευ προηγουμένου και πρέπει να το κατανοήσωμεν διά να απολαύσωμεν την Νίκην.

Νίκη θα είναι αν σωθή από τον θάνατον η Φυλή μας.

Νίκη θα είναι αν επαγρυπνή η εθνική ψυχή όλων προς εξασφάλισιν της εννοίας του Κράτους. Νίκη θα είναι αν δεν εξαχρειωθή ο κόσμος.

Νίκη θα είναι αν δεν ανατραπή η Κοινωνία.

Νίκη των Σωμάτων θα είναι αν διασωθούν η ζωή, η τιμή και η περιουσία του Λαού και αν εξασφαλισθή η επί τα έργα επίδοσίς του.

Νίκη θα είναι αν ανιδιοτελώς εξυγιανθή το Πανελλήνιον υπό των Σωμάτων Ασφαλείας.

Και η Νίκη αύτη και η Τιμή θα οφείλωνται εις τα Σώματα Ασφαλείας.

Με στέφανον δόξης θα περιβάλλωνται ταύτα εις το διηνεκές.

Ουδέποτε και εις ουδεμίαν Χώραν ενεφανίσθη τόσον ιστορικός και τόσον τιμητικός ο ρόλος διά τα όργανα Ασφαλείας.

Ας αρθώσιν εις το ύψος των περιστάσεων και ας επιτελεσθή με ευσυνειδησίαν το υψηλόν καθήκον των με την βεβαιότητα ότι θα επισύρητε την ευγνωμοσύνην του Ελληνισμού.

Παρακαλώ όπως τα όργανα ασφαλείας μη ενδίδουν εις τυχόν επεμβάσεις των ξένων, αλλά να αντιτάσσουν άπασαν την επιβαλλομένην τιμίαν στάσιν, ζητούντα το όνομα του επεμβαίνοντος, την Μονάδα, εις ην ανήκει ούτος και τον τόπον της έδρας της ξένης Μονάδος. Εις πάσαν περίπτωσιν πρέπει να καταγγέλλωνται οι αναρμοδίως επεμβαίνοντες εις τα οικεία φρουραρχεία.

Γ. ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ

Πρόεδρος Κυβερνήσεως».

 

ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΩΝ

 

Οι γνωστότερες αυτοκτονίες στις αρχές της Κατοχής είχαν διασπαρεί ως φήμες, χωρίς κανείς να μπορεί να τις επιβεβαιώσει, πολύ δε περισσότερο να τις ερμηνεύσει. Είχε προηγηθεί η πρωθυπουργική αυτοκτονία του Αλ. Κοριζή με τον «διπλό πυροβολισμό», για την οποία έχουν δοθεί ποικίλες ερμηνείες, αλλά και ποικίλες εκδοχές.

Στην Αθήνα της εποχής εκείνης, δηλαδή των πρώτων κατοχικών ημερών, είχε θέσει τέρμα στη ζωή της και μια κοσμική πλούσια Αθηναία, ονόματι Κυριακίδου, που περιέργως είχε προβεί σ’ αυτή την πράξη «γιατί δεν μπορούσε να ανεχθεί να είναι υπόδουλη»[46].

Άλλη αυτοκτονία, που γνώρισε ακόμη περισσότερη διάδοση ως φήμη, ήταν εκείνη της Πηνελόπης Δέλτα. Αυτοδηλητηριάσθηκε και πέρασαν αρκετές οδυνηρές μέρες πριν παραδώσει το πνεύμα, ενώ μέχρι να πάρει την απόφασή της έπασχε από ανίατη και επώδυνη ασθένεια.

Εκτός από την αυτοκτονία των δύο αυτών κυριών, έθεσαν τέλος στη ζωή τους τρεις αξιωματικοί του στρατού και δύο του ναυτικού.

Στην Αθήνα σύντομα θα γίνει γνωστή μια αυτοκτονία, που συνέβη πέρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα: του στρατηγού Ιω. Ζήση, διοικητή της μεραρχίας που κατέφυγε από τον Έβρο στην Τουρκία, όπου και διαλύθηκε. Τη μεραρχία αποτελούσαν κυρίως Έλληνες μουσουλμάνοι, οι οποίοι μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψαν σε ελληνικό έδαφος μέσω Βουλγαρίας, ενώ ήδη αμέσως ο διοικητής της είχε αυτοκτονήσει.

Στην Αθήνα αυτοκτόνησε ο αρχίατρος Ζορμπάς, γιος του συνταγματάρχη που υπήρξε αρχηγός της Επανάστασης του Γουδί. Κάποιος, που γνώριζε τον ίδιο και την οικογένειά του, εξεπλάγη για το γεγονός και τον χαρακτήρισε ως εξής: «Ένας άνθρωπος που καθόλου δε θα έβαζε κανείς στο νου του ότι θα ήταν από τους αδιάλλακτους πατριώτες. Συζητούσε πολύ, και η μοναδική του διασκέδαση ήταν να κάθεται στου Γιαννάκη και να βλέπει την παρέλαση των ωραίων κυριών».

Στον έντονο πατριωτισμό που τον διακατείχε οφειλόταν η αυτοκτονία του γηραιού στρατηγού Διομήδη Κομνηνού-Μηλιώτη (ο συνώνυμος εγγονός του οποίου βρήκε διαφορετικό θάνατο κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1974). Από τα παράθυρα του μεγάρου της Αθηναϊκής Λέσχης στην οδό Αμερικής παρακολουθούσε τη διέλευση Βρετανών αιχμαλώτων που συνόδευαν Γερμανοί στρατιώτες, κάποιος εκ των οποίων χτύπησε βάναυσα έναν μικρό που χειροκρότησε τους πρώτους. Ο στρατηγός θύμωσε, κατέβηκε στο πεζοδρόμιο και παρατήρησε με σκαιότητα τον Γερμανό, ο οποίος όμως αντέδρασε χαστουκίζοντάς τον. Αυτό υπήρξε αφορμή για να θιγεί ο γηραιός στρατηγός και, όταν γύρισε σπίτι του, να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

Ο πλοίαρχος του Β.Ν. Ξηρός ήταν νεοδιορισμένος αρχηγός του υποβρυχίου στόλου, όταν ήλθαν οι Γερμανοί. Έκανε ένα άλμα από τον τέταρτο όροφο του σπιτιού του, στην οδό Πατησίων, και αυτοκτόνησε εντυπωσιακά. Τα κριτήρια, που τον οδήγησαν στον θάνατο ήταν διαφορετικά από εκείνα των προηγουμένων. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία ενός φίλου του: «Ήταν ένας υγιέστατος άνθρωπος, ξανθοκόκκινος και κάθε άλλο παρά νευρικός, ώστε να κάνει κανείς τη σκέψη ότι ήταν νευρασθενικός». Κατά τη γνώμη κάποιου άλλου: «Αυτοκτόνησε γιατί τα υποβρύχια έφυγαν με την Κυβέρνηση του Βασιλέως και αυτός δίστασε, και τώρα ντρεπόταν να βγει στο δρόμο».

Αντίθετα, σε νευρασθενικά αίτια αποδιδόταν η αυτοκτονία ενός άλλου ιστορικού προσώπου, του ναυάρχου Θεοχάρη, ο οποίος πήρε ένα μπουκάλι «βερονάλ» για να οδηγηθεί στο μοιραίο.

 

 

 

[1] Πράγματι, στις 15 Μαΐου 1941 εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 13 Ν.Δ., με το οποίο απαγορευόταν «η επίκρισις των πράξεων των στρατευμάτων Κατοχής και αι εκδηλώσεις των πολιτών εν σχέσει προς τον διεξαγόμενον πόλεμον, επί ποινή φυλακίσεως και εκτοπίσεως, απαγγελλομένων ποινών και κατά των επιδεικνυόντων ολιγωρίαν διά την εκτέλεσιν τούτου Αστυνομικών οργάνων». Αυστηρότερες κυρώσεις επιβάλλονταν με νεώτερο Ν.Δ., που εκδόθηκε στις 7 Ιουνίου 1941, ενώ λίγο αργότερα επιβαρύνθηκε το νομοθετικό πλαίσιο με ακόμη σκληρότερες κυρώσεις, προβλέποντας εκτοπίσεις, οριστικές αποβολές από σχολές και σχολεία, καθώς και το κλείσιμο γραφείων και επιχειρήσεων που ανήκαν σε παραβάτες. Ωστόσο οι κατοχικοί υπουργοί, όταν μεταπολεμικά κατηγορήθηκαν ότι με τα κατασταλτικά νομοθετήματά τους αυτά διευκόλυναν το έργο του κατακτητή, υποστήριξαν ότι το έπραξαν προκειμένου η αρμοδιότητα αυτή να ανήκει στα ελληνικά δικαστήρια και όχι στους κατακτητές, ώστε να είναι επιεικέστερη η αντιμετώπισή τους.

[2] Για το θέμα της ανατίναξης των βουλγαρικών πλοίων δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Πάντως ο Λαιρντ Άρτσερ (ό.π., σελ. 289) είχε γράψει στο ημερολόγιό του στις 30 Μαΐου 1941:

«Έτριξαν άσχημα τα παράθυρά μας και στο στομάχι μας δημιουργήθηκε εκείνη η αίσθηση που έχεις πέφτοντας, όταν σήμερα το πρωί δυο βουλγαρικά φορτηγά πλοία γεμάτα άρματα και πυρομαχικά ανατινάχτηκαν στο λιμάνι του Πειραιά. Βυθίστηκε επίσης ένα ακόμα ιταλικό αντιτορπιλικό. Η Αθήνα γιορτάζει ένα – άσπρο στα άκρα του – σάβανο καπνού που προχωρά από το λιμάνι προς την πόλη. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι τα βουλγαρικά πλοία έπεσαν θύματα δολιοφθοράς. Θυμήθηκα όμως ότι ακούσαμε βρετανικά αεροπλάνα να πετούν πάνω από τον κόλπο στις 4 το πρωί και νομίζω ότι έριξαν μαγνητικές νάρκες. Πάντως, σε όποιον κι αν ανήκει η τιμή, έκανε καλά την δουλειά του, και πολύ πιθανόν να συνεργάστηκαν Έλληνες και Βρετανοί, όπως συνηθίζουν. Ήμασταν σ’ έναν συνεχή συναγερμό από το πρωί, ακούγοντας κατά διαστήματα τον πνιχτό κραδασμό από τις συνεχιζόμενες εκρήξεις στα πλοία που καίγονταν.

Οι προσπάθειες που έκανα να τηλεφωνήσω στον Βούλγαρο πρέσβη και να τον ευχαριστήσω για το γράμμα του Φέλντμαν, που μου έφερε από την Σόφια, σταμάτησαν στην γραμματέα του, που ευγενικά με πληροφόρησε ότι η καταστροφή των βουλγαρικών πλοίων είχε απορροφήσει πλήρως την προσοχή του. Έπρεπε να το περιμένω, κι ελπίζω ότι από δω και μπρος η προσοχή του θα απορροφάται από τέτοια συμβάντα».

[3] Πληροφορίες για τις επιτροπές αυτές, καθώς και μια εκτενής ανασκόπηση του έργου τους, περιλαμβάνεται εις Γ. Α. Φαρμακίδη, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήναι 1957. Ο Γεώργιος Φαρμακίδης, που υπηρετούσε ως στέλεχος του ΙΚΑ, αποσπάσθηκε στην υπηρεσία εκείνη ως υποδιευθυντής και στη συνέχεια ως διευθυντής.

[4] Ο Πολ. Σαραντόπουλος απομακρύνθηκε τελικά από την υπηρεσία του, διότι έκανε θεωρήσεις διαβατηρίων σε Εβραίους, σύμφωνα με την κατάθεση του Αντ. Δελμούζου στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων.

[5] Γ. Φαρμακίδη, ό.π., σελ. 5.

[6] Η όλη δράση του συνταγματάρχη Χρυσοχόου υπήρξε αποδοτική στο μέτρο που μπορούσε να είναι, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και την αντιπαλότητα που αντιμετώπισε αργότερα από τις δυνάμεις του ΕΑΜ. Τα στοιχεία που μεθοδικά είχε συγκεντρώσει ως γενικός επιθεωρητής νομαρχιών έχουν περιληφθεί στο πολύτομο έργο που συνέταξε και που εκδόθηκε μεταπολεμικά από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (Αθαν. Ι. Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία).

[7] Αθηναϊκές εφημερίδες 6 Μαΐου 1941 (βλ. και Χρ. Χρηστίδης, ό.π., σελ. 16-17).

[8] Η συνέντευξη εκείνη του Τσολάκογλου προς το «Κέρδος» δημοσιεύθηκε και στις αθηναϊκές εφημερίδες της 17ης Μαΐου 1941.

[9] Μία χαρακτηριστική πτυχή των αλλοιώσεων, που επιχειρούνται με την προώθηση του «ιταλικού μύθου», είναι η ηρωοποίηση των πραγματικών δοσιλόγων, που υπηρέτησαν σε πολιτικές θέσεις κατά την περίοδο που βρισκόταν σε εξέλιξη η προσάρτηση εδαφών στην Ιταλία. Επί παραδείγματι, ο επί ιταλοκρατίας Έλληνας δήμαρχος Ζακύνθου Καρρέρ ηρωοποιείται διότι διέσωσε Εβραίους «Ιταλούς» υπηκόους, ενώ χάριν της «λήθης» και του «ιταλικού μύθου» αποσιωπώνται οι μείζονος σημασίας πράξεις του υπέρ της ιταλικής προσάρτησης.

[10] Χάριν της ιστορίας αναφέρεται ότι οι Επτανήσιοι ξαναείδαν τη γαλανόλευκη μόνο μετά τη συνθηκολόγηση Μπαντόλιο και την άφιξη των …Γερμανών. Μέχρι τότε γινόταν συστηματική καταπίεση της εθνικής συνείδησης των κατοίκων, ανεξάρτητα από τα καταγραμμένα αλλεπάλληλα κρούσματα αλαζονείας των Ιταλών.

[11] Γράφει για την εθνική ενότητα κατά την πρώτη περίοδο της Κατοχής ο Γεώργιος Τσολάκογλου (Απομνημονεύματα, έκδ. «Ακροπόλεως», Αθήναι 1959, σελ. 159): «Η σκέψις όλων μας εφέρετο προς την προφανώς απειλουμένην Εθνικήν Ενότητα λόγω του ότι ο Ελληνισμός ήτο εγκαταλελειμμένος εις την τύχην του ακαθοδήγητος και ανυπεράσπιστος. Ουδενός την αντίληψιν διέφυγε το γεγονός ότι ο Ελληνισμός θα υπέφερε τα πάνδεινα μέσα εις σκληρούς κατακτητάς και εις την προπαγανδιστικήν κίνησιν δύο προαιωνίων εχθρών που επιβουλεύονται τα Εθνικά μας εδάφη και την ελευθερίαν μας».

[12] Την εποχή που ακόμη δεν είχε αποφασισθεί οριστικά η τύχη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, η κυβέρνηση Τσολάκογλου έθεσε σε διαθεσιμότητα ένα μεγάλο μέρος των διπλωματικών που παρέμεναν στην Ελλάδα, πριν αργότερα ακολουθήσει η ομαδική παραίτηση: «Διά διατάγματος του κ. προέδρου της Κυβερνήσεως τίθενται εις διαθεσιμότητα επί εξάμηνον οι κάτωθι υπάλληλοι του υπουργείου των Εξωτερικών κ.κ.: Κ. Τενεκίδης, ειδικός νομικός σύμβουλος, Ι. Γιαννές, Α. Διαλέτος, Λεων. Γάφος, Γ. Τριανταφυλλίδης, Α. Τσορμπατζής διευθυνταί α΄ τάξεως, Ι. Κοκοτάκης, Π. Αλμανάχος, Κ. Ματθόπουλος, Ν. Ανισάς, Ε. Πανάς, Κλ. Συνδίκας, Δ. Παπαλέξης, Ι. Στεφάνου, Π. Ανδρουλής, Ι. Μπέττος διευθυνταί β΄ τάξεως, Ι. Κάνδης, Π. Τριγγέτας, Γ. Αργυρόπουλος, Γ. Σούρλας, Κ. Βατικιώτης, Οικονόμου-Γκούρας, Χ. Ζαμαρίας, Α. Κύρου, Γ. Καψαμπέλης τμηματάρχαι α΄ τάξεως, Ι. Σταυρόπουλος, Κ. Παπαδόπουλος, Κ. Ανδρεάδης, Κ. Χατζηθωμάς, Κ. Παπάς, Ευ. Κουλουμπής, Α. Μάνος, Ο. Κοντόσταυλος, Γ. Χριστοδούλου τμηματάρχαι β΄ τάξεως. Εκ των διευθυντών του υπουργείου των Εξωτερικών παραμένουν εν ενεργεία οι κ.κ. Δ. Τζιρακόπουλος και Δ. Αργυρόπουλος προκειμένου να χρησιμοποιηθούν εις εμπιστευτικάς υπηρεσίας» (αθηναϊκές εφημερίδες, 21 Ιουνίου 1941). Πλην των δύο τελευταίων διπλωματών, που από την αρχή έδειξαν διάθεση πλήρους συνεργασίας με την κατοχική κυβέρνηση (εξ αυτών ο Τζιρακόπουλος ήταν εξ αγχιστείας συγγενής του Τσολάκογλου), και άλλοι εκ των τιμωρηθέντων υπαλλήλων του υπουργείου Εξωτερικών τελικά επέλεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, γεγονός που οπωσδήποτε βοήθησε τον χειρισμό των εθνικών θεμάτων κατά την κρισιμότατη εκείνη εποχή.

[13] Επ’ αυτού κατέθεσε στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων σχετικά ο πρέσβης Αντώνιος Δελμούζος, μετέπειτα γενικός διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων: «Οι Γερμανοί μας διέταξαν να φύγουμε και να πάμε μετά δέκα ημέρας στο υπουργείον, το οποίον όμως διέλυσαν. Όταν μας εκάλεσαν να ορκισθούμε τον όρκον προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, οι περισσότεροι παρητήθημεν. Ο κ. Τσολάκογλου εκάλεσε εμέ και τους κ.κ. Πολίτην και Μελάν. Μας έδωσε μίαν διακοίνωσιν προς τους Γερμανούς. Την εμελετήσαμεν και του είπομεν ότι ήτο πολύ καλή, ως ήτο. Εις αυτήν η κυβέρνησις έλεγεν ότι αν δεν ικανοποιούντο τα αιτήματα, θα απεσύρετο»». Είπε επίσης ότι όταν έγινε ενέργεια για να ανασυσταθεί το υπουργείο, αντιτάχθηκαν οι υπάλληλοι με το επιχείρημα ότι ήταν δυνατόν οι Γερμανοί να ζητήσουν την προσχώρηση της Ελλάδος στον Άξονα.

[14] Λ. Άρτσερ, ό.π., σελ. 281 (εγγραφή 18 Μαΐου 1941).

[15] Λ. Άρτσερ, ό.π., σελ. 290 (εγγραφή 30 Μαΐου 1941).

[16] Λ. Άρτσερ, ό.π., σελ. 303 (εγγραφή 29 Ιουνίου 1941).

[17] Λ. Άρτσερ, ό.π., σελ. 315-316 (εγγραφή 23 Ιουλίου 1941).

[18] Ελεύθερον Βήμα, 2 Μαΐου 1941.

[19] Για το κλίμα, που υπήρχε σ’ αυτή την πρώτη περίοδο της Κατοχής, ως προς την κινητικότητα των γερμανοφίλων, έχει γράψει και ο Αμερικανός Λ. Άρτσερ στο ημερολόγιό του (ό.π., σελ. 276-277, εγγραφή 11 Μαΐου 1941):

«…Μια τέτοια κίνηση δημιουργήθηκε από τον ταγματάρχη Μπότσαρη, γόνο άριστης οικογένειας, αλλά και μαύρο πρόβατο μεταξύ των συναδέλφων του αξιωματικών που τον απέταξαν για διάφορα παραπτώματά του κατά την διάρκεια του πολέμου. Στρατολόγησε για συναρχηγούς του τον Πολυχρονόπουλο, τον πρώην αστυνομικό διευθυντή, που απαλλάχτηκε από ένα πουλημένο δικαστήριο ενόρκων κατά την δίκη του για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Βενιζέλου, τον Θεοφυλάτη [= Θεοφιλάτο], έναν Ελληνοαμερικανό που παραπέμφθηκε για τους ίδιους λόγους, και τον Γιαννίνο [= Γιάνναρο], έναν δημοσιογράφο που είχε κατηγορηθεί για εκβιασμό και δυσφήμιση [;]. Είναι γνωστό ότι έκαναν προτάσεις στον νέο Γερμανό πρέσβη φον Άλτενμπουργκ, που είναι όμως αρκετά διορατικός και αντιλήφθηκε ότι δεν θα έχουν καμιά λαϊκή υποστήριξη από τους φιλελευθέρους για την διατήρηση της τάξης στην χώρα, η Γερμανία θα αγνοήσει τις προσπάθειες ναζιστικού κόμματος στην Ελλάδα. Έχει παύσει, όμως, να υπάρχει η αρχική προθυμία για κάποια ανοχή στην κυβέρνηση που διόρισε ο Άξονας ώστε να μπορέσει να αναδιοργανώσει την δημόσια διοίκηση, και άρχισε σκληρή κριτική εναντίον της».

[20] Βλ. Π. Στεριώτη, ό.π., σελ. 94-96. Η αξιοπιστία των όσων αναφέρονται για την υποψηφιότητα Γιάνναρου θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με επιφυλακτικότητα.

[21] Βλ. Θάνου Μεταξά, Ανδρέας Κονδάκης, Αθήναι 1943, σελ. 19-20.

[22] Βλ. Πέτρου Στεριώτη, Προσπάθειαι άξιαι τιμής, Αθήναι 1945, σελ. 4.

[23] Βλ. Δημοσθένη Κούκουνα, Η γερμανική και η ιταλική προπαγάνδα πριν και κατά την Κατοχή, γ΄έκδοση, Εκδ. Μέτρον, Αθήνα 1984.

[24] Το πλήρες κείμενο της επιστολής του Ν. Θεολόγου, ως προέδρου της Μόνιμης Εκτελεστικής Επιτροπής του Παμπροσφυγικού Συνεδρίου, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1941, περιλαμβάνεται στα απομνημονεύματα του Τσολάκογλου (ό.π., σελ. 164).

[25] Την άποψη αυτή εκφράζει σύγχρονος ερευνητής (βλ. Κωνσταντίνου Λούλου «Διαρθρωτικές τομές και συνέχειες σε βασικούς μηχανισμούς εξουσίας διά μέσου των “εκκαθαρίσεων”, 1936-1946», εις Η Ελλάδα ’36-’49 – Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο, επιμ. Χάγκεν Φλάισερ, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σελ. 296).

[26] Κωνσταντίνου Λούλου, ό.π., σελ. 294.

[27] Ο Νικόλαος Γιοκαρίνης, που εμφανιζόταν ως προσωπικός φίλος του Μουσολίνι, πέρασε σύντομα στη διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου και από αντικαταστάτης του Θ. Νικολούδη έγινε πλέον αντικαταστάτης του Κ. Μπαστιά. Στο διάστημα που ασκούσε τα καθήκοντα του διευθυντή Τύπου και Ραδιοφωνίας με πολύ ενδιαφέρον διακινούσε στον Τύπο την πολεμική εναντίον της 4ης Αυγούστου, πνέοντας μένεα για την αντιμετώπιση που του είχε επιφυλάξει ο Κ. Μανιαδάκης λίγο πριν από την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, διαπομπεύοντάς τον ως μαυραγορίτη.

[28] Όπως ήταν αναμενόμενο, αφότου η Ελλάδα εισήλθε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εκμηδενίσθηκε η τουριστική κίνηση, ήδη υποτονική σε σχέση με τα προ του Σεπτεμβρίου 1939 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της Κατοχής σημειώνονταν αφίξεις ξένων τουριστών για να επισκεφθούν τα αρχαία μνημεία της χώρας, κυρίως Σουηδών, Ελβετών ή Ούγγρων.

[29] Μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση εκδήλωσης αντιβασιλικών αισθημάτων είναι το πρώτο από τα δημοσιευθέντα άρθρα του υπουργού Εσωτερικών Π. Δεμέστιχα («Και τώρα;», αθηναϊκές εφημερίδες 7 Μαΐου 1941), καθώς και αργότερα τα ακόμη πιο αιχμηρά άρθρα του υπουργού Οικονομικών Σ. Γκοτζαμάνη (ένα εκ των οποίων με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Σιώπα Γεώργιε!»). Είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο, που υπέγραφε ο Δεμέστιχας, περιείχε βαρύτατες εκφράσεις που απαξίωναν τον Γεώργιο Β΄, ευρισκόμενο τότε επικεφαλής του συνεχιζόμενου αγώνα στην Κρήτη, καθώς επίσης αντισυμμαχικές και αντιεβραϊκές αναφορές:

«…Ο Ελληνικός λαός φιμωμένος και σιδηροδέσμιος από την κλίκα που τον εκυβέρνα, παρεπλανήθη, εμορφινίσθη και κατήντησε να ζη μέσα εις μίαν παραίσθησιν, συγχρόνως δε η ωμή του Μανιαδάκη τυραννία, έπνιγε κάθε φωνή που θα υπεδείκνυε τον δρόμον της εθνικής σωτηρίας… Η Αγγλία ως δύναμις δυναμένη όπως μέχρι τούδε, διά του “διαίρει και βασίλευε” και διά του εβραϊκού κεφαλαίου να ελέγχη και κατευθύνη την πολιτικήν, οικονομικήν και κοινωνικήν ζωήν της Ευρώπης, έχει πεθάνει. Και ήτο καιρός…».

Στις 14 Ιουνίου 1941 δημοσιεύεται δεύτερο άρθρο του Π. Δεμέστιχα, αυτή τη φορά με ιταλόφιλες θέσεις. Από το περιεχόμενο των άρθρων του ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ακύρωνε τον αγώνα του Μετώπου. Αργότερα, κατά τη δίκη των δοσιλόγων υπουργών, ο στρατηγός Π. Δεμέστιχας αποκήρυξε το περιεχόμενο εκείνων των άρθρων. Ελέχθη ότι, ύστερα από δεύτερη γνώμη, έγινε προσπάθεια να αποσυρθούν τα άρθρα πριν από τη δημοσίευσή τους, αλλά ήδη είχαν ενταχθεί στην ύλη των εφημερίδων.

Το συγκεκριμένο άρθρο του Δεμέστιχα είχε συνταχθεί από έναν γνωστό δημοσιογράφο της εποχής αριστερών φρονημάτων, τον Πότη Δημητρακαρέα, ο οποίος το 1954 θα αποδειχθεί ότι ήταν ο συγγραφέας ενός άλλου θορυβώδους κειμένου, που καταδίκαζε τον αγώνα των Κυπρίων και που θεωρήθηκε ότι είχε διοχετευθεί από την Ιντέλιτζενς Σέρβις (με αποτέλεσμα να αποπεμφθεί με εντολή του πρωθυπουργού Παπάγου ο τότε αρχηγός της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το υπονομευτικό εκείνο κείμενο). Ο Π. Δημητρακαρέας, επαγγελματίας κειμενογράφος επί πληρωμή, ασφαλώς δεν θα ενεργούσε για λογαριασμό της Ιντέλιτζενς Σέρβις γράφοντας το 1941 τα άρθρα του Δεμέστιχα…

[30] Κ. Λούλου, ό.π., σελ. 205.

[31] Ενδιαφέρουσα μικρή ιστορία είναι η ακόλουθη, αναφορικά με την επίταξη των ανακτορικών αυτοκινήτων από τους Γερμανούς, που την αναφέρει ο Λ. Άρτσερ (σελ. 269, 1 Μαΐου 1941):

«Η Αλεξάνδρα [Μελά] μπήκε στο γραφείο σήμερα το πρωί όλο ενθουσιασμό και έπαρση για ένα περιστατικό που αφορούσε τον άνδρα της, ακόλουθο στα ανάκτορα. Οι Γερμανοί είχαν απαιτήσει χθες την παράδοση όλων των ανακτορικών αυτοκινήτων. Ο σύζυγος της Αλεξάνδρας [Μίκης Μελάς, γιος του Παύλου Μελά] είχε δώσει αποβραδίς την εντολή να μεταφερθούν τα αυτοκίνητα στον στρατώνα της ευζωνικής φρουράς, στην απέναντι μεριά του δρόμου, για να τα παραδώσουν το πρωί χωρίς να χρειαστεί να πάνε ξανά στους χώρους των ανακτόρων. Το πρωί όμως κλήθηκε στον στρατώνα για να βρει δεκαέξι ατρόμητους εύζωνες φρουρούς στημένους στον τοίχο απέναντι σ’ ένα πολυβόλο που κρατούσαν οργισμένοι Γερμανοί, οι οποίοι, σε μια έκρηξη θυμού, ανέφεραν ότι τα αυτοκίνητα είχαν καταστεί άχρηστα από δολιοφθορά. Μοναδική δυνατή τιμωρία ήταν η εκτέλεση. Ο συνταγματάρχης, που προσπαθούσε αλλόφρων να σκεφτεί κάποιον τρόπο να σώσει τους άνδρες του, έβαλε τις φωνές στα ελληνικά αποκαλώντας τους ευζώνους κλέφτες και άλλες προσβλητικές λέξεις, παρεμβάλλοντας όμως στις βρισιές που εκστόμισε δήθεν οργισμένος προειδοποιητικά μηνύματα ότι έπαιζε θέατρο για να κερδίσει χρόνο. Σχεδόν έπαθε συγκοπή όταν ανακάλυψε ότι δύο από τους ανθρώπους που είχαν έρθει με τους Γερμανούς ήταν Έλληνες, που κατάλαβαν τι συνέβαινε, αλλά πρόλαβε να τους σταματήσει πριν τον προδώσουν κατηγορώντας και αυτούς για συνέργεια με τους “κλεφταράδες φρουρούς”. Τελικά οι εύζωνοι μπήκαν στο νόημα και παραδέχτηκαν ότι είχαν πραγματικά κλέψει τα ανταλλακτικά. Πέτυχε έτσι ν’ αφήσουν σ’ αυτόν οι Γερμανοί την τιμωρία των ανδρών του, για κλοπή και όχι για δολιοφθορά. Την γλίτωσαν όμως παρά τρίχα, όπως μου το επιβεβαίωσε και ο Φόυ Κόχλερ που παρακολουθούσε το όλο επεισόδιο από ένα παράθυρο της αμερικανικής πρεσβείας. Ο συνταγματάρχης κατάφερε να επιδιορθώσει τέσσερα αυτοκίνητα και υποσχέθηκε να παραδώσει και τα άλλα αργότερα».

[32] Ο Κώστας Κοτζιάς είχε εκλεγεί δήμαρχος Αθηναίων στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1934. Μερικές εβδομάδες νωρίτερα η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, φοβούμενη μήπως, επειδή είχαν κατέλθει πλην Κοτζιά ως υποψήφιοι οι Σπ. Μερκούρης και Σπ. Πάτσης, διασπασθεί η δύναμή της και εκλεγεί ο τελευταίος (που υποστηριζόταν από τους βενιζελικούς), εξέδωσε ένα νέο νόμο, με τον οποίον περιόριζε τα όρια του ούτως ή άλλως υδροκεφαλικού Δήμου Αθηναίων και ιδρύονταν άλλοι μικρότεροι δήμοι (Βύρωνα, Καισαριανής, Νέας Ιωνίας, Περιστερίου κ.ά., ενώ αποσπάσθηκαν η Κηφισιά, το Μαρούσι και το Χαλάνδρι και έγιναν ανεξάρτητες κοινότητες άλλες περιοχές, όπως Ν. Φιλαδέλφεια, Ν. Σμύρνη, Καματερό, Αιγάλεω, Πεντέλη, Ν. Φιλοθέη κ.ά.). Η ρύθμιση αυτή δεν ήταν και τόσο μικροκομματικής έμπνευσης, όπως αρχικά γίνεται αντιληπτό, διότι το λεκανοπέδιο Αττικής είχε εποικισθεί υπέρμετρα κατά τα τελευταία χρόνια, λόγω της αθρόας εγκατάστασης προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Τελικά, όμως, στις εκλογές εξελέγη ο Κοτζιάς, που έφερε βαρέως ότι κυβέρνηση, στην οποία ανήκε πολιτικά, του αφαίρεσε κατ’ αυτόν τον τρόπο τέτοιες μεγάλες περιοχές. Όταν ο Μεταξάς, με τον οποίον βεβαίως συνδεόταν στενά, κήρυξε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, δρομολογήθηκε αμέσως η αναβάθμισή του σε υπουργικό επίπεδο, ουσιαστικά όμως επανερχόταν στα διοικητικά όρια που είχε ο Δήμος Αθηναίων ένα μόλις μήνα πριν εκλεγεί ο ίδιος.

[33] Έχει γίνει λόγος ότι μάλλον αυτοκτόνησε.

[34] Ο Άγγελος Γεωργάτος (1907-1973), υιός γνωστού υποδηματοποιού της οδού Σταδίου, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τον εργοδοτικό συνδικαλισμό για να καταλήξει πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Βιοτεχνών Ελλάδος και του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Με τον Κων. Βοβολίνη, εκδότη του αντιστασιακού «Ελληνικού Αίματος», ήταν γνωστή η προσωπική αντιπαράθεση που είχαν και εξ αιτίας της οποίας δυσφημίσθηκε ο πρώτος. Στο τέλος της Κατοχής είχε πάρει μέρος σε διαπραγματεύσεις των Γερμανών με εκπροσώπους του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής για να γίνει σεβαστό το ανοχύρωτο της Αθήνας κατά την Απελευθέρωση. Μετά τον πόλεμο παρασημοφορήθηκε από τον στρατάρχη Αλεξάντερ. Πέθανε ξαφνικά ένα μεσημέρι του 1973 σε μια ταβέρνα της οδού Λυκαβηττού, ενώ έτρωγε.

[35] Βλ. τον απολογισμό που δημοσίευσε ο Δήμος Αθηναίων επί δημαρχίας Α. Γεωργάτου, με τίτλο «Αύγουστος 1941-Αύγουστος 1942, εν έτος δράσεως του Δήμου Αθηναίων», Αθήναι 1942. Περιέχονται διάφορα στατιστικά στοιχεία και σύντομα σημειώματα ανά τομέα, καθώς και μια σκιαγραφία του Γεωργάτου, γραμμένη από τον Δ. Μπόγρη και αναδημοσιευμένη από την τουρκική εφημερίδα «Βατάν».

[36] Ο Α. Γεωργάτος διατηρούσε άριστες σχέσεις με τις ιταλικές κατοχικές αρχές και ιδιαίτερα τον Ιταλό πληρεξούσιο Πελεγκρίνο Γκίτζι, ενώ τον Ιούλιο 1942, όταν ο Μουσολίνι επισκέφθηκε την Αθήνα, τον υποδέχθηκε με τιμές, δημοσίευσε δε άρθρα του στην προπαγανδιστική έκδοση «Κουαδρίβιο».

[37] Βλ. Δημητρίου Αλ. Γέροντα, Ιστορία του Δήμου Αθηναίων (1835-1971), Αθήναι 1972, σελ. 169.

[38] Πρόκειται για τον ονοματοδότη – μαζί με τον αεροπόρο Καμπέρο, της ποδοσφαιρικής ομάδας «Ολυμπιακός» το 1925, οπότε είχε εκλεγεί πρώτος πρόεδρος του ΟΣΦΠ.

[39] Ο Κωνσταντίνος Τσιάκος υπήρξε το 1951 συνιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων Αττικής.

[40] Ανάμεσα στις πρώτες μεταβολές που αποφασίσθηκαν στις ηγετικές θέσεις της Χωροφυλακής: Ο αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης αντισυντ. Παπαργύρης μετατέθηκε στην Πάτρα ως ανώτερος διοικητής Δυτ. Πελοποννήσου, ενώ στη θέση του τοποθετήθηκε ο αντισυντ. Μαντούβαλος. Ο ανώτερος διοικητής Στερ. Ελλάδος αντισυντ. Πάντσας ανέλαβε με έδρα την Κοζάνη διοικητής της Ανωτ. Διοίκησης Δυτ. Μακεδονίας και με υποδιοικητή τον αντισυντ. Παπαδημητρίου (μέχρι τότε διευθυντή Χωροφυλακής του υφυπουργείου), ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον αντισυντ. Δρακόπουλο.

[41] Στις 6 Μαΐου 1941 ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών Ι. Βασιλόπουλος υπέγραψε τις μεταβολές στα διάφορα τμήματα και υπηρεσίες της δικαιοδοσίας του, με την τοποθέτηση των ακολούθων αστυνόμων: Γερ. Λιαρομάτης διοικητής Τροχαίας Κινήσεως, Γ. Λίναρης υποδιοικητής της ίδιας, Αναστ. Κατσούλης διοικητής Α΄ Αστυνομικού Τμήματος, Νικ. Τσαούσης διοικητής Β΄ Α.Τ., Κων. Μαρουλάκος διοικητής Γ΄ Α.Τ., Ηλ. Σακελλαρόπουλος διοικητής Δ΄ Α.Τ., Ιω. Μπερσής διοικητής Ε΄ Α.Τ., Θ. Ρακιντζής διοικητής ΙΓ΄ Α.Τ., Δημ. Κόλλιας διοικητής ΙΑ΄ Α.Τ., Στ. Δρακόπουλος διοικητής Ζ΄ Α.Τ., Σ. Πολιτόπουλος διοικητής Η΄ Α.Τ., Σ. Πίτσος διοικητής Θ΄ Α.Τ., Κ. Παπασταματίου διοικητής ΙΒ΄ Α.Τ., Ιω. Τζαμαλούκας διοικητής ΣΤ΄ Α.Τ., Περ. Γιαλαμάς διοικητής Ι΄ Α.Τ., Ιω. Πανταζόπουλος διοικητής ΙΣΤ΄ Α.Τ., Χαρ. Λεκατσάς διοικητής ΙΔ΄ Α.Τ., Ιω. Κουβαράκης διοικητής ΙΕ΄ Α.Τ., Σωτ. Σταματιάδης διοικητής ΙΖ΄ Α.Τ., Δημ. Λασκαρίδης διοικητής ΙΗ΄ Α.Τ., Ιω. Τσαγγάρης διοικητής ΚΒ΄ Α.Τ., Νικ. Παπαδημητρίου διοικητής ΙΘ΄ Α.Τ., Παν. Μουτογιάννης διοικητής ΚΑ΄ Α.Τ., Θωμάς Καρυώτης διοικητής Τμήματος Αγορανομίας, Ν. Σπηλιωτακάρας υποδιοικητής του ίδιου, Γεώργ. Γεωργακόπουλος στο ίδιο, Διον. Μπαϊλάκης στο γραφείο δημοσίων κατηγόρων. Επίσης τοποθετήθηκαν οι αστυνόμοι Α. Χρυσικός, Κων. Μπάρλας, Μ. Μανωλόπουλος, Π. Χριστοδούλου και Αρ. Δημάκης στο υπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας, οι Χ. Οικονομάκης, Ευάγ. Καραμπέτσος και Ιω. Τσουλούφος στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, οι Βασ. Βασιλείου, Κων. Κόντος και Σπ. Κουτσουρούμπος στο επιτελείο της Αστυνομικής Διεύθυνσης, οι Κ. Τσιρώνης και Γ. Παρπαρίας στο επιτελείο του αρχηγείου της Αστυνομίας Πόλεων. Ευρείας κλίμακας μεταβολές έγιναν και ως προς τους υπηρετούντεςε αστυνομίας.

[42] Αντ. Βολταιράκη, ό.π., σελ. 85.

[43] Βλ. Δ. Κούκουνα, Οι μυστικές διαπραγματεύσεις του ΕΑΜ με την κυβέρνηση Ιω. Ράλλη, Εκδ. Μέτρον, Αθήνα 1985. Πρβλ. Μιλτιάδη Έβερτ, Άγγελος Μ. Έβερτ – Η Δράση του στην Κατοχή μέσα από Μαρτυρίες, Εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2007, σελ. 155.

[44] Ο Όττο Στράσσερ (1897-1974) υπήρξε στέλεχος του Γερμανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος πριν προσχωρήσει το 1925 στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ, όπου εξέφραζε την αριστερή τάση. Το 1930 εκδιώχθηκε και ίδρυσε στη Γερμανία το Μαύρο Μέτωπο. Το 1933, όταν ανήλθε ο Χίτλερ στην εξουσία, εγκατέλειψε τη Γερμανία και ύστερα από μακρά περιπλάνηση σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, το 1941 εγκαταστάθηκε στον Καναδά. Με βιβλία και δημοσιεύματά του αντιτάχθηκε στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το 1955 επέστρεψε στη Γερμανία και προσπάθησε να δημιουργήσει νεοναζιστικό κίνημα, το οποίο όμως δεν προσέλκυσε λαϊκή στήριξη. Ο αδελφός του Γκρέγκορ Στράσσερ παρέμεινε στις τάξεις του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος για μεγαλύτερο διάστημα και το 1934 εκτελέσθηκε λόγω συμμετοχής του σε αντιχιτλερική συνωμοσία.

[45] Βλ. Δημοσθένη Κούκουνα, Νίκος Ζαχαριάδης – Η άγνωστη ζωή του κομμουνιστή ηγέτη, Εκδ. Μέτρον, Αθήνα 2007, σελ. 71.

[46] Βλ. Περικλής Βυζάντιος, Η ζωή ενός ζωγράφου – Αυτοβιογραφικές σημειώσεις, έκδοση ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994, επιμ. Λίνας Κάσδαγλη, σελ. 181-182. Εκεί γίνεται αναφορά, εκτός από την Κυριακίδου, και στους Ξηρό, Ζορμπά και Θεοχάρη.

Πηγή: aera2012.blogspot.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s