Gallery

Ο ΣΒΩΛΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ

Αλέξανδρος Σβώλος: Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΗ ΣΥΡΡΑΞΗ

Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Θα ηύχετο κανείς να είχε υπερνικηθεί απ’ όλες τις μερίδες του λαού η υπόθεση των δεκεμβριανών, για να μην αποτελεί μια πρόφαση που χρησιμοποιείται εναντίον κάθε ενωτικής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας.

Είναι βέβαιο ότι στα βάθη της ψυχής των πλατιών, των ταλαιπωρημένων λαϊκών στρωμάτων, αυτό το σύνθετο αίσθημα διαπιστώνεται: κόρος απ’ την άγονη έριδα του παρελθόντος, λαχτάρα γαλήνης και ανοικοδομητικής δουλειάς, εξορκισμός παρόμοιας σαν την περσινή σύρραξη.

Ωστόσο είναι ευεξήγητη η ανακίνηση ολόκληρης της ιστορίας των αιματηρών γεγονότων. Και μολονότι στη μεγίστη του έκταση το φαινόμενο είναι μία ακόμα μορφή των πολιτικών εκμεταλλεύσεων που αποτελούν το οπλοστάσιο της Δεξιάς, είναι βέβαιο, εν τούτοις, ότι πάρα πολύς κόσμος θα ήθελε να διαφωτισθεί πληρέστερα, να σχηματίσει ακριβέστερη γνώμη για τα περσινά γεγονότα.

Και είναι φυσικό. Τα θύματα στάθηκαν πολλά μεταξύ των αθώων και των αμάχων. Οι καταστροφές και οι ζημιές επίσης. Αδικαιολόγητες και ανεξήγητες αιματηρές υπερβασίες σημειώθηκαν σε σοβαρή έκταση κι αποδοκιμάσθηκαν απ’ όλους. Ο συγκλονισμός ήταν ζωηρός κι άφησε εντυπώσεις. Η «ομηρία» εξήγειρε την κοινή συνείδηση. Αλλ’ εξάλλου ο λαϊκός ηρωισμός, ένας άφθαστος ηρωισμός πέντε περίπου εβδομάδων άνισης πάλης, δημιούργησε κατάπληξη και στους πιο φανατικούς εχθρούς των λαϊκών οργανώσεων που πήραν μέρος στη σύρραξη κι είναι ένα γεγονός που συγκινεί καθ’ εαυτό και προκαλεί τον θαυμασμό.

Ακόμα και γενικότερα: Η πολιτική πείρα και η ψυχραιμία της αριστεράς ηγεσίας που καθοδήγησε ως το τέλος τον μαχόμενο λαό αμφισβητήθηκε με πολλά ερωτηματικά και με την ύστερη αυτοκριτική του ΚΚΕ. Στην αντίθετη όμως πλευρά, ολόκληρη η μεταδεκεμβριανή ιστορία ενός χρόνου απέδειξε χειροπιαστά και μ’ έναν αιματηρότατο τρόπο τι προθέσεις αντιλαϊκές υπήρχαν από τότε. Και για να είμαστε όσο μπορεί πιο αντικειμενικοί, έκανε πάρα πολύ πιθανή την εκδοχή ότι και χωρίς την επίκληση των γεγονότων του περσινού Δεκέμβρη, πάλι η Δεξιά, εφ’ όσον θα μπορούσε, με δικές της και με ξένες δυνάμεις θα σχημάτιζε ένα μηχανισμό εξουσίας με επιδιώξεις αντιδημοκρατικές και αντικοινωνικές – γιατί αυτό απαιτεί το ολιγαρχικό της συμφέρον και ο «φόβος του λαού» που την συνέχει σ’ όλες τις χώρες της γης.

Φυσικά, όσο είναι βέβαιο, για την αντίληψή μας, ότι η αριστερή ηγεσία έπεσε στην ψυχολογική και πολιτική παγίδα όλων εκείνων των πολλαπλών δυνάμεων που είχαν συμφέρον να χτυπήσουν το λαϊκό κίνημα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις κινήσεις του και τα λάθη του – σχεδόν όπως έγινε και με το «κίνημα» της Μέσης Ανατολής – άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η Δεξιά γελάστηκε πιστεύοντας ότι πολιτικές εξελίξεις που βασίζονται μόνιμα σε μια λαϊκή δύναμη που φυσιολογικά αυξάνει, μπορούν να ανατραπούν ή να ανασταλούν για πολύν καιρό με μια στρατιωτική ή και με μια πολιτική ήττα οποιασδήποτε μορφής.

Αλλ’ οπωσδήποτε, όλες αυτές και ένα σωρό άλλες απόψεις υπογραμμίζουν το ενδιαφέρον της ιστορίας της δεκεμβριανής σύρραξης. Το κακό είναι ότι δεν είναι δυνατό να εξιστορηθεί με πληρότητα η περίοδος αυτή με το σεισμικό χαρακτήρα και τα σοβαρά παρασκηνιακά γεγονότα. Ό,τι διαθέτει σήμερα όποιος θέλει να μάθει και να κρίνει, είναι σχεδόν μόνο οι προσωπικές θέσεις και η πείρα των παραγόντων που αναμίχθηκαν στην προϊστορία ή την ιστορία των γεγονότων.

Τα ιστορικά γεγονότα απαιτούν μια γενικότερη κατανόηση. Δεν έχει ίσως γίνει αρκετά αντιληπτό στον τόπο μας ότι σ’ όλους τους λαούς της Ευρώπης που οργάνωσαν απελευθερωτικόν αγώνα εναντίων των κατακτητών των, συμπλέχθηκε με το καθαρά εθνικό και ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, που φυσικό ήταν να τείνει στην εξουσία για τους λαϊκούς σκοπούς της μεταβατικής περιόδου. Το πολιτικό αυτό κίνημα πήρε μια βαθύτατη καθιέρωση απ’ την ορμητική πρωτοβουλία νέων δυνάμεων, κατά κανόνα αριστερών, (αντίθετο παράδειγμα είναι το κίνημα του Ντε Γκωλ στη Γαλλία) και στερεώθηκε με τον όγκο των θυσιών, που αν τις συγκρίνει κανείς με την αδράνεια των πλείστων υπευθύνων ηγετικών στοιχείων του αστικού κόσμου και με τη συνεργασία μερικών με τον εχθρό, καταλαβαίνει τι έντονη αυτοπεποίθηση δημιουργήθηκε στις μαζικές δυνάμεις που πήραν τα όπλα, και τι δικαιώματα ήταν ευεξήγητο να διεκδικεί ο ένοπλος αυτός λαός. Αν δει κανείς έτσι τα πράγματα καταλαβαίνει και τι δυσκολίες θα παρουσίαζε κάθε αφοπλισμός, τι λεπτό που ήταν το πρόβλημα της δημοκρατικής εξουσίας στις απελευθερούμενες χώρες, πόσο θα το περιέπλεκαν, θα το νόθευαν εξωτερικές επεμβάσεις και μάλιστα στρατιωτικές.

Η οριστική καθιέρωση αυτών των πολιτικών κινημάτων με τα δημοκρατικά μέσα της επικράτησης δεν ήταν και δεν έπρεπε να είναι αδύνατη, ακριβώς στις χώρες εκείνες, σαν την Ελλάδα, όπου είχαν μια ευρύτατη λαϊκή βάση κι ένα λαϊκό ενθουσιασμό χωρίς προηγούμενο. Αρκεί να μπορούσε να υπερνικηθεί η φυσική αντίδραση της ολιγαρχίας. Και εδώ ακριβώς ήταν το καίριο σημείο, το φράγμα του ρεύματος και ο κίνδυνος της ομαλής περαιτέρω πορείας του.

Δεν έκρυβε τις προθέσεις της η Δεξιά.

Κι αν ισχυρίζετο ότι προκαλούσε δυσπιστία η Αριστερά με τη λαϊκή δύναμή της, με τα όπλα της, που οπωσδήποτε θα τα κατέθετε, και πολλές φορές με την αψυχολόγητη επίδειξή της, είναι αναμφισβήτητο ότι η ίδια δημιουργούσε φόβο στην αριστερά για τις επιδιώξεις της ύστερα από τον αφοπλισμό – φόβο που τα σύγχρονα γεγονότα τόν έκαναν να αποδειχθεί τόσο βάσιμος.

Έτσι ολόκληρο σχεδόν τον Οχτώβρη και το Νοέμβρη του 1944 η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα ήταν ατμόσφαιρα γενικής, αμοιβαίας δυσπιστίας. Δεν έχει ουσιαστική σημασία ποιός ήταν τότε δικαιολογημένος να δυσπιστεί στον άλλο και ποιός όχι. Σημασία έχει ότι η γενική δυσπιστία που βάραινε θανάσιμα κάθε προοπτική του άμεσου μέλλοντος, ματαίωνε τις προσπάθειες για την πρόληψη της σύρραξης.

Βέβαια προσπαθώντας να προλάβουμε τη σύρραξη δεν ξεκινούσαμε ατοποθέτητοι πολιτικά και κοινωνικά. Ήμαστε και τότε όπως και τώρα στο στρατόπεδο της Αριστεράς και ήταν φυσικό να βλέπουμε την όλη κρίση με το πρίσμα των λαϊκών συμφερόντων και του δημοκρατικού μέλλοντος που μας συγκινούσαν. Πιστεύαμε όμως ότι ο «εμφύλιος πόλεμος» μπορούσε να μη γίνει και έχοντας την πεποίθηση αυτή και την έμμονη θέληση να τον αποφύγουμε όσο τουλάχιστο εξηρτάτο από εμάς, κάναμε ένα χρέος προς τον λαό αγωνιζόμενοι για τις ειρηνικές λύσεις.

Θα μου δοθεί ευκαιρία να τοποθετήσω και λεπτομερειακά μερικά γεγονότα για να καταμερισθούν και μερικές συγκεκριμένες ευθύνες και να γνωσθούν μερικές αλήθειες. Θα ’θελα μόνο να τονίσω ότι οι προσπάθειές μας εξαντλήθηκαν προς όλες τις πλευρές που μπορούσαν να διευθύνουν τα γεγονότα και ότι με όσην επιμονή επιδιώξαμε απ’ τις αρχές του 1944 την εθνική ενότητα – και της δώσαμε μια συνεισφορά όσο κανείς άλλος – με ίσον φανατισμό καταναλωθήκαμε στην έμμονη ιδέα ν’ αποφευχθεί η αιματοχυσία – η αιματοχυσία που είχαμε επιτύχει ν’ αποφευχθεί την ώρα της απελευθερώσεως.

Είναι φυσικό, να μας ενδιαφέρει εντελώς ιδιαίτερα η ενατένιση της δεκεμβριανής σύρραξης απ’ την άποψη της κριτικής των γεγονότων που καλά ή κακά σχετίσθηκαν με το αριστερό κίνημα – απ’ την άποψη της πείρας που χρειάζεται να συγκομίσει για τον εαυτό του ο λαός, για να του χρησιμεύσει παραπέρα στη διαδικασία της πολιτικής αξιοποίησης των ιδανικών του, στη διαδικασία της συσχέτισης μέσων και σκοπών.

Γεγονότα τέτοιας μαζικής σημασίας σαν τη δεκεμβριαή σύρραξη, μπαίνουν στην ιστορία όχι με το χρώμα των ειδικών στιγμών – των παρεκτροπών, των υπερβασιών, των καταχρήσεων, αλλά με τη γενική όψη που αποτελεί τη σύνθεσή τους στη συνείδηση του λαού. Κι εκείνο που θα μείνει πέραν της θλίψης για τα πένθη και τις ζημιές, είναι αυτή η λαϊκή συνείδηση. Απ’ την άποψη αυτή πρέπει να τονισθεί ότι παρεκτροπές και εγκλήματα έκανε και κάνει, και μάλιστα «εν ψυχρώ» και το μεταδεκεμβριανό καθεστώς. Και κάτι άλλο ακόμα: τα συνθήματα της Δεξιάς με το τόσο βεβαρημένο απ’ το παρελθόν πλαίσιο της υπάρξεώς της ενίσχυσαν, οσοδήποτε και αν δεν το είχαν σα σκοπό, μια συνείδηση θρύλου γύρω απ’ τον περσινό Δεκέμβρη που σχηματίσθηκε κιόλας σε πλατιές λαϊκές μάζες.

 

Β΄ ΤΑ ΟΠΛΑ

 

Νοέμβρης 1944. – Πόση προσοχή, πόσο κύρος, πόση υπομονή, πόση ειλικρίνεια και αυταπάρνηση χρειάζονταν η διαχείριση του λεπτότατου ζητήματος της οργάνωσης του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα απ’ την παλιά Δικτατορία, ύστερα απ’ την αποχή και μέσα στην έκδηλη λαϊκή απαίτηση μιας παμμέγιστης οργανωμένης δημοκρατικής δύναμης, που διέθετε όπλα, ενθουσιασμό, πίστη στον αγώνα της και το γόητρο της αντίστασης κατά του εχθρού – αποδείχθηκεν από αρκετά ζητήματα που παρουσίασεν η περίοδος πριν απ’ τη δεκεμβριανή σύρραξη.

Το πιο ακανθώδικο ήταν η αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων και η δημιουργία τακτικού στρατού που να παρέχει εγγύηση, ασφάλεια και εμπιστοσύνη σ’ όλους και επομένως και στους δημοκρατικούς και στην αριστερά.

Ο κ. Παπανδρέου είχε κάμει τις συνεννοήσεις για την εφαρμογή της αρχής της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων, μόνο προς τους εκπροσώπους του ΚΚΕ. Είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία χωρίς λεπτομέρειες. Απασχολημένος με το υπουργείο των Οικονομικών δεν παρακολούθησα αυτές τις συνεννοήσεις και δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να επιστήσω εγκαιρότερα την προσοχή όλων στη λεπτότητα, την πολιτικότηα και προ πάντων την ελαστικότητα με την οποία θα έπρεπε ν’ αντιμετωπισθεί το ζήτημα – ένα ζήτημα που και στη Γαλλία και στο Βέλγιο παρουσίασε (μικρότερες είναι η αλήθεια) δυσκολίες και που ήταν τόσο πιθανό ότι θα παρουσίαζε κι εδώ, όπως και παρουσίασε, μεγάλες και κρίσιμες δυσχέρειες και δε θα μπορούσε ίσως να λυθεί ομαλά.

Η πέτρα του σκανδάλου στάθηκε η Ορεινή Ταξιαρχία, σώμα που άξιζε καλύτερη τύχη παρά να γίνει τουλάχιστο η μοιραία αφορμή μιας αιματηρής σύγκρουσης.

Ο προγραμματικός λόγος του πρωθυπουργού στις 18 Οκτωβρίου όριζεν ότι «βάσις του εθνικού στρατού για το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία». Είχε αποφασισθεί η διάλυση των ανταρτικών ομάδων που ήσαν εθελοντικές. Η Ορεινή Ταξιαρχία είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή. Όλοι ξέρουν ότι άσχετα με τη λαμπρή πολεμική της δράση στην Ιταλία, η Ταξιαρχία αυτή δεν ήταν σχηματισμός σαν κι εκείνους που προκύπτουν πάντοτε απ’ την κανονική γενική στρατολογία. Ήταν, όπως και ο Ιερός Λόχος, στρατιωτικός σχηματισμός κατ’ ουσίαν και κατά τύπους εθελοντικός. Η Ταξιαρχία είχε σχηματισθεί μάλλον με προσωπική επιλογή. Και ήταν ευεξήγητο όσο κι αν ήταν κακό. Ήταν η εποχή (καλοκαίρι του 1944) που παρά τις επίμονες προσπάθειές μου απ’ το Κάιρο, η Αριστερά δεν είχε δεχθεί ακόμα να μπει, μετά το Λίβανο, στην κυβέρνηση της Ενότητος. Λάθος ομολογημένο σήμερα – για το οποίο θα μιλήσουμε άλλοτε. Αλλά το λάθος αυτό έδωσε στην κυβέρνηση του Καΐρου το επιχείρημα να φοβάται ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας θα σήμαινε εμφύλιο πόλεμο και την έσπρωξε μαζί με την πολεμική προσπάθεια να ετοιμάζεται και για την αντιμετώπιση της εσωτερικής κατάστασης με καινούργιες, πιστές ένοπλες δυνάμεις, αφού οι προηγούμενες της Μέσης Ανατολής ουσιαστικά δεν υπήρχαν μετά τα γεγονότα του Απρίλη 1944 και είχαν άλλωστε αποδειχθεί δημοκρατικές και συμπαθείς προς τις δυνάμεις της Εθνικής Αντιστάσεως.

Έτσι η Ταξιαρχία του Ρίμινι, που με την παρουσία της στην Αθήνα δημιούργησε ένα πρόσθετο έναυσμα δυσπιστίας, δεν μπορούσε ούτε έπρεπε να εξαιρεθεί απ’ τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων που είχαν δημιουργηθεί κάτω από τις έκτακτες συνθήκες της στρατιωτικής οργανώσεως του έθνους. Δε μπορούσε και δεν έπρεπε να διατηρηθεί αφού στο εξής οι στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας θα βασίζονταν μόνο στη γενική τακτική στρατολογία.

Μέσα στην ατμόσφαιρα της δυσπιστίας, μέσα στην άπειρη ψυχολογική δυσκολία που δημιουργούσε αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα της αποστράτευσης των ανταρτικών μονάδων, ήταν αφροσύνη και επίκινδυνος χειρισμός η διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας. Το λιγότερο ήταν απόφαση αψυχολόγητη που πρόσθεσε τη σταγόνα του ξεχειλίσματος στο έτοιμο ποτήρι του εμφυλίου πολέμου. Ο κ. Παπανδρέου συμφωνούσε στη λογική ανάγκη να διαλυθούν όλοι χωρίς εξαίρεση οι στρατιωτικοί σχηματισμοί που είχαν δημιουργηθεί κατά τρόπο έκτακτο. Συμφωνούσε και το δήλωσε πολλές φορές. Και στο σχέδιο συμφωνίας με την Αριστερά που μονόγραψε στις 22 Νοεμβρίου, όρισε ο ίδιος ρητά ότι θα διελύετο ουσιαστικά και η Ορεινή Ταξιαρχία με τη χορήγηση αορίστου αδείας στους άνδρες της. Κι άλλα υπεύθυνα μέλη της κυβερνήσεως, φίλοι του κ. Παπανδρέου, δήλωναν επίσης τότε ότι θα διαλυθούν όλες οι ένοπλες δυνάμεις εσωτερικού και εξωτερικού, δια να δημιουργηθεί εθνικός δημοκρατικός στρατός.

Δυστυχώς, ο κ. Παπανδρέου μετέβαλε τη συμφωνία γιατί, όπως εξήγησε ο ίδιος πολλές φορές, η βρεταννική κυβέρνηση (ειδικότερα η «επιθυμία του κ. Τσώρτσιλ») και η απόφαση των εδώ βρεταννικών στρατιωτικών Αρχών δεν επέτρεψαν τη διάλυση της Ταξιαρχίας. Είναι αλήθεια ότι η συμφωνία αυτή, που περιείχε μία γενικότερη εκκαθάριση των ζητημάτων που χώριζαν τον κ. Παπανδρέου από την Αριστερά και που αν ρυθμίζονταν έγκαιρα θα ελάφρυναν ίσως την βαρύτατη ατμόσφαιρα της δυσπιστίας που μας έπνιγε, δεν πρόφτασε να υπογραφεί από την Αριστερά. Είναι γνωστό τι παρενεβλήθη, κάτι που έπληξε οριστικά τη συνεννόηση που με τρομερό κόπο προσπαθούσαμε να επιτύχουμε:

Είχε συμφωνηθεί με τον πρωθυπουργό, ότι οι πρώτοι διοικητές των ανωτέρων μονάδων της εθνοφυλακής, 14 ανώτεροι αξιωματικοί, θα ορίζοντο ύστερα από κοινή εκλογή του υπουργείου των Στρατιωτικών και της Αριστεράς και ότι οι αξιωματικοί της εθνοφυλακής που θ’ αποτελούσαν τα στελέχη της κλάσεως που είχε κληθεί για την 1 Δεκεμβρίου, θα εγκρίνονταν απ’ τους διοικητές αυτούς κι έτσι θα ήσαν της κοινής εμπιστοσύνης του δημοκρατικού κόσμου και της Αριστεράς. Αυτές οι προφυλάξεις είχαν συμφωνηθεί επειδή δεν είχε γίνει η εκκαθάριση του Στρατού που ήταν προγραμματικός σκοπός της κυβερνήσεως.

Αλλά ξαφνικά, ενώ δεν είχαν ορισθεί καν όλοι οι 14 διοικητές και δεν είχεν εγκριθεί κανένας κατάλογος των πρώτων στελεχών, κυκλοφόρησε έντυπος διαταγή του υπουργείου Στρατιωτικών που ονόμαζε και τοποθετούσε κιόλας πάνω από 250 αξιωματικούς για τους οποίους κανένας δεν είχε ερωτηθεί. Ρωτήθηκε ο υφυπουργός των Στρατιωτικών και αρνήθηκε την πατρότητα της διαταγής που ειχε την υπογραφή του. Ρωτήθηκε ο γενικός διευθυντής του υπουργείου, ρωτήθηκε ο προσωπάρχης, κανένας δεν ήξερε πώς βγήκε η διαταγή. Μας είπαν μάλιστα ότι και το Γενικό Επιτελείο που ρωτήθηκε, δήλωσε επίσης άγνοια. Τί λοιπόν είχε συμβεί; Υπήρχαν πίσω από την κυβέρνηση και το υπουργείο Στρατιωτικών δυνάμεις που έπαιρναν κι εκτελούσαν πρωτοβουλίες αντίθετες απ’ την κυβερνητική γραμμή;

Ο κ. Λαμπριανίδης παραιτήθηκε κατόπιν του σκανδάλου. Διορίσθηκε υφυπουργός των Στρατιωτικών ο κ. Σαρηγιάννης, στρατιωτικός της εμπιστοσύνης της Αριστεράς, άρχισε μια εργασία διορθώσεως του κακού που είχε γίνει, αλλ’ η καχυποψία είχε πια ριζώσει, η δυσπιστία φαινόταν δικαιολογημένη απ’ τα πράγματα, η ατμόσφαιρα χειροτέρευσε ακόμα πιο πολύ.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες εντάσεως κι ενώ οι Φιλελεύθεροι και οι Λαϊκοί δεν δέχονταν καν τον διορισμό του κ. Σαρηγιάννη ως υφυπουργού των Στρατιωτικών – υφυπουργού με περιορισμένα δικαιώματα, γιατί όλες οι ονομασίες που θα έκαμνε έπρεπε να υπογράφονται κι απ’ τον υπουργό των Στρατιωτικών και πρωθυπουργό – καταβάλαμε μια τελευταία προσπάθεια. Λαβαίνοντας υπ’ όψη την επιθυμία του πρωθυπουργού να ανταποκριθεί – όπως έλεγε, στην απαίτηση του κ. Τσώρτσιλ και του κ. Σκόμπυ για τη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας – μια απαίτηση που δε βρίσκαμε να έχει κανένα, μα απολύτως κανένα λογικό ή πολιτικό έρεισμα – σοφισθήκαμε μια λύση που μπορούσε να απομακρύνει τις υποψίες και να δώσει μια διέξοδο, μέχρις ότου αρχίσει να σχηματίζεται με τις απαραίτητες δημοκρατικές εγγυήσεις, ο τακτικός μας στρατός.

Υποβάλαμε, ο συναγωνιστής Ζέβγος, ο Τσιριμώκος κι εγώ στον κ. Παπανδρέου, συνεννοημένοι και με τον κ. Σαρηγιάννη, ένα σχέδιο δημιουργίας ενός μικτού στρατιωτικού τμήματος που θ’ απαρτίζετο από την υφισταμένη τότε Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό Λόχο, ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, που συμφωνήθηκε να έχει δύναμη και οπλισμό ίσα με το σύνολο όλων των άλλων δυνάμεων που θα διατηρούνταν. Το τμήμα αυτό που θα ήταν κάτι σαν μεραρχία, θα είχε, όπως επίσης συμφωνήσαμε, ενιαία Διοίκηση. Αναφέρθηκαν μάλιστα και ονόματα υποψηφίων μεράρχων.

Τη μικτότητα του τμήματος, η οποία θα έπρεπε να νοηθεί κατ’ άνδρα, δεν τη δέχθηκε ο κ. Παπανδρέου, αλλά στην ενότητα του τμήματος και στην ενιαία Διοίκηση συμφωνήσαμε. Και ο λόγος που η αριστερή ηγεσία ζητούσε τότε την ενότητα αυτή ήταν για να διαλυθεί ο φόβος ότι και αν ακόμα διατηρηθεί μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ήταν δυνατό, αν ήταν ανεξάρτητη αυτή να στελνόταν στα σύνορα, ενώ η Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, σχηματισμοί της εμπιστοσύνης της Δεξιάς, θα διατηρούνταν στην πρωτεύουσα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια στιγμή, για σκοπούς εναντίον της Αριστεράς. Η ενότητα του τμήματος και η ενιαία Δίοικηση ήταν μια εγγύηση εναντίον τέτοιων φόβων.

Δυστυχώς ο κ. Παπανδρέου, ενώ συμφωνήσαμε στις βάσεις αυτές, δημοσίευσε την άλλη μέρα εντελώς αλλιώτικο το μέρος αυτό του σχεδίου μας, έτσι που εματαιώνετο ο σκοπός του. Εγκατέλειψε δηλαδή την ενότητα και την ιδέα καν του τμήματος εθνικού στρατού και προέβλεψε μόνο ότι «εκτός της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, θα σχηματισθούν επίσης εκ των δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως μία ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και ανάλογος μονάς του ΕΔΕΣ». Η διατύπωση αυτή ήταν εντελώς άλλο πράγμα, τόσο γιατί οι διατηρούμενες δυνάμεις θα ήσαν ασύνδετες μεταξύ τους όσο και διότι «ανάλογος μονάς» του ΕΔΕΣ μπορούσε να σημαίνει «Ταξιαρχία του ΕΔΕΣ», πράγμα που ποτέ δεν είχαμε δεχθεί.

Το ξέσπασμα της δυσπιστίας απ’ την πλευρά της αριστεράς ήταν δικαιολογημένο και ευεξήγητο. Εν τούτοις εμάς τουλάχιστο δεν μας παρέσυρε. Επιμείναμε ακόμα στη συνεννόηση. Ζητήσαμε απ’ τον κ. Παπανδρέου να επανέλθει στο αρχικό σχέδιό μας που είχε συμφωνηθεί, αλλ’ εν τω μεταξύ το ΚΚΕ ζητώντας μια ριζικότερη λύση, ξαναγύρισε σ’ εκείνο που και ο κ. Παπανδρέου θεωρούσε λογικό, αλλ’ αδύνατο επειδή δεν το επέτρεπαν οι Άγγλοι – στην ιδέα της αποστρατεύσεως της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, μαζί με την αποστράτευση των ανταρτικών ομάδων. Ο κ. Παπανδρέου, στο σχέδιο αυτό που του ανέπτυξε ο συναγωνιστής Σιάντος δεν αντέταξε παρά μόνο την άρνηση των Άγγλων και την αδυναμία του να μεταβάλει τις αντιλήψεις των.

Απ’ την ώρα εκείνη το αδιέξοδο ήταν συμπληρωμένο και η θύελλα είχε πλησιάσει. Η Δεξιά πίεζε τον κ. Παπανδρέου ν’ αρχίσει η σύγκρουση. Αδημονούσε που δεν άρχιζε. Κι ο κ. Παπανδρέου, αντί να δεχθεί και να επιβάλει σ’ όλους τις λύσεις που κι ο ίδιος θεωρούσε λογικές – αν μιλούσε με ειλικρίνεια – αντί να παραιτηθεί εν ανάγκη, έγινε όργανο της Δεξιάς κι έφθασε γρήγορα για το χατίρι της, στην αιματηρή σύρραξη.

 

Γ΄ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

 

Απ’ τη στιγμή που το στρατιωτικό ζήτημα εξ αιτίας της Ορεινής Ταξιαρχίας δεν βρήκε τη λύση που θα επέτρεπε να διατηρηθεί η εθνική ενότητα, το πολιτικό συγκρότημα που είχε τις ρίζες του στη συμφωνία του Λιβάνου ήταν ουσιαστικά διαλυμένο.

Μαζί με τον κ. Παπανδρέου δεν είναι μικρή η ευθύνη και των κομμάτων της Δεξιάς που μετείχαν στην κυβέρνηση εκείνη. Όχι μόνο δεν έκαμαν καμιά προσπάθεια για να βρεθούν λύσεις, αλλά και έσπρωξαν και πίεσαν όσο μπορούσαν για τη σύρραξη, με την ελπίδα ότι θα τους ωφελούσε μια στρατιωτική ήττα του λαϊκού κινήματος που προεξοφλείτο, γιατί ήταν βέβαιο ότι θα υπήρχε επέμβαση των βρετανικών στρατευμάτων και ότι θα έδιδε μια νίκη στη Δεξιά.

Θα εκπλαγεί ίσως ο ιστορικός του μέλλοντος για το γεγονός ότι δεν αναζητήθηκαν πολιτικές λύσεις που να μπορέσουν ν’ απομακρύνουν τη σύρραξη – και βέβαια την πρωτοβουλία τέτοιων λύσεων δεν μπορούσε πλέον να την έχει η Αριστερά. Και στο σημείο αυτό φάνηκε πόσο έλειπε ένα όργανο ρυθμιστικό του πολιτεύματος που θ’ αναλάμβανε μια πρωτοβουλία κιαι θα έκαμε το καθήκον του για την περίσταση. Γιατί και πώς βρέθηκε η χώρα χωρίς ρυθμιστή του πολιτεύματος, είναι άλλο ζήτημα.

Αλλ’ η Δεξιά είναι φυσικό να μη θέλει λύσεις του αδιεξόδου, γιατί δεν της χρειάζονταν, απ’ τη στιγμή που είχε εξασφαλισμένη την ένοπλη βρετανική υποστήριξη. Το μόνο που της εχρειάζετο ήταν να μπορέσει να ρίξει όλη την ευθύνη της κρίσεως στην αριστερά, ενώ ήταν ολοφάνερο και θ’ αναγνωρισθεί ασφαλώς γενικότερα, ότι οι δικές της ευθύνες ήταν οι πρωταρχικές όπως και οι ευθύνες των Βρετανών συντηρητικών ήσαν μεγάλες και καίριες. Για τις ευθύνες της αριστερής ηγεσίας θα μιλήσουμε και παραπέρα.

Φθάσαμε έτσι στην 1 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που πράγματι είχε συμφωνηθεί για την αποστράτευση της πολιτοφυλακής και η αποστράτευση δεν πραγματοποιήθηκε γιατί η πολιτοφυλακή αρνήθηκε να παραδώσει υπηρεσία στην εθνοφυλακή. Αλλά το ζήτημα δεν ήταν πια η αντικατάσταση της πολιτοφυλακής, αλλά η διατήρηση της εθνικής ενότητας που είχεν ουσιαστικά διαλυθεί και το γενικό πολιτικό πρόβλημα μιας συνεννόησης για την ομαλότητα.

Έκαμα μια τελευταία απόπειρα στον κ. Παπανδρέου. Του είπα και του ζωγράφισα έντονα όλους μου τους φόβους για την εξέλιξη που έπαιρνε η κρίση με γοργό, όσο και μοιραίο ρυθμό. Τόνισα τι έγκλημα θα ήταν να ριχθεί ο τόπος σε μια αιματοχυσία για την υπόθεση της Ταξιαρχίας. Και του εξήγησα την προσωπική μου θέση σαν ανθρώπου που δεν δέχεται να συμμερισθεί τις ευθύνες μιας εσωτερικής σύγκρουσης, αφού όλη μου η προσπάθεια, τότε, ήταν να αποφευχθεί και αφού η πεποίθησή μου ήταν και είναι ότι μπορούσε ν’ αποφευχθεί.

Ακόμα και την 1 Δεκεμβρίου ίσως υπήρχαν ελπίδες να προληφθεί η ρήξη αρκεί να πρυτάνευε ειλικρίνεια και να εδίνετο ευκαιρία για μια έσχατη προσπάθεια.

Δυο γεγονότα συνετέλεσαν στο κλείσιμο του δρόμου. Το πρώτο είναι η διαταγή του στρατηγού Σκόμπυ για την αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων, μια διαταγή που φαίνονταν ν’ απορρέει από εξουσιοδότηση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά που ουσιαστικά στηριζόταν στην έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης του κ. Τσώρτσιλ.

Η αποστράτευση των ανταρτικών δυνάμεων και για λόγους ψυχολογικούς, αλλά και για λόγους πολιτικούς, έπρεπε να ήταν έργο μόνο της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν είχε κανένα νόημα και καμιά σκοπιμότητα – αντίθετα μάλιστα περιέπλεκε τα πράγματα – η ανάμιξη του αρχηγού των συμμαχικών και φίλων στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στη χώρα. Ούτε είχεν έρεισμα, όπως κακώς έχει γραφεί πολλές φορές, στη συμφωνία της Καζέρτας, γιατί κάθε άλλο παρά αυτό είναι το γράμμα ή το πνεύμα και ο σκοπός της συμφωνίας εκείνης.

Είναι αξιοσημείωτο ότι παράλληλα με τη διαταγή του κ. Σκόμπυ, η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ είχεν εκδώσει την ίδια αυτή μέρα της 1 Δεκεμβρίου μια προκήρυξη, που όσο κι αν ενέμενε στη λύση της αποστράτευσης και της Ορεινής Ταξιαρχίας, μπορούσε όμως και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί απ’ την κυβέρνηση σα μια αφορμή για νέα προσπάθεια συνεννόησης, ευρύτερα, με όλα τα κόμματα του ΕΑΜ, για να αναζητηθούν λύσεις. Δεν έγινε τίποτε.

Το δεύτερο γεγονός που έκλεισε το δρόμο, είναι η υπουργική σύσκεψη ή το υπουργικό συμβούλιο της ημέρας εκείνης, όπου δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος οι υπουργοί της αριστεράς. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι εκ των προτέρων απεκλείετο να έβγαινε κάποια λύση απ’ τη σύσκεψη, τη σύγκρουση των απόψεων και τις προτάσεις που μπορούσαν να υποβληθούν από εμάς ή από τους άλλους.

Η πλειοψηφία της κυβέρνησης που συνεδρίασε μόνη της, έλαβε σοβαρότατες αποφάσεις – για τη διάλυση της πολιτοφυλακής – ενώ το ζήτημα δεν ήταν πια αυτό, αλλ’ η αντιμετώπιση ολόκληρης της κατάστασης – και τις έστειλε στους υπουργούς της Αριστεράς, να τις υπογράψουν με τη δήλωση ότι όποιος δεν τις υπογράψει θεωρείται παραιτημένος από την κυβέρνηση.

Μπορούσα να παραιτηθώ γι’ αυτό και μόνο, αφού ουσιαστικά είχαμε παυθεί, έτσι, απ’ την κυβέρνηση, αλλά προτίμησα να δικαιολογήσω την παραίτησή μου με το γενικότερο αίσθημα εκείνης της ώρας – την αδυναμία να συνεχίσω πλέον την προσπάθεια που είχα αναλάβει.

«Κατέβαλα – έγραφα – όπως είναι γνωστό, κάθε προσπάθεια για να βρεθούν λύσεις που θα έδιναν σ’ όλους την απαραίτητη ασφάλεια και θα στήριζαν και την κυβέρνηση της εθνικής ενότητας. Δεν το πέτυχα. Η αμοιβαία δυσπιστία εξακολουθεί και αυτό είναι το ουσιώδες. Δεν μου μένει σήμερα παρά να σας παρακαλέσω να δεχθείτε την παραίτησή μου. Πιστεύω πάντοτε στην ανάγκη της πλήρους εθνικής ενότητος και εύχομαι να ξαναγίνει κατορθωτή προς χάριν του λαού και της ομαλότητος της πολιτικής ζωής».

Την ίδια βραδιά παραιτήθηκαν και οι συνάδελφοί μου Τσιριμώκος, Ασκούτσης και Αγγελόπουλος. Την επόμενη ημέρα υποβλήθηκαν οι παραιτήσεις των συναγωνιστών Ζέβγου και Πορφυρογένη. Δεν υπήρχε πια κυβέρνηση ενότητος.

Με τις αποφάσεις που είχε πάρει, με την ουσιαστική μας απόλυση, και με τη διαταγή του κ. Σκόμπυ, η κυβέρνηση είχε τυπικά κατασταλάξει σε μια επιθετική πρωτοβουλία, χωρίς να έχει ούτε το ηθικό κύρος για τέτοια ενέργεια ούτε και τη συγκατάθεση όλων των άλλων κομμάτων. Το τελευταίο αυτό αποδεικνύεται απ’ τη στάση που το κόμμα των Φιλελευθέρων πήρε ύστερα από τρεις μέρες κι απ’ την αξίωση του αρχηγού των Φιλελευθέρων ν’ αναλάβει ο ίδιος την κυβέρνηση. Το λογικό, άλλωστε, και το πολιτικά σκόπιμο και ορθό, μετά την απουσία της αριστεράς, ήταν να παραχωρήσει την θέση της η κυβέρνηση της διαλυθείσης εθνικής ενότητος σε άλλη, που θα μπορούσε ίσως να βρει λύσεις για να προλάβει τη σύρραξη.

Κι απ’ τη στιγμή που η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου έπαιρνε τέτοια επιθετική πρωτοβουλία, πώς ήταν δυνατό να μείνει μαζί της οποιοσδήποτε από μας, χωρίς αυτόματα να ενταχθεί σε μια παράταξη εμφυλίου πολέμου;

Εκπρόσωποι της Αριστεράς, σαν κι εμάς – της Αριστεράς που δεν μπορεί παρά να είναι δίπλα και μέσα στο λαό – γιατί σε κάθε χώρα αυτός είναι ο λόγος που την καθιερώνει στην πολιτική ζωή – δεν μπορούσαν να κάνουν καμιά αντιλαϊκή πράξη, μια πράξη προδοσίας του λαού. Γιατί ο λαός, εφαινόταν κιόλας, θα ήταν το θύμα της σύρραξης που αναζητούσε η Δεξιά.

Την επιθετική αυτή θέση της η κυβέρνηση την χρωμάτισε ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που χειρίσθηκε το ζήτημα του συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 Δεκεμβρίου. Προκάλεσε την πρώτη και κρίσιμη αιματοχυσία, που θα ήταν ακόμα σοβαρότερη αν δεν την σταματούσαν οι βρετανικές περιπολίες. Ήταν φυσικό να παραιτηθεί μετά το τελευταίο αυτό γεγονός. Αλλ’ από δω και πέρα σημειώνεται η επέμβαση της βρετανικής κυβέρνησης που για να διατηρηθεί ο κ. Παπανδρέου, δεν άφησε να σχηματισθεί κυβέρνηση Σοφούλη. Μια τέτοια κυβέρνηση, που όπως δηλώσαμε αμέσως, θα είχε την υποστήριξη της Αριστεράς, θα ήταν επιτέλους μια βαλβίδα εξάτμισης και μια πολιτική ευκαιρία να δοκιμασθούν άλλες λύσεις πριν αρχίσει η σύγκρουση με τις βρετανικές δυνάμεις, η τραγική σύγκρουση του λαού με φίλους και συμμάχους στους κοινούς αγώνες, που έμαθε πάντοτε ν’ αγαπά και να θαυμάζει και που παρ’ όλη τη θλιβερή ανάμνηση του περσινού Δεκέμβρη, δεν έπαυσε να έχει γι’ αυτούς τα ίδια αισθήματα.

Δυστυχώς αποκλείσθηκε και η διέξοδος αυτή. Και είναι η μικρότερη απ’ τις ευθύνες του κ. Παπανδρέου και των συνεργατών του ότι δέχθηκαν έτσι να μείνουν στην κυβέρνηση και να πραγματοποιήσουν τον εμφύλιο πόλεμο, αφού είχαν ματαιώσει οποιαδήποτε ειρηνική λύση.

Έτσι το κακό που νομίζαμε ότι είχαμε εξορκίσει, όταν ο λαός της Αθήνας υποδεχόταν με άνθη την Κυβέρνηση της απελευθέρωσης, έγινε αναπόφευκτο και άρχισε.

 

Δ΄ Ο ΛΙΒΑΝΟΣ

 

Την ώρα που ξέσπαζε η δεκεμβριανή σύρραξη, δυο ερωτήματα ανέβαιναν αυτόματα στις συνειδήσεις που ήθελαν να κατατοπισθούν με ακρίβεια στο δράμα που άρχιζε. Ερωτήματα σχετικά με την προϊστορία της αιματηρής περιόδου.

Τι ήταν η «εθνική ενότης» που θρυμματίσθηκε την 1 Δεκεμβρίου – τί ήταν η συμφωνία του Λιβάνου με τον πομπώδη τίτλο του «εθνικού συμβολαίου» – και τι ήταν η συμφωνία της Καζέρτας που η επίκλησή της αποτέλεσεν έρεισμα της ένοπλης βρετανικής επέμβασης που θέλησεν η Δεξιά;

Η εθνική ενότητα για την πάλη κατά του εχθρού, για την απελευθέρωση της χώρας και για την ομαλή δημοκρατική μετάβαση στον ελεύθερο πολιτικό βίο, ήταν βέβαια πόθος γενικός, αλλ’ υπήρξε προ πάντων αίτημα και συστηματική προσπάθεια του ΕΑΜ. Ήταν και δική μου έμμονη ιδέα για την πραγματοποίηση της οποίας εργάσθηκα όσο μου ήταν δυνατό και ήταν ένας απώτερος λόγος που δέχθηκα την προεδρία της ΠΕΕΑ. Πίστευα ότι απ’ τη θέση αυτή, αφού θα είχα κάνει το καθήκον μου μετέχοντας στον απελευθερωτικό αγώνα του λαού, θα μπορούσα συγχρόνως να συμβάλω στην πραγματοποίηση της ενότητάς του τουλάχιστο με την ελληνική κυβέρνηση του εξωτερικού.

Η εαμική ηγεσία επεδίωξεν επίμονα τη συνεννόηση με το Κάιρο. Μια συνεννόηση, φυσικά, που δεν έπρεπε να σημαίνει απορρόφηση και στραγγαλισμό του λαϊκού κινήματος της χώρας με τις δημοκρατικές απαιτήσεις του και ότι τουναντίον θα έπρεπε να σημαίνει εγγύηση και εξασφάλιση της δημοκρατικής εξέλιξής του με την συνολική πρόοδο του έθνους.

Όποιος έχει υπ’ όψη του το αντίθετο παράδειγμα του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος των Γιουγκοσλάβων που επεδίωξε και επέτυχε την αποκλειστική του επικράτηση, θα ρωτήσει ίσως, γιατί το δικό μας εαμικό κίνημα αντί να μιλήσει το ίδιο, προσπάθησε να επιτύχει μιαν εθνική ενότητα με ξένα προς τους σκοπούς και τη δράση του στοιχεία, και μάλιστα με στοιχεία που το εχθρεύονταν θανάσιμα.

Επίστευα και πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή της ενότητος, οσαδήποτε μειονεκτήματα κι αν είχε, ήταν η καλύτερη πολιτική, σύμφωνα με τη στάθμιση όλων των αντικειμενικών συνθηκών, με την ρεαλιστική τους ενατένιση. Ήταν άρα σωστό που ακολουθήθηκε και το μόνο που δεν ήταν ορθό ήταν οι ταλαντεύσεις που παρουσιάσθηκαν στη γραμμή – ταλαντεύσεις που έβλαψαν την όλη υπόθεση γιατί ωφέλησαν μόνο την αντίδραση.

Κι απ’ τη στιγμή που προκρίθηκεν η γραμμή της ενότητος, το πρακτικό ζήτημα που έμπαινε ήταν να πραγματοποιηθεί με τους καλύτερους δυνατούς για το κίνημα όρους και ακόμη να βρεθεί η ηγεσία εκείνη της κυβερνήσεως που θα έδινε σ’ όλους την εγγύηση και των γενικών εθνικών σκοπών και των ειδικών του λαϊκού αγώνα.

 

Η Διάσκεψη του Λιβάνου πρέπει κάποτε να ιστορηθεί διεξοδικά. Είναι πολλές πτυχές της άγνωστες.

Όλη η προπαρασκευή της είχε γίνει με την επιδίωξη ή η εθνική αντίσταση να δεχθεί μια συμφωνία που ελαττώνει τους φόβους της Δεξιάς απ’ τη λαϊκή δύναμη που εκπροσωπούσε ή να αναλάβει η Αριστερά την ευθύνη της αποτυχίας της συνεννόησης. Η εθνική αντίσταση έγινε δεκτή στη Διάσκεψη περίπου σαν υπόδικος – γιατί τη μισούσε σχεδόν το σύνολο του πολιτικού και άλλου κόσμου που είχε συγκεντρωθεί στο Λίβανο και δεν έκρυβε κανείς το μίσος του.

Και ό,τι μπορούσε να γίνει για να δημιουργηθεί η χειρότερη δυνατή ατμόσφαιρα για τη συνεννόηση έγινε. Η Διάσκεψη καταναλώθηκε κυρίως σ’ ένα λίβελλο εναντίον της δράσης και του έργου του ΕΑΜ. Τίποτε καλό δε βρέθηκε να λεχθεί γι’ αυτό. Έξαρση μόνο των σκιερών σημείων που έπρεπε βέβαια, αλλά ήταν δύσκολο ν’ αποφευχθούν από ένα λαϊκό ένοπλο κίνημα, με άπειρες οργανωτικές ατέλειες, με άπειρες εσωτερικές αντιδράσεις και παγίδες. Οι άνθρωποι που κατά τη φράση του ίδιου του κ. Παπανδρέου, «είχαν απουσιάσει» απ’ τον εθνικόν αγώνα, πολιτικοί αντιπρόσωποι που αισθάνονταν ψυχικό κώλυμα ν’ αποκηρύξουν την κυβέρνηση Ράλλη και τα τάγματα ασφαλείας, δεν είχαν για όλη την υπόθεση του απελευθερωτικού αγώνα παρά μόνο μια καταδίκη. Τον τόνο έδωσε δυστυχώς ο κ. Παπανδρέου με την εισήγησή του. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ο ίδιος είχε την παράδοξη ιδέα το δριμύ αυτό κατηγορητήριο, κατά του ΕΑΜ όχι μόνο να το διαδώσει σ’ όλη την υφήλιο με το ραδιόφωνο… αλλά και να το στείλει στα βουνά της τότε ελεύθερης Ελλάδας με ειδικά έντυπα, για να δημιουργήσει την αποκαρδίωση και να εξοργίσει εκείνους που πολεμούσαν τους Γερμανούς. Πιο κακή και πιο αρνητική τακτική δεν ήταν δυνατό να εφευρεθεί. Και πιο πρόσφορος τρόπος για ν’ αποτύχει μια συνεννόηση που όλος ο λαός τη ζητούσε ή για να δηλητηριασθεί απ’ την πρώτη ώρα δεν υπήρχε. Ο κ. Παπανδρέου είχε αποδείξει ότι δεν ήταν ο κατάλληλος ηγέτης της εθνικής ενότητος – αλλά δεν ήταν πραχτικά δυνατό και ν’ αντικατασταθεί γιατί είχε την εμπιστοσύνη της βρετανικής κυβερνήσεως.

Η αντίδρασή μας δεν ήταν εύκολη. Αποκλεισμένοι σαν κρατούμενοι από οποιαδήποτε επικοινωνία με τον έξω κόσμο, δεν είχαμε το δικαίωμα να κατεβούμε και στη Βηρυττό, γιατί δεν έπρεπε να επικοινωνήσουμε με τους ξένους ανταποκριτές που μας ζητούσαν. Εν τούτοις μπορέσαμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας. Και όταν στο τραπέζι της Διάσκεψης μας δώσανε την τελευταία θέση σαν να είμαστε οι παρείσακτοι, δεν θιχθήκαμε, γιατί ξέραμε ότι εκπροσωπούσαμε ό,τι ζωντανότερο είχε εκείνη την ώρα ο ελληνικός λαός και ότι είχαμε πίσω μας τη μόνη οργανωμένη και μεγάλη λαϊκή δύναμη.

Η αξιοπρέπεια και το θάρρος των τριών αντιπροσωπειών – της ΠΕΕΑ, του ΚΚΕ και του ΕΑΜ – νίκησαν. Αντί, όπως ίσως περίμεναν άλλοι, να φύγουμε χτυπώντας πίσω μας την πόρτα, μείναμε και δείξαμε ότι πιστεύαμε ότι έπρεπε να γίνει η ενότητα για τους εθνικούς σκοπούς και για την ομαλή πολιτική εξέλιξη της χώρας. Αντί να βγούμε μειωμένοι από τη Διάσκεψη κερδίσαμε την καλύτερη απήχηση στη συμμαχική κοινή γνώμη που μας παρακολουθούσε. Κι όταν γυρίσαμε στο Κάιρο κι επιτέλους μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με τον τύπο, αντιληφθήκαμε ότι η γενική εντύπωση ήταν ότι εμείς την κάναμε την ενότητα και όχι οι άλλοι.

Η συμφωνία του Λιβάνου δεν ήτανε βέβαια, αυτό που εδικαιούτο να επιτύχει το κίνημα της Εθνικής Αντιστάσεως. Αλλά περιείχε πάντως όλα εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν ανενόχλητα την συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα με τη μορφή και την οργάνωση που είχε την εγγύηση της ανεξαρτησίας της κυβερνήσεως μετά την απελευθέρωση, την εξασφάλιση των δημοκρατικών λύσεων, και ακόμα τη λύση του πολιτειακού προβλήματος εναντίον των μοναρχικών αντιλήψεων. Μέσα στις συγκεντρωμένες γενικές και ιδιαίτερες συμμαχικές συνθήκες της ώρας εκείνης και ύστερα απ’ την τρομερή εκμετάλλευση που είχε δημιουργηθεί σε βάρος του εαμικού κινήματος απ’ την εξέγερση των στρατιωτικών και ναυτικών μονάδων της Μέσης Ανατολής κι απ’ το φόνο του Ψαρρού που στάθηκε ένα απ’ τα μελανότερα σημεία του απελευθερωτικού αγώνα, δεν ήταν εύκολο να επιτύχουμε περισσότερα. Πιστεύαμε όμως ότι μια συμφωνία τέτοιας φύσεως αξίζει ό,τι αξίζει η εφαρμογή της.

Και η εφαρμογή της θα ήταν και δικό μας έργο, αν μπαίναμε στην κυβέρνηση έγκαιρα το Μάη του 1944, στην κατάλληλη ψυχολογική στιγμή του γενικότατου ενθουσιασμού που είχε δημιουργήσει η επιτυχία του Λιβάνου.

Ήταν λάθος των «βουνών» που παρά την επίμονη προσπάθεια και τη δική μου, αλλά και των άλλων αντιπροσωπειών της Αντίστασης δεν δέχθηκαν να μπούμε αμέσως στην κυβέρνηση. Βέβαια, η ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί εκεί πάνω απ’ την πρόκληση του κ. Παπανδρέου κι απ’ την τακτική του, είχε εξαγριώσει τα πνεύματα. Και είναι δύσκολο να αποφασίσεις να συζήσεις μ’ εκείνον που προκαταβολικά σε βρίζει. Εν τούτοις έπρεπε ν’ αξιοποιήσουμε την ιδέα της ενότητος, η οποία επιτέλους ήταν δική μας ιδέα, έπρεπε να υπερπηδήσουμε τις δυσκολίες και να προσπαθήσουμε να γεμίσουμε την συμφωνία με όλο εκείνο το περιεχόμενο που ο καθημερινός πολιτικός αγώνας για τις αντιλήψεις και τους σκοπούς μας θα μας επέτρεπε να κερδίσουμε. Γιατί είχαμε κι έπρεπε να έχουμε πεποίθηση στις ηθικές δυνάμεις μας και στην ακτινοβολία του κινήματος.

Εχρειάζετο πολιτικότερη σκέψη εκείνη τη στιγμή και σταθερότητα στην αρχική πολιτική γραμμή.

Ξαναγύρισα στο βουνό και έπεισα όσους δίσταζαν ότι έπρεπε να μπούμε στην κυβέρνηση. Και μπήκαμε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Αλλ’ είχε δοθεί όλος ο καιρός στην αντίδραση που ήταν συγκεντρωμένη στο Κάιρο, να ετοιμάσει ό,τι της εφαίνετο αναγκαίο για να ενισχύσει τις θέσεις της στις ένοπλες δυνάμεις, ώστε γυρίζοντας στην Ελλάδα να μπορέσει ευκολότερα να δώσει το δικό της χρώμα στην εσωτερική μας εξέλιξη, συμμαχώντας με τις εδώ αντίστοιχες δυνάμεις – κι ήταν τόσες και τόσο ποικίλων προελεύσεων!

Ο αγώνας της Αριστεράς ήταν φυσικό, έτσι, να γίνει δυσκολότερος. Η δυσπιστία είχε πια γεννηθεί κι είχε τη βάση της και στα πράγματα και στα πρόσωπα.

Κι οι προσπάθειές μας για να γονιμοποιηθεί η ενότητα, προσλαμβάνοντας το περιεχόμενο που ζητούσε η μεγάλη λαϊκή δύναμη της δημοκρατικής και αριστερής ιδέας, γίνονταν όλο και πιο δύσκολες. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πώς ματαιώθηκε τελικά η χρησιμοποίηση του στρατηγού Οθωναίου που, όπως πιστεύω, θα συντελούσε στην αποφυγή της σύρραξης του Δεκέμβρη. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσο καθυστερούσε ο ηθικός καθαρμός της χώρας, η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού απ’ τα δοσίλογα και φασιστικά στοιχεία και τι αγώνας κάθε φορά εχρειάζετο για να δοθούν οι λύσεις που είχεν υποσχεθεί η κυβέρνηση.

Οι δυσκολίες αυτές δεν μ’ έκαναν ούτε τότε ν’ απελπισθώ απ’ το σχήμα της ενότητας ούτε τώρα να μετανοήσω γιατί επιδίωξα τη διατήρησή της όσο μου ήταν δυνατό. Μ’ όλα τα μειονεκτήματα και μ’ όλες τις θυσίες και τις ζημίες, πίστευα και πιστεύω ότι το γενικότερο συμφέρο του λαού τη δικαιολογούσε. Αρκεί να την ήθελε η Δεξιά με ειλικρίνεια και να μη ζητούσε να εκμεταλλευθεί την παρουσία των βρετανικών δυνάμεων με την ιδέα να γλιτώσει απ’ τη λαϊκή δύναμη της Αριστεράς και αρκεί και η ηγεσία του ΚΚΕ να έδειχνε περισσότερη ψυχραιμία και περίσκεψη που απαιτούσεν ένας τόσο σκληρός πολιτικός αγώνας και να μπορούσε να ξεφύγει την πρόκληση και τις παγίδες που είχαν στηθεί πάνω στο φόβο της για το δημοκρατικό μέλλον της χώρας.

 

 

Ε΄ Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

 

Για πλείστους όσους λόγους ζητήσαμε απ’ την αρχή της εθνικής ενότητας και πριν ακόμα πραγματοποιηθεί, να ορισθεί ένας κοινής εμπιστοσύνης Έλλην στρατιωτικός, αρχηγός των ανταρτικών και γενικότερα των ενόπλων δυνάμεων της εποχής εκείνης και του εθνικού στρατού ύστερα. Ο αντιστράτηγος Οθωναίος είχε γίνει δεκτός, αλλ’ ο διορισμός του δεν πραγματοποιήθηκε έγκαιρα και όταν επιτέλους έγινε, ανετράπη μετά δυο ημέρες το Νοέμβρη του 1944.

Την ιδέα Βρετανού αρχηγού των ανταρτικών και των άλλων ενόπλων δυνάμεων, την αποκρούσαμε γιατί δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε μια γραμμή παρεξηγήσεων και τριβής, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι θέλαμε απομάκρυνση των ελληνικών δυνάμεων απ’ την ένταξή τους στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου.

Η συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτέμβρη 1944) ήταν μια απόκλιση από τις αρχές μας αυτές. Δεχθήκαμε, τις ανταρτικές δυνάμεις του ΕΔΕΣ οι οποίες ήταν φυσικό μετά την είσοδό τους στην εθνική κυβέρνηση, να υπαχθούν στις διαταγές της, δεχθήκαμε να τις θέσει η κυβέρνηση υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ, που ονομάσθηκε απ’ τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο «στρατηγός Διοικών τας Δυνάμεις εν Ελλάδι». Ήταν μια υποχώρηση δική μας, που είχεν ως ελατήριο και σκοπό όπως ασφαλώς προκύπτει απ’ το σύνολο της Συμφωνίας και από το κάθε άρθρο της χωριστά, κάτι που έγινε από όλους δεκτό: την ταχύτερη απελευθέρωση της χώρας, την οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, τη ρύθμιση των ζητημάτων της στρατιωτικής ενέργειας εναντίον των Γερμανών, την εξασφάλιση της τάξης, την αποκατάσταση της νομίμου πολιτικής εξουσίας, την ανασυγκρότηση της χώρας και την «διανομή περιθάλψεως» – αλλά όλα αυτά «καθ’ όν χρόνον θα απελευθερούται το έδαφος» και μόνον ενόψει του έργου αυτού και μόνου.

Το σχέδιο που μας είχε υποβληθεί, στη σχετική σύσκεψη στο συμμαχικό Στρατηγείο της Καζέρτας, περιείχε στην αρχή μια γενική ρήτρα που αλλοίωνε τον σκοπό της συμφωνίας. Όριζε δηλαδή ότι «ο στρατηγός διοικών τας εν Ελλάδι δυνάμεις θα είχεν σκοπόν ν’ αποκαταστήσει τον νόμον και την τάξιν εν Ελλάδι, ούτως ώστε η ανασυγκρότηση της χώρας να δυνηθεί ν’ αναληφθεί υπό την καθοδήγησιν της ελληνικής κυβερνήσεως κλπ.». Ο όρος αυτός ήταν αντίθετος προς τη Συμφωνία του Λιβάνου. Εκεί ύστερα από δικές μου παρατηρήσεις είχε διορθωθεί το σχέδιο του κ. Παπανδρέου, που μου εφάνη απ’ την αρχή ύποπτο και είχεν ορισθεί ως σκοπός της εθνικής ενότητος «η εξασφάλισις, κατά την προσεχή από κοινού μετά των συμμαχικών δυνάμεων απελευθέρωσιν της πατρίδος, της τάξεως και της ελευθερίας του ελληνικού λαού» και είχεν επεξηγηθεί ότι «εφ’ όσον θα υπάρχει κυβέρνησις εθνικής ενώσεως, η εξασφάλισις της τάξεως και της ελευθερίας, κατά την από κοινού μετά των συμμαχικών δυνάμεων απελευθέρωσιν της Πατρίδος, θα είναι έργον ιδικό της.»

Μόλις υπέδειξα στο στρατάρχη Ουίλσων ότι η γενική ρήτρα του σχεδίου του περί «αποκαταστάσεως του νόμου και της τάξεως» ήτο απαράδεκτος και αντίθετος προς τη συμφωνία του Λιβάνου, δέχθηκε ασυζητητί, συμφωνούντος και του κ. Παπανδρέου, να διαγραφεί και διεγράφη. Έτσι τα εξαιρετικά δικαιώματα του κ. Σκόμπυ περιορίζοντο εις την περίοδον της απελευθερώσεως, όπως ήτο και το λογικό και το σύμφωνο προς την έννοια της ανεξαρτησίας μιας σύμμαχης χώρας.

Η περίοδος της απελευθερώσεως είχε, βέβαια, λήξει τον Δεκέμβριο. Στη συμφωνία άρα της Καζέρτας, δεν υπήρχε βάση για να στηριχθεί η βρετανική ένοπλη επέμβαση στη δεκεμβριανή σύρραξη. Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλα κείμενα συμφωνιών με την κυβέρνηση της Εθνικής Ενώσεως που να παρέχουν τέτοιο έρεισμα. Το τηλεγράφημα όμως του κ. Παπανδρέου απ’ την Ιταλία προς τον κ. Τσώρτσιλ για την αποστολή επαρκών βρετανικών δυνάμεων για ν’ αποτρέψουν την άσκηση εξουσίας απ’ το ΕΑΜ στις απελευθερωμένες περιοχές – τό ’μαθα μόνο μετά το Δεκέμβρη, μολονότι ήμουν μέλος της κυβερνήσεως εξ ονόματος της οποίας υποτίθεται ότι στάλθηκε το Σεπτέμβρη.

Το κύριο χαρακτηριστικό της δεκεμβριανής σύρραξης στάθηκε η ένοπλη σύγκρουση με τα βρετανικά στρατεύματα που σημειώθηκεν ύστερα απ’ τη γνωστή πρόσκληση του κ. Σκόμπυ προς τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να αποσυρθούν απ’ την Αθήνα και ορισμένες περιοχές. Η σύγκρουση αυτή έδωσεν ένα ιδιαίτερο χρώμα στη σύρραξη. Οι βρετανικές δυνάμεις ήσαν δυνάμεις αγαπητού λαού με τον οποίον ο ελληνικός λαός συνδέεται από πολύ παλιά όχι μόνο με συναισθηματικούς δεσμούς, αλλά και με μια πάγια πολιτική που καθορίζεται απ’ τη γεωγραφική μας θέση και που δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψη και τα συμφέροντα της μεγάλης αυτοκρατορίας. Ο κοινός συμμαχικός αγώνας του τελευταίου πολέμου ήταν φυσικό να σφίξει τους δεσμούς αυτούς και, σε μια έκταση, να ενισχύσει και το συναισθηματικό τους περιεχόμενο. Βρετανικός στρατός πολέμησε μαζί μας στο ελληνικό έδαφος τους Γερμανούς, ενώ εξάλλου μέσα στην Αθήνα που χτυπήθηκε το Δεκέμβρη απ’ τις βρετανικές δυνάμεις και μέσα στους συνοικισμούς της εκατοντάδες λαϊκών ανθρώπων και αγωνιστών είχαν κρύψει με κίνδυνό τους Βρετανούς στρατιώτες ή αξιωματικούς.

Άσχετα με τη Συμφωνία της Καζέρτας κανένας δεν έπρεπε να πλανάται ως προς τη στρατιωτική επέμβαση των βρετανικών δυνάμεων στη δεκεμβριανή σύρραξη. Ήταν μεγάλο σφάλμα των υπευθύνων από την πλευρά του ΚΚΕ να πιστεύουν ότι δεν θα επενέβαιναν ένοπλα οι Βρετανοί και ακόμα περισσότερο ότι αν ήθελαν να επέμβουν, δεν θα είχαν τρόπο να ενισχυθούν και να επιβληθούν τελικά. Διατύπωσα απ’ την πρώτη στιγμή τις πεποιθήσεις μου αυτές, δεν εισακούσθηκα όμως. Άλλο ζήτημα ήταν αν το ΚΚΕ είχε δίκιο στην αντίληψή του ότι δεν έπρεπε και δεν είχαν δικαίωμα οι βρετανικές δυνάμεις να επέμβουν – και είχε δίκιο σ’ αυτό – και άλλο η ολοφάνερη βεβαιότητα ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της ώρας εκείνης θα επενέβαιναν, και επομένως έπρεπε αυτό να ληφθεί υπ’ όψη. Κι απ’ τη στιγμή που θα επενέβαιναν δεν ήταν δυνατό να αμφιβάλει κανείς για την στρατιωτική επιβολή τους είτε θα γινόταν γρήγορα, είτε θα γινόταν, όπως έγινε, αργά και με πολλές δυσκολίες.

Η επέμβαση των βρετανικών δυνάμεων κρίθηκεν αυστηρά στην ίδια την Μεγάλη Βρετανία από ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης και γράφτηκε στο παθητικό των Συντηρητικών και του διαπρεπούς των ηγέτου. Όσον αφορά την Ελλάδα της στιγμής εκείνης, έδωσε στις συνειδήσεις των λαϊκών αγωνιστών την αξιοθαύμαστη και συγκινητική έξαρση ενός απελπισμένου αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας – αγώνα που απετέλεσε το βασικό σημείο για τον προσανατολισμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Η ευθύνη αυτή της βρετανικής πολιτικής των συντηρητικών δεν καλύπτει το εσωτερικό πολιτικό θέμα της στιγμής εκείνης, αν δηλαδή έπρεπε η ηγεσία της σύγκρουσης, να δεχθεί ένοπλη πάλη με τα βρετανικά στρατεύματα ή αν έπρεπε, εφ’ όσον ούτε από εσωτερικούς ούτε από εξωτερικούς λόγους ήταν δυνατο ν’ αποφευχθεί η επέμβαση του βρετανικού παράγοντος, να περιορισθεί σε μια ηθική διαμαρτυρία και σε μια καταγγελία του, σταματώντας τον ένοπλο αγώνα μπροστά στη βέβαιη στρατιωτική ήττα από μια ασύγκριτα υπέρτερη δύναμη. Πίστευα και πιστεύω ότι το δεύτερο ήταν η ορθή πολιτική. Δεν πρέπει όμως να τονισθεί λιγότερο, ίσα ίσα από φιλία προς το βρετανικό λαό, ότι δεν είχε νόμιμο ή ηθικό έρεισμα η επέμβαση. Για μένα, η ορθή και γενναία βρετανική γραμμή στην περίπτωση αυτή θα ήταν εν ονόματι της συμμαχικής αλληλεγγύης και των υπηρεσιών που το κίνημα της Εθνικής Αντιστάσεως είχε προσφέρει στη συμμαχική υπόθεση, μια διαιτητική στάση και όχι μια ένοπλη βοήθεια προς τη Δεξιά. Ότι επρόκειτο για βοήθεια προς την δεξιά ήταν από τότε φανερό κι έγινε πανθομολογούμενο εκ των υστέρων σ’ όλη τη μεταδεκεμβριανή περίοδο. Κι η Δεξιά για την οποία έγινε η επέμβαση είναι η ίδια που με τον πιο αγροίκο και υβριστικό τρόπο αξιώνει σήμερα την παύση κάθε βρετανικής ανάμιξης στην εσωτερική μας ζωή έστω κι αν τείνει στην άρση των ανωμαλιών που δημιούργησε η νίκη της ίδιας της Δεξιάς με την ένοπλη επέμβαση των Βρετανών ένα χρόνο πριν.

 

ΣΤ΄ «ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ» ΚΑΙ ΜΕΤΑΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ

 

Η συναισθηματική άποψη ορισμένων ιστορικών γεγονότων μπορεί και πρέπει να διαφέρει απ’ την πολιτική τους εκτίμηση. Έτσι κι η δεκεμβριανή σύρραξη που έγινε κυρίως με τις βρετανικές δυνάμεις, οσοδήποτε αυστηρά κι αν την κρίνουμε από πολιτική άποψη, δεν θα παύσει να συγκινεί σα μια λαϊκή ένοπλη, απόλυτα άνιση, πάλη που έδειξεν εκπληκτικούς ηρωισμούς και σα λαϊκή ηθική συμμετοχή που πήρε διαστάσεις εξίσου εξαιρετικές.

Ότι η σύρραξη θα διεξήγετο με όλον τον φανατισμό και την αγριότητα ακόμη που προσιδιάζουν σε τέτοιες συγκρούσεις και που έχουν μια ρίζα στο μαζικό τους υπόστρωμα, έπρεπε ν’ αναμένεται – κι αυτός είναι ένας λόγος πρωταρχικός που έπρεπε να σταματήσει όσο το δυνατό ενωρίτερα, μια που η έκρηξή της δεν έγινε δυνατό να προληφθεί.

Ο έλεγχος της σύρραξης, απ’ την ώρα που όπως ήταν μοιραίο θολά και ύποπτα και ανεύθυνα στοιχεία, αλλά με υπερβολική πρωτοβουλία και εξουσία θα επωφελούντο της αναταραχής για να εκδηλώσουν την εγκληματική τους φύση ή τη διοικητική απειρία και ανικανότητά τους, ήταν δύσκολο να υπάρξει. Και είναι βέβαιο ότι ξέφυγε απ’ τα χέρια της ηγεσίας. Έτσι η ηθική φυσιογνωμια της σύρραξης, φορτώθηκεν αίματα, λεηλασίες και καταχρήσεις που χωρίς να την αλλοιώσουν στην ιστορία των λαϊκών συγκρούσεων, την έβλαψαν στη συνείδηση ευρυτάτων τμημάτων του λαού, που γενικά, από φυλετική ευγένεια χαρακτήρος αντιπαθεί τη βία και το αίμα. Υπάρχουν βέβαια και εξηγήσεις των εκτροπών, όχι όμως πάντοτε δικαιολογίες. Είναι βέβαιο ότι υπήρχε σωρευμένο υλικό κοινωνικού μίσους τόσο απ’ την τυραννία και την λαϊκή εκμετάλλευση που είχε εφαρμόσει η δικτατορία, όσο κι απ’ την τυραννία, την εκμετάλλευση, το μαυραγοριτισμό και την προδοσία που είχε γεμίσει ασφυκτικά την περίοδο της κατοχής. Ο πολιτικός και ο αισθηματίας είναι αδύνατο να εγκρίνουν, ο ψυχρός παρατηρητής θα εξηγήσει πολλά πράγματα με την προέλευση και την προϊστορία τους. Κανείς δεν ξέρει υπεύθυνα πώς και γιατί έγιναν όλες οι φριχτές παρεκτροπές, ποιοί ακριβώς ήσαν οι δράστες κι αν ήσαν αληθινά υπεύθυνοι παράγοντες, αν ήσαν αληθινά λαϊκοί αγωνιστές, έστω και τυφλοί απ’ τον φανατισμό της πάλης, ή κακοποιοί που συχνά επιπλέουν σε τέτοιες ώρες. Η Δικαιοσύνη η ίδια ούτε ήταν ούτε είναι δυνατό να το εξακριβώσει, αλλ’ ούτε και το θέλησε, διότι προτίμησε να προσφερθεί στην ομαδική καταδίωξη κάθε εαμικού, αριστερού ή μη μοναρχικού ή μη δικτατορικού στοιχείου και γέμισε έτσι τις φυλακές χωρίς να βρει πραγματικούς ενόχους. Το κακό που έκαμαν οι ένοχοι, το πληρώνουν δεκάδες χιλιάδων μη ενόχων και το πληρώνει η ιδέα της ομαλότητας και της ησυχίας της χώρας. Έτσι η αμνηστία για το συμφέρον του συνόλου έγινε πια ανάγκη γενικότερα αισθητή.

Η προσπάθεια να σταματήσει έγκαιρα η σύρραξη, έπρεπε να είναι πρώτο καθήκον. Δεν επιδιώχθηκε. Η ηγεσία της σύρραξης απ’ την αριστερή πλευρά δεν κατάλαβε ότι το συμφέρο της Δεξιάς ήταν η παράταση μέχρι της νίκης των βρετανικών όπλων. Στάθηκαν μεγάλα τα λάθη της απ’ την άποψη αυτή.

Έπρεπε να γίνουν δεκτοί οι στρατιωτικοί όροι του κ. Σκόμπυ μόλις διακοινώθηκαν. Το σύστησα όσο μπορούσα. Έπρεπε στις 17 Δεκεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ ν’ ακούσει τη συμβουλή μου και την γνώμη της ΕΛΔ και άλλων κομμάτων και να υποχωρήσει σε μια στιγμή που η άνιση πάλη δεν είχε κριθεί και μέσα στην Αθήνα δεν είχεν ακόμα επιβληθεί η βρετανική δύναμη. Έπρεπε τουλάχιστο τα Χριστούγεννα που ήλθε ο κ. Τσώρτσιλ να τερματισθεί η σύρραξη και μπορούσε να τερματισθεί υπό καλούς πολιτικούς όρους απ’ τους οποίους μπορούσε και έπρεπε να επωφεληθεί η αριστερά.

Η ομηρία, που στάθηκε ολέθριο λάθος κι απαράδεκτη και απάνθρωπη σκληρότητα που την κατέκρινε το ίδιο το ΚΚΕ θ’ απεφεύγετο ευκολότερα όχι μόνο αν έγκαιρα ετερματίζετο η σύγκρουση – γιατί δεν έγινε απ’ την αρχή – αλλά κι αν γινόταν μια προσπάθεια μεσολάβησης για το σκοπό αυτό από κάθε αρμόδιο πρόσωπο ή οργανισμό – Αρχιεπίσκοπο, Ερυθρό Σταυρό κλπ. Η ομηρία απ’ την πλευρά της μαχομένης Αριστεράς, εμφανίσθηκε σαν αμυντικό μέτρο και αντίποινο εναντίον των συλλήψεων και εκτοπισμών των Βρετανών κι απ’ την άποψη αυτή, αν κάποιος έμπαινε στη μέση – στον Ισπανικό εμφύλιο σημειώθηκαν πολλές τέτοιες ανθρωπιστικές επεμβάσεις – είναι πολύ πιθανό ν’ απεφεύγοντο απ’ τις δυο μεριές τέτοια μέτρα και να εσώζονταν αθώοι άνθρωποι.

Αλλά κανένας δεν κινήθηκε. Όλοι έγιναν θεατές της πάλης, σαν να ήταν ευχάριστο γεγονός. Γιατί όλοι έτρεμαν τον ηθικό εκβιασμό της Δεξιάς, που έτριβε τα χέρια της αναμένοντας στα κρησφύγετά της εν ονόματι του έθνους, την νίκη των βρετανικών όπλων για να συντριβεί ο μισητός εσωτερικός εχθρός και εν τω μεταξύ με κάθε είδους απειλή συντηρούσε μιαν απόλυτη και υπολογιστική αδράνεια. Έτσι ο καθένας έτρεμε την παρεξήγηση της Δεξιάς, κι ας εχύνετο αίμα αθώων ανθρώπων.

Το ΚΚΕ ανεγνώρισε, τουλάχιστο, τα λάθη και τις ευθύνες του στο ζήτημα της παράτασης της σύρραξης και στο ζήτημα της ομηρίας. Η Δεξιά ούτε στο κεφάλαιο αυτό δέχθηκε να εξετάσει και να ομολογήσει τη δική της υπαιτιότητα.

Η εκμετάλλευση των τραγικών γεγονότων και των τραγικοτέρων σφαλμάτων απ’ τη Δεξιά, μια εκμετάλλευση που έπρεπε ν’ αναμένεται απ’ τη διανοητικότητα που ανέκαθεν εκπροσωπεί ο κόσμος αυτός στον τόπο μας – δεν καλύπτει τον υψηλό ιδεαλισμό χιλιάδων αγωνιστών που σκοτώθηκαν πολεμώντας για ό,τι εκείνη την ώρα ήταν το ιδανικό τους και το ιδανικό μιας τεράστιας λαϊκής μάζας. Στάθηκε όμως και είναι ακόμα το υπόβαθρο της πιο τρομερής κι αποπνιχτικής επίθεσης της Αντίδρασης.

Με την επιστράτευση των πιο ύποπτων, των πιο ανάξιων και των πιο φθαρμένων στοιχείων, που η κακή μοίρα της Δικτατορίας και της Κατοχής είχε κληροδοτήσει στη χώρα, το μεταδεκεμβριανό καθεστώς, σύμφωνα με μια γενικότατη πια, σήμερα, διαπίστωση, «εξάγνισε» και τα σκιερά σημεία της δεκεμβριανής σύρραξης. Γιατί αφού ουσιαστικά τοποθέτησε την εξουσία – μια έξαλλη εξουσία – στα πιο ακατάλληλα και εμπαθή χέρια, εγκατέστησε μια οργανωμένη τυραννίδα διωγμού και αντεκδικήσεως με το σκοπό να πνίξει και την αριστερά και τη δημοκρατία για να μείνει ακώλυτη η κυριαρχία της Αντίδρασης. Έτσι το μεταδεκεμβριανό καθεστώς έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ αποδείξει ότι δεν ήσαν αστήρικτοι όλοι οι φόβοι που έσπρωξαν στη δεκεμβριανή σύρραξη και όλη η δυσπιστία που είχε πλημμυρίσει τη συνείδηση της αριστερής ηγεσίας. Όλα τα ζωντανά προβλήματα της χώρας πνίγηκαν μέσα στον άγονο αφανισμό της Δεξιάς και ο λαός υποχρεώθηκε ένα σχεδόν χρόνο, να μένει μετέωρος, πάνω απ’ το εσωτερικό χάος, υποχρεώθηκε ν’ ανέχεται τα πάντα – τη φθορά του, τη νέκρωσή του, τις στερήσεις του, τις εθνικές και οικονομικές ζημίες, την εκμετάλλευση της ολιγαρχίας και το θρίαμβο των δοσιλόγων – μόνο διότι έγινεν η δεκεμβριανή σύρραξη. Κανένας όμως λαός δεν μπορεί να υποκύψει σε τέτοια μοίρα, ο,τιδήποτε και αν έγινε στο παρελθόν. Το παρελθόν δεν μπορεί να κυβερνά επ’ άπειρον.

 

Ζ΄ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Το αίσθημα του λαϊκού κινήματος της εθνικής αντίστασης ότι αδικείται και θ’ αδικηθεί – ο φόβος για την τύχη των λαϊκών αγωνιστών και για τον αφοπλισμό τους – η βαθιά καχυποψία για τις προθέσεις της Δεξιάς – οι ίδιες οι προθέσεις της Δεξιάς που όσο πήγαινε και κρύβονταν λιγότερο – η αδράνεια της κυβέρνησης της ενότητας στα φλέγοντα θέματα του ηθικού καθαρμού – η «εαμοβουλγαρική» λιβελλογραφία του τύπου της Δεξιάς, απ’ την πρώτη ώρα της απελευθέρωσης – και στο βάθος όλο το βεβαιωμένο παρελθόν της κατοχής, με την αιμοσταγή όψη της προδοσίας και τη στυγερή δίωξη του λαού με τα γερμανικά όπλα – όλα αυτά οδηγούν ψυχολογικά τη γένεση και την πορεία της δεκεμβριανής σύρραξης. Θα ήταν λ.χ. αρκετό να σημειωθεί ότι η συντακτική πράξη που είχε υπογράψει η κυβέρνηση στην Ιταλία για την τιμωρία των δοσιλόγων, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, χάθηκε, δε δημοσιεύθηκε, και ύστερα από τρεις περίπου εβδομάδες αναμονής χρειάστηκε να γίνει, εδώ πια, νέα πράξη!

Όσοι πολέμησαν και σκοτώθηκαν απ’ τη μεριά του λαού, πίστευαν ότι τα συνθήματα που τους συγκίνησαν και τα ιδανικά που τους προτάθηκαν, και μεταξύ αυτών όχι λιγότερο η ιδέα της ανεξαρτησίας άξιζαν τη θυσία.

Πίστευα και πιστεύω ότι η λαϊκή δύναμη που είχε συγκεντρωθεί γύρω απ’ τον απελευθερωτικό αγώνα του έθνους και τη λαοκρατική ανάπλαση της χώρας, ήταν και θα έμενε τόσο γερή και συμπαγής και τόσο γόνιμη, ώστε, ψύχραιμα κρίνοντας, να μη φοβούμαι ότι οποιαδήποτε επίθεση της Δεξιάς θα ήταν ικανή να τη συντρίψει ή να την ελαττώσει και να είμαι, αντίθετα, βέβαιος, ότι θα συντρίβονταν οι απόπειρες της Αντίδρασης. Η πίστη μου αυτή δικαιώθηκε απ’ την κατοπινή εξέλιξη. Μ’ όλη την πίεση της μεταδεκεμβριανής τυραννίας, άνθεξε η λαϊκή δύναμη, και όχι μόνο αυτό, αλλά και καταφάνερα μεγάλωσε και συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα. Αυτός ήταν ο λόγος που πίστευα ότι έπρεπε να συγκρατηθεί μπροστά στην πρόκληση της Δεξιάς.

Αλλά – επειδή η φόρα των πραγμάτων αναγκάζει πολλές φορές τους ανθρώπους να προβάλουν και τον εαυτό τους μέσα σε τέτοια πελώρια γεγονότα γενικής σημασίας – βλέποντας έτσι τα πράγματα, εκτιμώντας τα με ορθότερη προοπτική, αισθανόμουν συγχρόνως ότι άλλο είναι να μη συμφωνείς με μια ορισμένη εκδήλωση ενός λαϊκού κινήματος που σε συγκινεί και άλλο είναι να του δώσεις μια μαχαιριά στην πλάτη όταν έχει μπλεχθεί σ’ ένα αγώνα αίματος και θυσίας που δεν μπόρεσες να προλάβεις. Συναισθηματισμός; Πιθανόν. Αλλά κυρίως τιμιότης. Οι εκδηλώσεις που ζητούσε τότε η Δεξιά από εμάς θα ήσαν απλώς ένα πρόσθετο, ηθικής φύσης, όπλο στα χέρια της σ’ έναν πόλεμο άνισο που με ξένα, και τόσο τελεσφόρα όπλα, έκαμνε εναντίον λαϊκών αγωνιστών. Τέτοιου είδους πράξεις δεν ήταν δυνατό να κάνουν άνθρωποι τοποθετημένοι ανέκαθεν δίπλα στο λαό. Μπορούσαν και έπρεπε να κρίνουν τα πράγματα, αλλ’ όταν θα ήρχετο η ώρα, όταν θα είχε σταματήσει το αίμα.

Αυτά για όσους εκτιμούν την ιδεολογική συνέπεια. Για τους «πρακτικούς» ανθρώπους της Δεξιάς που εμφανίσθηκαν με περισσό φαρισαϊσμό πονούντες το αριστερό και το δημοκρατικό κίνημα, αρκεί να τονισθεί ότι κανένας αληθινά αριστερός ηγέτης δεν μπορούσε να έχει τότε την ψευδαίσθηση ότι η βρετανική πολιτική στην Ελλάδα θα ευνοούσε οποιαδήποτε αλλαγή της σκηνής – αφού ούτε κυβέρνηση Φιλελευθέρων δεν έγινε δεκτή απ’ το Λονδίνο – αφού δεν υπήρχε εμπιστοσύνη ούτε στον κ. Σοφούλη. Κάθε αλλιώτικη προσπάθεια απ’ την πλευρά της Αριστεράς έστω και της διαφωνούσης, πριν σταματήσει η σύρραξη – κι όσο έγκαιρα σταματούσε τόσο καλύτερα – θα ήταν πολιτικός τυχοδιωκτισμός, έργο δηλαδή ακατάλληλο για ανθρώπους σαν τον γράφοντα.

Μπορώ να συμπεράνω ότι, όπως έλεγα τελευταία στο λόγο μου στη Θεσσαλονίκη, «έχω ήσυχη την συνείδησή μου ότι έκαμα μέχρι τέλος το καθήκον μου για να προαγάγω όσο μπορούσα την εθνική ενότητα, για να προλάβω τη διάλυσή της, για να προλάβω όσα ακολούθησαν ύστερα, για να προλάβω τη σύρραξη του Δεκέμβρη, για να σταματήσει όταν ξέσπασε όσο ήταν δυνατό εγκαιρότερα, για να προληφθούν τόσες συμφορές, τόσα πένθη, τόσα αθώα θύματα. Κι αν απ’ όλες τις πλευρές που υπεύθυνα αναμίχθηκαν στην υπόθεση υπήρχε η ίδια διάθεση, η ίδια ανιδιοτέλεια και η ίδια αυταπάρνηση – ίσως ο ρους των πραγμάτων θα ήταν αλλιώτικος».

Πέραν αυτού η απάθεια, η παθητική στάση μέσα στη θύελλα, μου φάνηκε ασυνέπεια και ηθικά απαράδεχτη φυγή μπροστά στην ανάγκη της ώρας εκείνης. Μέσα στη δίνη των σφαιρών έκανα όπως μπορούσα κι όσες μπορούσα προσπάθειες για να σταματήσει η σύρραξη με τις πιο πρόσφορες λύσεις… Κι άφησα και αφήνω στους μικρούς ανθρώπους που ξετρύπωσαν μόλις πέρασε η καταιγίδα για να σκυλεύσουν την τραυματισμένη χώρα, να παραμιλούν όπως θέλουν. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός, που είναι ο μεγάλος τίμιος, σε κάθε χώρα, έκρινε και κρίνει όπως πρέπει.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας στάθηκε μια γενναία πράξη εκ μέρους της εαμικής πλευράς. Διαλύθηκε ο ΕΛΑΣ και παράδωσε όσα όπλα του ζητήθηκαν. Και ύστερα… μπήκε στη φυλακή, στην καταδίωξη, στο περιθώριο και… στην παρανομία.

Τον είδα τον στρατό αυτό στις δόξες του. Δεν τον είδα βέβαια με το μάτι της υποψίας που τον έβλεπαν ξένοι φίλοι μας, ούτε φυσικά με το μάτι του μίσους που τον αντίκρυσαν μερικοί Έλληνες «πατριώτες». Και γι’ αυτό, ενώ είδα όλες τις ατέλειες που παρουσίαζε η ιδιομορφία της λαϊκής του καταγωγής, μπόρεσα όμως να εκτιμήσω κάτι σπάνιο που είχε: την ψυχή. Τον είδα χωρίς ρούχα, χωρίς παπούτσια, είδα ν’ αναλογεί ένα πηρούνι σε 5 άνδρες, τον είδα πολλές φορές χωρίς επαρκή τροφή. Αλλ’ άκουσα το τραγούδι του, είδα τον ενθουσιασμό του, κι ακόμη, μέσα σε τέτοιες στερήσεις, τη συνειδητή, τη δημοκρατική πειθαρχία του, την εσωτερική του έξαρση, την πίστη του σε μια νέα Ελλάδα, τον πόθο της στρατιωτικής αρτίωσης και τη δίψα της στρατιωτικής δόξας.

Η ηθική αξία της στρατιωτικής αυτής δύναμης που πρόσφερε εθνικές υπηρεσίες σε μια περίοδο που το απαιτούσε η ανάγκη του παγκόσμιου απελευθερωτικού αγώνα, δεν έπρεπε ούτε πρέπει να υποτιμάται και να αδικείται, γιατί ακριβώς επειδή ήταν λαϊκός στρατός, στο πρόσωπό του αδικείται και υποτιμάται ο ίδιος ο λαός.

Τουναντίον: η αξιοποίηση της εθνικής Αντίστασης ήταν και είναι γενικό εθνικό συμφέρον. Την έκαμαν λαοί που δεν είχαν καν να παρουσιάσουν στην ίδια έκταση λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα σαν το δικό μας και την έκαναν για να εξυπηρετήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Η δική μας η χώρα είναι η μόνη στον κόσμο που ακολούθησε αντίθετο δρόμο και είναι αδύνατο να μη δρέψει τη ζημία της πορείας της αυτής.

Αν η δεκεμβριανή σύρραξη πρέπει ν’ αφήσει κάποια διδάγματα πρέπει πρώτη να τα προσέξει η Δεξιά.

Να καταλάβει ότι μπήκαμε σε νέα εποχή. Το λαϊκό το αριστερό κίνημα είναι μια πραγματικότητα. Δεν πνίγεται με τα όπλα, είτε τα δικά της είτε τα συμμαχικά. Τα βρετανικά στρατεύματα δε θα μείνουν επ’ άπειρο στη χώρα μας. Θα χρειασθεί επομένως και η Δεξιά να στηριχθεί πολιτικά στις δυνάμεις της και τέτοιες δυνάμεις δεν μπορεί να είναι ούτε οι δοσίλογοι της Κατοχής ούτε τα φασιστικά υπολείμματα της οικτρής μεταξικής δικτατορίας, ούτε η τρομοκρατία ούτε η εκμετάλλευση των «δεκεμβριανών», ούτε το στείρο μίσος της κατά του λαού μας. Ένας χρόνος κυριαρχίας της από πέρσι, δεν αφήνει ούτε το παραμικρό ίχνος ενεργητικού. Δεν έδειξε περιεχόμενο άξιο όχι να μπει στην ιστορία αλλ’ ούτε καν να σταθεί στη γνώση των συγχρόνων. Η θέση, κι αν κάνει λάθη ή εξτρεμισμούς, κάτι δημιουργεί. Η άρνηση ποτέ.

Απ’ τη θεώρηση της περσινής σύρραξης βγήκα ενισχυμένος στην πεποίθησή μου για την αξία των δημοκρατικών λύσεων.

Και η πίστη όλης της αριστεράς, πρέπει να ενισχυθεί στην αντίληψη ότι το μέλλον της χώρας και του λαϊκού κινήματος είναι στην ομαλή και δημοκρατική κατάκτηση και μεταμόρφωση της χώρας. Η πίστη αυτή πρέπει ιδιαίτερα να διαποτίσει το ΚΚΕ που πρέπει να βγει με πλουσιότερη πείρα απ’ την περσινή του πρωτοβουλία. Τίποτε δε μπορεί ν’ ανακόψει τη νικηφόρα πορεία του λαού. Κι όσο πιο πολύ οδηγηθεί στη νίκη του με τα δημοκρατικά μέσα της πάλης, τόσο περισσότερο και τόσο ευκολότερα θα θρυμματισθεί η Αντίδραση και θα στερεωθεί η δημοκρατική αναγέννηση που οραματίζονταν όσοι θυσιάσθηκαν στον απελευθερωτικό αγώνα.

Η πολιτική ζωή της χώρας πρέπει να οργανωθεί μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας, της ισοπολιτείας και της ανεξαρτησίας της, για ν’ αποκατασταθεί και να στερεωθεί η ομαλή εξέλιξη και να μη ξαναζήσει ο τόπος μας μια σύρραξη σαν την περσινή. Και κάτι άλλο ακόμα: πρέπει να γίνει γενικότερη συνείδηση ότι η ανθρώπινη ζωή έχει αξία κι ότι ο ψυχικός δισταγμός για την αφαίρεσή της πρέπει να γίνει κανόνας συμπεριφοράς, ιδιαίτερα για τον κόσμο εκείνο που ζητάει μια αλλαγή προς το ευτυχέστερο ανθρώπινο μέλλον – γιατί ο άλλος κόσμος τέτοιου είδους μέσα θα μεταχειρισθεί – μη έχοντας άλλα. Η στυγερή συνεργασία προδοτών με τους Γερμανούς άφησε ένα μακάβριο σύνθημα υποτίμησης της ζωής: εκατόμβες οι ανάπηροι, εκατόμβες την πρωτομαγιά, εκατόμβες στην Κοκκινιά, εκατόμβες οι γυναίκες, εκατόμβες σ’ όλους τους συνοικισμούς. Το σύνθημα αυτό κανένας δεν πρέπει να το αφομοιώσει. Είναι το βαρβαρότερο απ’ όλα της κατοχής τα μαθήματα. Πρέπει να καλλιεργηθεί από εμάς πολύ πλατιά το αντίθετο σύνθημα, ο υπολογισμός της ζωής του άλλου.

Όχι πια βία – όχι πια αίμα!

Αυτή είναι η γόνιμη φωνή που βγαίνει απ’ τον περσινό Δεκέμβρη.

Ας την ακούσει σήμερα πρώτη η Δεξιά. Κι ας μη συνεχίζει έναν άγριο αντίλαλο των τραγικών γεγονότων του παρελθόντος, γεγονότων που τόσο τη βαραίνουν.

Πηγή: aera2012.blogspot.gr

Πηγή: aera2012.blogspot.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s